Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 667 / 2015 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραγραφή, Καταδολίευση δανειστών. Περίληψη: Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για καταδολίευση δανειστών του οφειλέτη, κατά του οποίου η σύζυγος του, με την οποία βρίσκεται σε διάσταση, έχει αξίωση στα αποκτήματα, που παραιτήθηκε από την επικαρπία επί ιδιοκτησιών του και δεν του απέμενε άλλο περιουσιακό στοιχείο. Στοιχεία εγκλήματος. Η επικαρπία, έστω και αν είχε ορισθεί αμεταβίβαστη, υπόκειται σε αναγκαστική εκτέλεση και μπορεί να είναι αντικείμενο καταδολιεύσεως. Χρόνος τελέσεως είναι ο χρόνος της μεταγραφής. Το ότι, όμως, το Δικαστήριο εξέλαβε ως χρόνο τελέσεως αυτόν, κατά τον οποίο καταρτίσθηκε το συμβόλαιο, δεν ασκεί επιρροή, γιατί δεν επηρεάζεται η παραγραφή της πράξεως. Επαρκώς αιτιολογείται ο χρόνος, κατά τον οποίο η εγκαλούσα έλαβε γνώση της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, καθώς και ο δόλος του αναιρεσείοντος. Λόγος περί παραγραφής, γιατί μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και μέχρι το αμετάκλητο αυτής συμπληρώθηκε οκταετία, είναι απαράδεκτος, γιατί δεν κρίθηκε βάσιμος κανένας λόγος αναιρέσεως (άρθρ. 511 εδ. β ΚΠΔ). Απόρριψη αιτήσεως. Αριθμός 667/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Ρ. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βλαδίκα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 39371/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγουσα την Β. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 223/
- Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 397 παρ. 1 και 3 του ΠΚ: "
- Ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του βλάπτοντας, καταστρέφοντας η καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη μορφή σύμφωνα με άλλη διάταξη.
- Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της καταδολιεύσεως δανειστών μπορεί να τελεστεί με τέσσερις τρόπους, ήτοι α) με βλάβη, καταστροφή ή εκμηδένιση της αξίας οπουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, β) με απόκρυψη τέτοιου στοιχείου, γ) με απαλλοτρίωση χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και δ) με δημιουργία ψευδών χρεών ή ψευδών δικαιοπραξιών από τον οφειλέτη. Οι πιο πάνω τρόποι τελέσεως δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Μεταξύ δράστη και παθόντος πρέπει να υπάρχει σχέση δανειστή και οφειλέτη από κάποια νόμιμη αιτία (π.χ. αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα), αρκεί να είναι βάσιμη, αληθινή και δικαστικώς επιδιώξιμη, χωρίς να απαιτείται να είναι ληξιπρόθεσμη, εκκαθαρισμένη, δικαστικά αναγνωρισμένη ή να έχει επιδοθεί στον οφειλέτη αγωγή περί αυτής. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση της υπάρξεως της απαιτήσεως του δανειστή από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση του δράστη να ματαιώσει ολικά ή μερικά την ικανοποίησή του με ένα από τους άνω τρόπους. Περαιτέρω, περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη νοούνται αυτά που υπόκεινται σε αναγκαστική εκτέλεση. Κατά δε τη διάταξη του αρθρ. 1166 του ΑΚ, η επικαρπία, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, είναι αμεταβίβαστη, η άσκησή της όμως μπορεί να μεταβιβαστεί σε άλλον για χρόνο που δεν υπερβαίνει τη διάρκεια της επικαρπίας, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρ. 1164 του ΑΚ, που δεν αφορά πάντως την παρούσα υπόθεση. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η άσκηση της επικαρπίας, ως αυτοτελές ενοχικό δικαίωμα, υπόκειται με τη μορφή του ειδικού περιουσιακού στοιχείου σε κατάσχεση κατά τις διατάξεις των αρθρ. 1022 επ. του ΚΠολΔ. Σε κατάσχεση, όμως, υπόκειται και η ίδια η επικαρπία ως εμπράγματο δικαίωμα προσωπικής δουλείας, έστω και αν πρόκειται για αμεταβίβαστη επικαρπία, όπως αυτό συνάγεται από το αρθρ. 992 του ΚΠολΔ, που δεν περιορίζει τα δυνάμενα να κατασχεθούν εμπράγματα δικαιώματα σε ακίνητο, σε συνδυασμό με το αρθρ. 1259 ΑΚ, που ορίζει ότι η υποθήκη αποκτάται μόνο σε ακίνητα που μπορούν να εκποιηθούν, καθώς και στην επικαρπία τέτοιων ακινήτων, για όσο χρόνο αυτή διαρκεί. Εφόσον δηλαδή η επικαρπία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης, άρα και αναγκαστικής εκποιήσεως υπέρ του ενυπόθηκου δανειστή, αποτελεί, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, αντικείμενο κατασχέσεως από όλους τους δανειστές του επικαρπωτή και όχι μόνον από τους ενυπόθηκους. Αφού, λοιπόν, η επικαρπία υπόκειται σε αναγκαστική εκτέλεση, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών. Τέλος, η απαλλοτρίωση μπορεί να τελεσθεί και με την παραίτηση από μέρους του δράστη - οφειλέτη από την επικαρπία υπέρ του ψιλού κυρίου του ακινήτου. Χρόνος δε τελέσεως της πράξεως είναι ο χρόνος μεταγραφής του συμβολαίου που συντάχθηκε για την παραίτηση από την επικαρπία. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, επελεύσεως, δηλαδή, ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (ΟλΑΠ 3/1998). Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Τέλος, η απόφαση επί εγκλήματος διωκομένου κατ’ έγκληση, εφόσον η τελευταία αυτή υποβλήθηκε μετά παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, πρέπει να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους αυτής. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύονται οι ως άνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 39371/2014 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα καταδολιεύσεως δανειστών σε βάρος της Β. Μ. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα
(10)μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής. Η πολιτικώς ενάγουσα Β. Μ. του Ν. είχε χρηματική απαίτηση έναντι του τέως συζύγου της, με τον οποίο βρίσκονται σε διάσταση από το 1994, και νυν κατηγορουμένου Α. Ρ. για συμμετοχή της στην επαύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου τους, η οποία αναγνωρίσθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθ. 7087/4.10.2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε ο εκεί εναγόμενος και νυν κατηγορούμενος να καταβάλλει στην εκεί ενάγουσα και νυν πολιτικώς ενάγουσα το ποσό των 47.337 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ο τελευταίος όμως προκειμένου να ματαιώσει την ικανοποίηση της σε βάρος του απαίτησης της πολιτικώς ενάγουσας προέβη στις 14-3-2007, ήτοι μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 6245/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή της νυν πολιτικώς ενάγουσας και ένα περίπου μήνα μετά τη συζήτηση στις 8.2.2007 των εφέσεων αυτού και της νυν πολιτικώς ενάγουσας κατά της με αριθμό 6245/2005 απόφασης, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 7087/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, στην απαλλοτρίωση των μοναδικών περιουσιακών του στοιχείων. Ειδικότερα δυνάμει του υπ' αριθ. .../14-3-2007 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Σταμάτη Κατατόδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Περιστεριού στον τόμο … και με αριθμό 336, ο κατηγορούμενος ελευθέρως, αβιάστως, οικειοθελώς και χωρίς κανένα αντάλλαγμα παραιτήθηκε ρητά και ανεπιφύλακτα από το δικαίωμα επικαρπίας που είχε επί δύο αυτοτελών και ανεξάρτητων οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων) πολυκατοικίας, επί της οδού ... και ... στο ... υπέρ της ψιλής κυρίας και θυγατέρας του από τον πρώτο γάμο του, Ν. Ρ. του Α. και της Ρ., η οποία κατέστη κατ' αυτόν τον τρόπο αποκλειστική κυρία αυτών. Η αντικειμενική αξία του δικαιώματος επικαρπίας του κατηγορούμενου στις ως άνω δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτοι στην οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου (Α) υπέρ το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας, εμβαδού αυτής 86,50 τμ με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 33,75/100 εξ αδιαιρέτου και της οριζόντιας ιδιοκτησίας του δευτέρου (Β') υπέρ το ισόγειο ορόφου της ιδίας πολυκατοικίας, εμβαδού αυτής 86,50 τμ με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 33,75/100 εξ αδιαιρέτου, ανερχόταν κατά το ως άνω συμβόλαιο σε 45.001,74 ευρώ. Σημειωτέον ότι η θυγατέρα του κατηγορούμενου ήταν ήδη από το έτος 1995 ψιλή κυρία των δύο ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών με γονική παροχή από τον κατηγορούμενο. Όταν η πολιτικώς ενάγουσα επέσπευσε τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση στις 7.1.2009 στον κατηγορούμενο αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της υπ' αριθ. 7087/2007 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την κάτω από αυτό επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση, με την οποία τον επέτασσε να της καταβάλλει το συνολικό ποσό των 121.423 ευρώ (ήτοι 47.337 ευρώ για κεφάλαιο, 65.396 ευρώ για τόκους κεφαλαίου από την επίδοση της αγωγής μέχρι 12.12.2008, 3000 ευρώ για δικαστική δαπάνη, 4060 ευρώ για απόγραφο και απογραφόσημο, 1500 ευρώ για δικαιώματα σύνταξης της επιταγής, 50 ευρώ για αντίγραφο απογράφου και 80 ευρώ για παραγγελία προς επίδοση), διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος είχε μεταβιβάσει ουσιαστικά στην ως άνω θυγατέρα του τα εμπράγματα δικαιώματά του στα δύο μοναδικά ακίνητα περιουσιακά του στοιχεία και ότι δεν είχε άλλη περιουσία προς ικανοποίηση της απαίτησής της. Μάλιστα η πολιτικώς ενάγουσα προσπάθησε να κάνει κατάσχεση εις χείρας τρίτων τραπεζών απαιτήσεων του κατηγορουμένου πλην όμως δεν βρέθηκαν καταθέσεις του κατηγορούμενου σε τράπεζες. Την ως άνω απαλλοτριωτική πράξη της εκ μέρους του κατηγορούμενου παραίτησης από το δικαίωμα επικαρπίας του υπέρ της θυγατέρας του, Ν. Ρ., ο κατηγορούμενος ενήργησε στις 14.3.2007 με πρόθεση καθώς γνώριζε τόσο την ληξιπρόθεσμη και απαιτητή αξίωση της πολιτικώς ενάγουσας έναντι αυτού, η οποία είχε επιδικασθεί πρωτοδίκως για μεγαλύτερο ποσό με την υπ' αριθ. 6245/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αναμενόταν και η τελεσίδικη επιδίκασή της όσο και το ότι κατόπιν της ως άνω μεταβίβασης δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει την αξίωση αυτή της πολιτικώς ενάγουσας δεδομένου ότι στερείτο παντελώς άλλων περιουσιακών στοιχείων τόσο κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης όσο και κατά τον χρόνο της επίσπευσης της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του από την πολιτικώς ενάγουσα, γεγονός που άπαντες οι μάρτυρες ακόμη και οι υπεράσπισης παραδέχθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ότι δηλαδή μετά την ως άνω παραίτηση από το δικαίωμα επικαρπίας δεν του απέμεινε κανένα περιουσιακό στοιχείο. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι υφίστατο κάποιος άλλος λόγος που να δικαιολογεί την παραίτηση του κατηγορουμένου από το δικαίωμα επικαρπίας επί των ως άνω δύο διαμερισμάτων υπέρ της θυγατέρας του. Κατόπιν τούτου το Δικαστήριο πείσθηκε απόλυτα ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε στις 14-3-2007 με πρόθεση προκειμένου να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης της πολιτικώς ενάγουσας απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο ή αξιόχρεο αντάλλαγμα περιουσιακά του στοιχεία και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σε αυτόν με το κατηγορητήριο πράξης". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 397 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η επικαρπία, και όχι μόνο η άσκησή της, υπόκειται σε αναγκαστική εκτέλεση και, συνεπώς, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών. β) Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο θεώρησε, μεν, ως χρόνο τελέσεως της ένδικης πράξεως το χρόνο συντάξεως του συμβολαίου, με το οποίο έγινε η παραίτηση από την επικαρπία, (14.3.2007) και όχι τον (μεταγενέστερο) χρόνο της μεταγραφής αυτού, τον οποίο δεν αναφέρει στην απόφασή του. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το σφάλμα αυτό, δηλαδή η προς τα πίσω μετάθεση του χρόνου τελέσεως της πράξεως και η μη μνεία του χρόνου μεταγραφής, δεν ασκεί έννομη επιρροή, γιατί δεν επηρεάζει την παραγραφή, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (15.10.2014), δεδομένου ότι από τις 14.3.2007 μέχρι τότε δεν είχε παρέλθει οκταετία. γ) Το Δικαστήριο επαρκώς αιτιολογεί και το χρόνο, κατά τον οποίο η εγκαλούσα έλαβε γνώση της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, με την παραδοχή, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του, ότι διαπίστωσε αυτή την εν λόγω μεταβίβαση (παραίτηση από την επικαρπία) όταν επέσπευσε κατά του κατηγορουμένου αναγκαστική εκτέλεση με την επίδοση της από 7.1.2009 επιταγής. δ) Ακόμη, αιτιολογείται και ο δόλος του αναιρεσείοντος, ότι, δηλαδή, αυτός γνώριζε ότι η εγκαλούσα είχε απαίτηση εναντίον του, η οποία είχε επιδικασθεί πρωτοδίκως και αναμενόταν και η έκδοση της αποφάσεως του Εφετείου και ότι, μετά την παραίτηση από την επικαρπία, δεν του απέμενε, πλέον, κανένα περιουσιακό στοιχείο, ενόψει, μάλιστα, του ότι η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα είναι δικαστικώς επιδιώξιμη και σε περίπτωση διαστάσεως των συζύγων που διήρκεσε περισσότερο από τρία έτη (άρθρο 1400 παρ. 2 ΑΚ) και όχι μόνο όταν ο γάμος λυθεί αμετάκλητα. Δεν απαιτείται δε, κατά τα προεκτεθέντα, να είναι εκκαθαρισμένη, δικαστικά αναγνωρισμένη ή να έχει επιδοθεί στον οφειλέτη αγωγή περί αυτής. Και βεβαίως ο χρόνος τελέσεως δεν μπορούσε να αναχθεί στο 1995, οπότε αυτός είχε μεταβιβάσει στην κόρη του μόνο την ψιλή κυριότητα των ιδιοκτησιών του και, επομένως, δεν είχε αποξενωθεί εντελώς από τα περιουσιακά του στοιχεία. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1166 εδ. α του ΑΚ, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 397 παρ. 1 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. β του ΚΠοινΔ, ο Άρειος Πάγος λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ένας λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως θα κριθεί βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει και ότι το αξιόποινο της πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε, έχει παραγραφεί, αφού από το φερόμενο χρόνο τελέσεώς της (14.3.2007) μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της οκταετίας (η οποία συμπληρώθηκε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως) και, επομένως, πρέπει να παύσει οριστικά, γι’ αυτήν, η ποινική δίωξη. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, απαράδεκτος, γιατί κανένας από τους λόγους αναιρέσεως δεν κρίνεται βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28 Ιανουαρίου 2015 (με αριθ. πρωτ. 916/2015) αίτηση (δήλωση) του Α. Ρ. του Η., για αναίρεση της 39371/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα
(250)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ