← Ελλάδα

ΑΠ 679/2015 — Αναιρέσεως απόρριψη, Πρόσθετοι λόγοι

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 679 / 2015 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απόρριψη, Πρόσθετοι λόγοι. Περίληψη: Προώθηση Λαθρομεταναστών.Απορρίπτει Αίτηση Αναίρεσης + Προσθ. Λόγους των 2 κατηγ/νων, ως αβάσιμη.Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. ΑΡΙΘΜΟΣ 679/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Θ. Σ. του Ε., κατοίκου ... και 2) Γ. Η. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 7156/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιανουαρίου 2015 αίτησή τους και στους από 23 Απριλίου 2015 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 167/2015. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ’ αυτής πρόσθετοι λόγοι, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 περ. α και β του ν. 3386/ 2005 , όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 48 παρ.4 ν. 3772/10-7-2009, "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους-μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα έως τριάντα χιλιάδων [10000-30000] Ευρώ, για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή τριάντα έως εξήντα χιλιάδων (30.000-60000) Ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημόσιου υπάλληλου ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορος ή αν δυο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού". Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ’ επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχουν προηγηθεί και καταδίκες, υποκειμενικά δε, σκοπός του δράστη να πορισθεί εντεύθεν εισόδημα. Κατ’ επάγγελμα επίσης τέλεση συντρέχει και όταν μία φορά διαπράχθηκε η πράξη, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Επιβαρυντική επίσης περίσταση συντρέχει όταν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, δηλαδή αποβλέπει στον πορισμό εισοδήματος. Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου στην παράβαση της διατάξεως του άρθρου 88 παρ. 1 περ. α και β του Ν. 3386/2005 δεν είναι αναγκαίο κατ’ αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, απαιτείται όμως να διαλαμβάνεται σ’ αυτή το παράνομο της εισόδου των αλλοδαπών στο Ελληνικό έδαφος και η περί τούτου γνώση του υπαιτίου της πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με τα διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ’ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή εφαρμογή του νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αρ. 7156/2014 προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, το δικάσαν κατ’ έφεση Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι από τα μνημονευόμενα σε αυτή, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην ... στις 31-7-2007 οι Ι. Σ. και β’ κατηγορούμενος, ως οδηγοί μεταφορικών μέσων προώθησαν από τα σημεία εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια, υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, ο δε α’ κατηγορούμενος και Ι. Η. διευκόλυναν τη μεταφορά και προώθηση στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος. Οι κατηγορούμενοι δε, τέλεσαν την ανωτέρω άδικη πράξη κατ’ επάγγελμα, καθόσον από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή αυτών προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος. Συγκεκριμένα ο Ι. Σ. ως οδηγός του υπ’ αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και ο 2ος εκκαλών ως οδηγός του υπ’ αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, προώθησαν στην Ελληνική Επικράτεια τους αλλοδαπούς T. A., A. J., R. B., M. Y. και H. S., υπηκόους Ιράκ, τους οποίους είχαν παραλάβει από την περιοχή των ελληνοτουρκικών συνόρων, προκειμένου να τους μεταφέρουν στην Αθήνα, τους οποίους μετέφερε με το όχημα του ο Ι. Σ., ενώ ο 2ος εκκαλών εκινείτο ως προπομπός, λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα αποφυγής ενδεχόμενου ελέγχου, οι δε α’ κατηγορούμενος και Ι. Π. διευκόλυναν την ανωτέρω παράνομη μεταφορά και προώθηση στο εσωτερικό της χώρας των προαναφερομένων αλλοδαπών, επιβαίνοντας στο όχημα που οδηγούσε ο 2ος και συνοδεύοντας αυτούς, αν και όλοι γνώριζαν ότι οι αλλοδαποί αυτοί εισήλθαν στο ελληνικό έδαφος, χωρίς να τηρήσουν τις νόμιμες διατυπώσεις, καθόσον στερούνταν των απαιτουμένων ταξιδιωτικών εγγράφων. Οι παρόντες κατηγορούμενοι μετά των λοιπών προαναφερθέντων συμφώνησαν να λάβουν ως αμοιβή από έκαστο αλλοδαπό το χρηματικό ποσό από 3.000 έως 45.000 δολάρια ΗΠΑ, τελώντας την ανωτέρω άδικη πράξη τους κατ’ επάγγελμα, με πρόθεση επανειλημμένης διάπραξης από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει και με σκοπό τον πορισμό αθέμιτου κέρδους από τις εισπραττόμενες αμοιβές. Ο β’ κατηγορούμενος ζητάει την μετατροπή της κατηγορίας από συναυτουργία στην παράβαση του Ν. 3386/2005 σε απλό συνεργό, αλλά όμως ο εν λόγω ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον ο β’ εκκαλών καίτοι μόνιμος κάτοικος ... βρέθηκε στη ... με τον 1ο κατηγορούμενο καθώς και τους ετέρους συγκατηγορουμένους του, διευκολύνοντας όλοι μαζί την μεταφορά και προώθηση στο εσωτερικό της χώρας πέντε

(5)αλλοδαπών, ιρακινής υπηκοότητας χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα, κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο συζητώντας και μεθοδεύοντας την μεταφορά τους, συνεπώς ο β’ εκκαλών ενήργησε ως φυσικός αυτουργός, εξάλλου δεν επικαλείται αυτός περιστατικά για την υποστήριξη του ισχυρισμού του αυτού. Περαιτέρω ισχυρίζεται ο β’ εκκαλών ότι πρέπει να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α’ , ε’ ΠΚ, ενώ για τον α’ εκκαλούντα οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84, παρ. 2 ε’ του ΠΚ και οι εν λόγω ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, εφόσον δεν αποδείχθηκε καλή συμπεριφορά εκ μέρους των κατηγορουμένων για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη τους, αφού δεν αρκεί η παθητική καλή διαγωγή και μόνο η απουσία παραβατικότητας, εκ μέρους τους, αλλά απαιτείται και θετική συμπεριφορά που δεν προκύπτει. Εξάλλου το γεγονός ότι για τον β’ κατηγορούμενο η ποινική του κατάσταση είναι μηδενική, δεν οδηγεί στην αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α’ του ΠΚ, αφού δεν επικαλέστηκε ούτε αποδείχθηκαν περιστατικά θετικής και επωφελούς για την κοινωνία δράσης και συμπεριφοράς του. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθούν όλοι οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων και να κηρυχτούν της παράβασης του Ν. 3386/2005, τελεσθείσης κατ’ επάγγελμα που τους αποδίδεται". Περαιτέρω το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταδίκασε τους κηρυχθέντες ενόχους δύο αναιρεσείοντες κατηγορούμενους, σε ποινή φυλακίσεως έξι
(6)ετών τον καθένα, για παράνομη προώθηση στην Ελλάδα και διευκόλυνση μεταφοράς και προώθησης αντίστοιχα πέντε αλλοδαπών, και δη του ότι: "Στη ... στις 31-7-2007 οι κατηγορούμενοι Θ. Σ., και Γ. Η.: ο μεν Γ. Η. ως οδηγός μεταφορικού μέσου, προώθησε από τα σημεία εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια, υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, ο δε Θ. Σ. διευκόλυνε την μεταφορά και προώθηση στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος. Οι κατηγορούμενοι δε, τέλεσαν την ανωτέρω άδικη πράξη κατ’ επάγγελμα, καθόσον από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή αυτών προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος. Ο Γ. Η. ως οδηγός του υπ’ αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, προώθησε στην Ελληνική Επικράτεια τους αλλοδαπούς συγκατηγορούμενούς τους T. A., A. J., R. B., M. Y. και H. S., υπηκόους Ιράκ, τους οποίους είχαν παραλάβει από την περιοχή των ελληνοτουρκικών συνόρων, προκειμένου να τους μεταφέρουν στην Αθήνα, τους οποίους μετέφερε με το όχημά του ο Ι. Σ., ενώ ο Γ. Η. εκινείτο ως προπομπός, λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα αποφυγής ενδεχομένου ελέγχου, ο δε Θ. Σ. διευκόλυνε την ανωτέρω παράνομη μεταφορά και προώθηση στο εσωτερικό της χώρας των προαναφερόμενων αλλοδαπών, επιβαίνοντας στο όχημα που οδηγούσε ο Γ. Η. και συνοδεύοντας αυτούς αν και όλοι γνώριζαν ότι οι ανωτέρω αλλοδαποί εισήλθαν στο ελληνικό έδαφος, χωρίς να τηρήσουν τις νόμιμες διατυπώσεις, καθόσον στερούνταν των απαιτουμένων ταξιδιωτικών εγγράφων. Οι κατηγορούμενοι δε, συμφώνησαν να λάβουν ως αμοιβή από έκαστο αλλοδαπό το χρηματικό ποσό από 3.000 έως 4.500 δολάρια Η.Π.Α., τελώντας την ανωτέρω άδικη πράξη τους κατ’ επάγγελμα, με πρόθεση επανειλημμένης διάπραξης από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει και με σκοπό τον πορισμό αθέμιτου κέρδους από τις "εισπραττόμενες αμοιβές". Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε στο αιτιολογικό της σε συνδυασμό με το προπαρατεθέν διατακτικό της, την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτή με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο και καταδικάστηκαν. Αναφέρονται επίσης οι αποδείξεις από τις οποίες το Εφετείο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ, 26 παρ. 1, 27 παρ.1,, 47, 83, 84 του ΠΚ σε συνδ. με άρθρα 83 παρ.1 και 88 παρ. 1 α, β του ν. 3386/2005, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 48 παρ.4 ν. 3772/10-7-2009, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, ή ασαφή, αντιφατική ή ενδοιαστική αιτιολογία, ενώ δεν ήταν αναγκαία κατά νόμο η αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων και τι προκύπτει χωριστά από το καθένα και η απόφαση δε στερείται νόμιμης βάσης. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως των δύο αναιρεσειόντων, κύριους και πρόσθετους: α) στο αιτιολογικό, αναφέρονται εμπεριστατωμένα και επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στα οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, που υπέπεσαν οι δύο κατηγορούμενοι, υπό την ιδιότητά τους, του Γ. Η. ως οδηγού - προπομπού μεταφορικού μέσου (ΙΧΕ αυτοκινήτου) και μεταφορέα και του Θ. Σ. ως επιβαίνοντος του άνω οχήματος και επί πλέον ως συνοδού των πέντε αλλοδαπών, μεταφέροντας πέντε Ιρακινούς από τα Ελληνοτουρκικά σύνορα στην Αθήνα, β) το αιτιολογικό δεν συνιστά αντιγραφή του κλητηρίου θεσπίσματος και του διατακτικού και περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το νόμο στοιχεία, ενώ δεν πρόκειται για παραπομπή στο διατακτικό, γ) υπό τις άνω παραδοχές του αιτιολογικού για τη συμμετοχή του καθενός κατηγορουμένου στην τέλεση της άνω παράβασης του ν. 3386/2005, ορθά ο Γ. Η. χαρακτηρίστηκε, ως φυσικός αυτουργός και όχι ως απλούς συνεργός του συγκατηγορουμένου του, μη αποδεχθέντος του δικαστηρίου της ουσίας ότι ήταν μόνον απλός προπομπός, απορριφθέντος αιτιολογημένα του προβληθέντος σχετικού ισχυρισμού μεταβολής της κατηγορίας, ενώ η αμοιβή αφορούσε ομού και τους δύο κατηγορούμενους που ενεργούσαν την προώθηση και μεταφορά των αλλοδαπών στην Αθήνα, δ) επαρκώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογείται ο δόλος των κατηγορουμένων και η κατ’ επάγγελμα τέλεση της πράξης τους, από την παρατιθέμενη υποδομή που είχαν διαμορφώσει και τις αθέμιτες αμοιβές που εισέπρατταν από τους αλλοδαπούς, που δεν είχαν νόμιμο δικαίωμα εισόδου στην Ελλάδα και στερούντο νόμιμων ταξιδιωτικών εγγράφων, γεγονός που γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, γιαυτό και ζητούσαν την παραπάνω μεγάλη αμοιβή, ε) δεν υπάρχει αντίφαση από την αναφορά στο αιτιολογικό ότι οι κατηγορούμενοι συμφώνησαν να λάβουν ως αμοιβή από έκαστο αλλοδαπό από 3.000 έως 45.000 δολλάρια, ενώ στο διατακτικό ομιλεί για αμοιβή από 3.000 έως 4.500 δολλάρια, (που είναι και το ορθόν), της άνω διαφοράς οφειλόμενης σε προφανή παραδρομή και στ) με επαρκή και ειδική αιτιολογία το δικαστήριο απάντησε και απέρριψε κατ’ ουσίαν τον υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικής περιστάσεως εκ του άρθρου 84 παρ. 2 α’ και ε’ του ΠΚ. Κατά τα λοιπά, οι περαιτέρω, αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ, συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, κύριοι και πρόσθετοι, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την ενοχή, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας κατά την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού περί μεταβολής της κατηγορίας και περί αναγνωρίσεως συνδρομής της από το άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α’ και ε’ του ΠΚ ελαφρυντικής περιστάσεως, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου(κατ’ εκτίμηση), με τις παραπάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, η κρινόμενη κοινή αίτηση αναίρεσης, μετά των από 23-04-2015 προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-01-2015 κοινή αίτηση των Θ. Σ. του Ε. και Γ. Η. του Κ., μετά των από 23-04-2015 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της με αρ. 7156/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα
(250)ευρώ, για καθένα αυτών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουνίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.