Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 681 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Υπέρβαση εξουσίας, Δικαστηρίου σύνθεση. Περίληψη: Παράβαση Α.Ν. 86/
(6)μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, όπως ισχύει, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει ορισθεί. Ως εργοδότης δε νοείται, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του Α.Ν. 1846/1951, ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, παρέχουν την εργασία τους. Από τις διατάξεις που παρατέθηκαν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, από νόμιμο εκπρόσωπο ανώνυμης εταιρείας, και για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, απαιτείται να προσδιορίζεται η σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση από την εργοδότρια εταιρεία με σχέση εξαρτημένης εργασίας ασφαλισμένου στο ΙΚΑ προσωπικού και τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, τα οποία, βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, η τυχόν ιδιότητα αυτού ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου, ή διευθύνοντος συμβούλου και νόμιμου εκπροσώπου της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας που υποχρεούται να καταβάλει στο ως άνω Ασφαλιστικό Ταμείο τις εργοδοτικές και εργατικές εισφορές και ότι δεν τις κατέβαλε εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό ή τις παρακράτησε και τις ιδιοποιήθηκε παράνομα, τα περιστατικά δε αυτά να εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως τα οποία συντελούνται με την παράλειψη από τον εργοδότη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Αντιθέτως, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο αριθμός των απασχοληθέντων στην εργοδότρια εταιρεία μισθωτών και τα ποσά των αμοιβών που τους καταβλήθηκαν, ενώ ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο τελέσεως των αντίστοιχων αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος μόνον όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής.(ΑΠ 317/2007). Επίσης, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας εφόσον σε αυτό εκτίθενται όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας(ΟλΑΠ 1/2005). Όταν δε η αξιόποινη πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος, τιμωρείται μόνον εκ δόλου τελουμένη. Ο δόλος, αντικείμενο του οποίου δεν είναι το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά η αντικειμενική υπόσταση σε στενή έννοια, δηλαδή το σύνολο των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, εξαιρουμένων των εξωτερικών όρων του αξιοποίνου - ως υποκειμενικό στοιχείο ενυπάρχει, κατά τα άρθρα 26 παρ. 1 και 27 παρ. 1 του ΠΚ στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται ότι ενυπάρχει αυτός από την πραγμάτωσή τους και δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία αυτού, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του ή αν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης με αριθ. 15065/2007 αποφάσεώς του, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τα μνημονευόμενα σε αυτήν αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται με το κατηγορητήριο. Ειδικώτερα από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν Πρόεδρος και δ/νων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΣ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΥ Α.Ε." η οποία παρείχε υπηρεσίες φύλαξης αντί αμοιβής σε τρίτους πελάτες της και διατηρούσε για το σκοπό αυτό γραφεία στη Θεσ/νίκης στην οδό Ανδρέα Παπανδρέου αρ.
- Αυτός σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας προέβαινε σε προσλήψεις προσωπικού και με εντολή του καταβαλόταν οι συμφωνημένες αποδοχές αυτού για την εργασία που παρείχαν ως και οι ασφαλιστικές των εισφορές. Υπό την ιδιότητα αυτή ενεργώντας δεν προήλθε για το προσωπικό που προσέλαβε στην άνω επιχείρηση με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και απασχόλησε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 30-11-2002 (15 άτομα συνολικά) στην καταβολή προς το Ι.Κ.Α. δηλονότι τον οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης που υποχρεωτικά κάλυπτε ασφαλιστικά το προσωπικό αυτό, τόσο των εργοδοτικών όσο και των παρακρατηθεισών εκ μέρους του υπό την ως άνω ιδιότητά του, προς το σκοπό αυτό, από τους ανωτέρω εργαζομένους (μισθό αυτών) εργατικών ασφαλιστικών εισφορών για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2002 έως 30-11-2002 ολικού ύψους 19.015,99 ευρώ και 9.507,99 ευρώ αντιστοίχως, οι οποίες ήταν καταβλητέες κατά τα μερικότερα αντιστοιχούντα σε καθένα μήνα του προαναφερομένου χρονικού διαστήματος κονδύλιά τους μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία ήτοι από 1-2-2002 και ανά πρώτη εργάσιμη ημέρα των εφεξής μηνών και μέχρι της 2-1-2003 χρονικά σημεία στα οποία εντοπίζεται και η από μέρους του κατηγορουμένου τέλεση των αποδιδομένων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων". Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, και αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο αυτού η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. β' ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών για καθεμία πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 12, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 84 παρ. 2 β', 94 παρ.1 του ΠΚ, άρθρο 1 παρ.1,2 του Α.Ν. 86/1967 σε συνδ. προς τα άρθρα 375 παρ.1 ΠΚ, 26 παρ.3 του Α.Ν. 1846/1951, κυρ. δια Ν. 2113/1952 και 16 παρ.1,2 της με αριθ. 55575/1-4-1979 από 18/11-7/12-1965 αποφάσεως του Υπουργείου Εργασίας και άρθρο 1 του Ν. 362/1976, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφαση νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (έγγραφα, μάρτυρας ), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρονται, εκτός των άλλων, το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, η ανώνυμη εταιρεία που απασχόλησε τους μισθωτούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, εκ του οποίου χρόνου απασχολήσεως προκύπτει σαφώς και ο χρόνος τελέσεως των πράξεων, ο ασφαλιστικός οργανισμός (ΙΚΑ) στον οποίον ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί, η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου του ΔΣ και νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας, σε σχέση δε με το υποκειμενικό στοιχείο των εν λόγω πλημμελημάτων, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη, κατά τα προεκτεθέντα, ιδιαίτερης αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση, εξυπακούεται δε η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών, ενώ στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν απαιτούνται για την ύπαρξη του δόλου, πρόσθετα στοιχεία, ούτε πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Επίσης από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάστηκε για δύο διακεκριμένες μεταξύ τους αξιόποινες πλημμεληματικές πράξεις, δηλαδή για μη καταβολή, αφενός εργοδοτικών και αφετέρου εργατικών εισφορών, κάθε μία από τις οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της, τελέστηκε άπαξ και όχι κατ'εξακολούθηση, του επιβλήθηκε δε φυλάκιση τεσσάρων μηνών, για καθεμία από τις εν λόγω δύο πράξεις και συνολική ποινή φυλακίσεως έξι μηνών. Το γεγονός δε ότι στο τέλος της ογδόης σελίδας της αποφάσεως αναφέρεται ότι καταδικάζεται ο κατηγορούμενος σε φυλάκιση τεσσάρων μηνών, χωρίς να σημειώνεται η φράση " για καθεμία πράξη", όπως ορθότερα θάπρεπε, οφείλεται σε προφανή παραδρομή, αυτό δε συνάγεται από το ότι ο κατηγορούμενος δεν καταδικάστηκε για κατ'εξακολούθηση έγκλημα και από το ότι στην επόμενη ενάτη σελίδα της αποφάσεως, το Δικαστήριο, προβαίνοντας στον καθορισμό της συνολικής ποινής αναφέρει: "καθορίζει μία συνολική ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, αποτελούμενη από την ισοβαρή ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών της α' πράξης ως ποινής βάσης, η οποία επαυξάνεται κατά δύο μήνες από την άλλη ποινή φυλακίσεως της β'πράξης". Επομένως όλες οι σχετικές αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέες και οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ, Δ, Ε και Η του ΚΠοινΔ. πέμπτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής ή και την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ. Η απόρριψη ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι ο ισχυρισμός περί πτωχεύσεως, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας . Εξάλλου η πτώχευση του οφειλέτη καταβολής ληξιπρόθεσμων εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, ασκεί έννομη επιρροή επί της ποινικής ευθύνης του υπόχρεου υπό την προϋπόθεση ότι η κήρυξη της πτωχεύσεως έλαβε χώρα πριν από το ληξιπρόθεσμο αυτού και πριν την τέλεση του εγκλήματος, ενόψει του ότι, το μεν κατ' άρθρο 2 του Α.Ν. 635/1937, ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως της διοικήσεως της πτωχευτικής περιουσίας και είναι άκυρη ως προς την ομάδα των πιστωτών κάθε δικαιοπραξία αυτού, επομένως και καταβολή χρέους, που αφορά την πτωχευτική περιουσία, το δε κατ' άρθρο 679 του Εμπ. Ν., καθιερώνεται ποινική ευθύνη του πτωχού από την πληρωμή των πιστωτών του μετά την παύση των πληρωμών. (ΑΠ 1786/2007). Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης όμως, δεν προκύπτει ότι ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο συνήγορός του πρόβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της πτωχεύσεως, δηλαδή με παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό αυτό και συγκεκριμένα με επίκληση συγκεκριμένης δικαστικής αποφάσεως που να κηρύσσεται η ανώνυμη εργοδότρια εταιρεία της οποίας ήταν υπεύθυνος, σαν νόμιμος εκπρόσωπος, ο κατηγορούμενος, σε κατάσταση πτωχεύσεως και το συγκεκριμένο χρόνο παύσεως των πληρωμών, για να κριθεί αν η πτώχευση αυτή επηρεάζει την ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου. Απλώς πρόβαλε ο συνήγορος (σελίδα 3) " η επιχείρηση πτώχευσε το 2003, δεν οφείλει, πλην του ΙΚΑ και σε δύο εργαζόμενους, έχει 4 αυτοκίνητα, που δεν εκποιήθηκαν από τον σύνδικο, αν γίνει εκποίηση και πουληθούν μπορεί να καλύψει τις οφειλές", προβάλλοντας με αυτά τα αόριστα περιστατικά, αίτημα αναβολής της δίκης, χωρίς επίκληση άλλων περιστατικών ή επίκληση και κατάθεση εγγράφων της πτωχεύσεως και χωρίς επομένως υποβολή αυτοτελούς ισχυρισμού. Επομένως το Δικαστήριο, δεν ήταν υποχρεωμένο να συμπεριλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολογία για την απόρριψη αυτού του αόριστου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για πτώχευση της εν λόγω εταιρείας, μετά μάλιστα το χρόνο τελέσεως των εγκλημάτων, χωρίς να προσδιορίζεται η δικαστική απόφαση και ο χρόνος παύσεως των πληρωμών και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η απαιτούμενη, κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου, για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, κατά το άρθρο 352 του ΚΠοινΔ, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αιτήσεως, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Όμως, το ουσιαστικό Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και επιπλέον να διαλάβει την, κατά τα προεκτεθέντα, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόρριψη, εκτός άλλων, αιτήματος αναβολής, που προτείνεται στο ανωτέρω Δικαστήριο, αν αυτό δεν είναι σαφές και ορισμένο και μάλιστα με επίκληση των περιστατικών, που το θεμελιώνουν. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου, πρόβαλε αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, αναφέροντας (σελίδα 3) τα εξής: " Ζητώ αναβολή της δίκης για κρείσσονες, γιατί η επιχείρηση πτώχευσε. Δεν οφείλει, πλην του ΙΚΑ και σε δύο εργαζομένους. Έχει τέσσερα αυτοκίνητα, δεν εκποιήθηκαν όμως από τον σύνδικο. Αν γίνει η εκποίηση και πουληθούν μπορεί να καλύψει τις οφειλές.". Έτσι όμως που διατυπώθηκε το αίτημα αυτό αναβολής της δίκης, ήταν εντελώς αόριστο, αφού δε συνδεόταν με παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών και ιδία συγκεκριμένης αποφάσεως που είχε κηρύξει τον κατηγορούμενο ή την εταιρεία σε πτώχευση, δεν ανέφερε ποίος ήταν ο διορισμένος σύνδικος και αποδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης αδιάθετης πτωχευτικής περιουσίας και των πιστωμάτων αυτής, για να συναχθεί αν υπάρχει διαθέσιμο προϊόν για το ΙΚΑ. Επομένως, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε ένα τέτοια αόριστο αίτημα αναβολής της δίκης, αλλά παρά ταύτα απέρριψε το άνω αίτημα αναβολής ως αβάσιμο, εκ περισσού, με το εξής επαρκώς αιτιολογημένο σκεπτικό: " Επειδή από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία το δικαστήριο δύναται να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί της αθωότητας ή μη του κατηγορουμένου για την ως άνω αξιόποινη πράξη , για την οποία και κατηγορείται και κρίνει ότι δε χρειάζονται νέες αποδείξεις για την ανακάλυψη της αλήθειας". Άρα, ο σχετικός πέμπτος (β σκέλος) λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 470 εδ. α του ΚΠοινΔ, επί ενδίκου μέσου που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν με την απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου τα ευεργετήματα που του δόθηκαν με την πρωτόδικη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορούμενου με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, που επέρχεται κυρίως όταν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη από τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της πρωτόδικης αποφάσεως που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου της εκδιδόμενης επί του ενδίκου μέσου αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Η παράβαση της ανωτέρω απαγορεύσεως αποτελεί υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. (ΑΠ 316/2007). Τέτοια χειροτέρευση της θέσεως του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της εφέσεως κατηγορουμένου επέρχεται, και όταν μεταβάλλεται ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, κατά τρόπο όμως που ασκεί επιρροή στην ταυτότητα ή την παραγραφή της, μέχρι της αμετακλήτου εκδικάσεως της υποθέσεως ή όταν επέρχεται μεταβολή της κατηγορίας, η οποία υφίσταται όταν τα συνιστώντα την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικά περιστατικά, διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνα τα οποία δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.(ΑΠ 1708/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της πρωτόδικης με αριθ. 28725/8-6-2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για τις πράξεις της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ, οι οποίες πράξεις τελέστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2002 έως το μήνα Ιανουάριο του έτους 2003 και αφορούσαν χρόνο απασχολήσεως των μισθωτών κατά τη χρονική περίοδο από Ιανουαρίου 2002 έως Νοέμβριο του
- Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε μετά από έφεση του καταδικασθέντος κατηγορουμένου, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για τις ίδιες αξιόποινες πράξεις που τελέστηκαν από 1-2-2002 έως 2-1-2003 και αφορούσαν επίσης χρόνο απασχολήσεως των μισθωτών, κατά τη χρονική περίοδο από Ιανουαρίου 2002 έως Νοέμβριο του
- Από τη σύγκριση του διατακτικού των άνω δύο αποφάσεων, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, καταδικάστηκε για τις ίδιες ακριβώς αξιόποινες πράξεις, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις, χωρίς να μεταβληθεί ο χρόνος της απασχολήσεως των μισθωτών και ο χρόνος τελέσεως των πράξεων αυτών και μάλιστα με επιμήκυνση κατά δέκα μήνες, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Η αναφορά μικρής διαφοράς, ως προς το χρόνο τελέσεως από 1-3-2002 έως Ιανουάριο 2003 στην πρωτόδικη απόφαση και από 1-2-2002 έως 3-1-2003 στην προσβαλλόμενη, συνιστά ακριβέστερο προσδιορισμό του χρόνου τελέσεως, που δεν επηρεάζει την ταυτότητα των πράξεων, ούτε την παραγραφή και δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας , ούτε χειροτέρευση της θέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου και τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεώς του, για υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-2-2008 αίτηση - δήλωση του ...., για αναίρεση της με αριθμό 15065/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι