Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 682 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Ακυρότητα σχετική. Περίληψη: Σωματική βλάβη από αμέλεια. ΠΟΠΔ. Η Αναίρεση του Εισαγγελέα Εφετών, παραδεκτή κατά τα άρθρα 504 παρ. 1, 505 παρ. 1 εδ. δ, 507 παρ. 1, 509, 473, 474 ΚΠΔ. Η κατ΄ άρθρο 170 παρ. 1, 173 παρ. 1α, 174 παρ. 1, 2α ΚΠΔ, σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω ακύρου επιδόσεως στον κατηγορούμενο, ως αγνώστου διαμονής, ενώ ήταν γνωστής, δεν καλύφθηκε κατ΄ άρθρο 174 παρ. 1 ΚΠΔ, από την εμφάνιση του συνηγόρου του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, απλώς ως αγγέλου και αιτήσαντος, κατ΄ άρθρο 349 παρ. 2 ΚΠΔ, χωρίς προβολή της ακυρότητας, την αναβολή της δίκης για σημαντικό αίτιο ασθενείας του απόντος κατηγορουμένου, η οποία και δόθηκε σε ρητή δικάσιμο, ότε και το Δικαστήριο κατ΄ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, θεωρήσανε την ακυρότητα, ως μη καλυφθείσα και δεχθέν την εκ νέου στη νέα δικάσιμο προβληθείσα ένσταση ακυρότητας του επιδοθέντος κλητηρίου θεσπίσματος και στη συνέχεια, λόγω μη αναστολής της παραγραφής και συμπληρωθείσας πενταετίας, έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη, δεν κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα, γιατί ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση του Εισαγγελέως Εφετών Κέρκυρας, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ (ΑΠ 73/2004, 1941/1999, Λ. Μαργαρίτη - Α. Ζαχαριάδη, Το Κλητ. Θέσπ., 1996 σελ. 201). Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 682/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας, περί αναιρέσεως της 1284/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας. Με κατηγορούμενο τον ...., κάτοικο ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τζαβέλα. Με συγκατηγορούμενο τον ...... Με πολιτικώς ενάγοντα τον ...... κάτοικο ......, για λογαριασμό της παθούσας ...... που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Κέρκυρας ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 6/24.7.2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Κέρκυρας Κασσιανής Βαρότση και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 737/
- Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 170 παρ.1, η ακυρότητα μιας πράξεως ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στο νόμο. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 170 παρ.1), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1,2, 170 παρ.1, 173 παρ.1, 174 παρ.2, 320 παρ.2, 321 παρ.4 του ΚΠοινΔ, μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή, ενώ η σχετική αυτή ακυρότητα επιδόσεως μπορεί να προταθεί από τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν δε ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο Δικαστήριο και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της δίκης, η ακυρότητα αυτή καλύπτεται και επιφέρει τις συνέπειες αναστολής της παραγραφής του διωκόμενου εγκλήματος, κατά το άρθρο 113 παρ.1,2,3 ΠΚ, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια επί πλημμελημάτων. Όμως αν είναι άκυρη η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και δεν επέρχεται η άνω αναστολή της παραγραφής. Κατά τις διατάξεις δε των άρθρων 339,340, 343 και 349 παρ.1,2 του ΚΠοινΔ, η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που καλείται και τη μη εναντίωσή του στην πρόοδο της δίκης. Όταν όμως αναβληθεί η συζήτηση σε ρητή δικάσιμο για σημαντικό αίτιο που αναγγέλθηκε στο Δικαστήριο, από το συνήγορο αυτού ή άλλο πρόσωπο (άγγελο), για λογαριασμό του απόντος κατηγορουμένου, η περί αναβολής απόφαση επέχει μεν θέση κλητεύσεως του κατηγορουμένου, αλλά η τυχόν ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν καλύπτεται κατά τα άρθρα 162 και 174 του ΚΠοινΔ, από την παρουσία και μόνον ως απλού αγγέλου, απεσταλμένου Δικηγόρου του απουσιάζοντος κατηγορουμένου, που αναγγέλλει απλώς την ασθένεια του κατηγορουμένου και υποβάλει αίτημα αναβολής για σημαντικά αίτια, η οποία αναβολή και δίδεται από το Δικαστήριο σε ρητή νέα δικάσιμο, διότι η δίκη αναβάλλεται χωρίς να έχει αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία και διότι η αντιπροσώπευση του απόντος κατηγορουμένου από άγγελο που ζητεί για λογαριασμό του αναβολή της δίκης, περιορίζεται κατά νόμο μόνο στην ενέργεια αυτή και δεν ισοδυναμεί με αυτοπρόσωπη παρουσία του κατηγορουμένου. (ΑΠ 73/2004,1941/1999). Η ακυρότητα δε της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, που δεν καλύπτεται κατά τα παραπάνω, δεν επιφέρει την έναρξη της κύριας διαδικασίας, ώστε να αρχίσει η αναστολή της παραγραφής και μπορεί να προβληθεί στην μετ' αναβολή δίκη. Εξάλλου, ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα για τον αναιρετικό έλεγχο, πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των προ αυτής με αριθ. 1572/2006 και 524/2007 αναβλητικών αποφάσεων του ιδίου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, προκύπτουν τα παρακάτω: Ο κατηγορούμενος ιατρός αναισθησιολόγος διώχθηκε ποινικά για σωματική βλάβη από αμέλεια χειρουργηθείσας ασθενούς, πράξη που φέρεται τελεσθείσα από αυτόν δια παραλείψεως στην Κέρκυρα στις 22-9-
- Με το από ...... αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα του Α.Τ. .... προκύπτει η επίδοση στον κατηγορούμενο, ως αγνώστου διαμονής, του ...... κλητηρίου θεσπίσματος, για την εμφάνισή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 27-10-
- Κατά την άνω δικάσιμο, δεν εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος, αλλά, ως άγγελος αυτού, ο Δικηγόρος Κέρκυρας Νικόλαος Μέσσας, ο οποίος, ενεργώντας για λογαριασμό του κατηγορουμένου, χωρίς να προτείνει οιαδήποτε ακυρότητα του επιδοθέντος στον κατηγορούμενο κλητηρίου θεσπίσματος και χωρίς να προβάλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης, δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι ασθενής, παρέδωσε σχετική ιατρική γνωμάτευση και ζήτησε αναβολή της δίκης για λογαριασμό του, λόγω σημαντικού αιτίου, το οποίο και έγινε δεκτό από το Δικαστήριο και με την 1572/27-10-2006 απόφαση, αναβλήθηκε η υπόθεση σε ρητή δικάσιμο για την 22-3-2007, της άνω αναβολής επέχουσας θέση κλητεύσεώς του. Κατά τη νέα ως άνω δικάσιμο, εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο κατηγορούμενος, διόρισε ως συνήγορό του τον παραπάνω Δικηγόρο Νικόλαο Μέσσα, ο οποίος, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, πρόβαλε, την ένσταση ακυρότητας της επιδόσεως του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος προς τον κατηγορούμενο, ως άγνωστης διαμονής, και την παραγραφή της πράξεως, λόγω παρόδου πενταετίας και μη αναστολής της παραγραφής, ως μη καλυφθείσας της άνω ακυρότητας. Το Δικαστήριο, με την με αριθ. 524/2007 απόφασή του, ανέβαλε τη συζήτηση της υποθέσεως, προκειμένου να προσκομισθούν νομιμοποιητικά της ασκηθείσας πολιτικής αγωγής έγγραφα, σε νέα ρητή δικάσιμο της 12-7-2007, χωρίς να απαντήσει στην άνω ένσταση ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος. Κατά τη νέα ως άνω δικάσιμο, που παρέστη και πάλιν ο κατηγορούμενος, διόρισε και πάλι συνήγορό του τον παρασταθέντα δικηγόρο Νικόλαο Μέσσα, ο οποίος από τα πρακτικά προκύπτει ότι επανυπέβαλεν, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, την ιδία ως άνω ένσταση ακυρότητας της επιδόσεως στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος και την λόγω μη αναστολής πλέον της πενταετούς παραγραφής του διωκομένου πλημμελήματος, την παραγραφή λόγω συμπληρώσεως της πενταετίας, ένσταση που κατέθεσεν εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο. Το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε την άνω ένσταση ακυρότητας της κατά την 19-9-2006 γενόμενης προς τον κατηγορούμενο επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, ως άγνωστης διαμονής, γιατί ήταν ο ενιστάμενος κατηγορούμενος γνωστής διαμονής, ότι η ακυρότητα αυτή δεν καλύφθηκε, κατά την αρχική δικάσιμο της 27-10-2006, ότε εμφανίστηκε, ως άγγελος μόνον του απουσιάζοντος κατηγορουμένου ο Δικηγόρος Νικόλαος Μέσσας και ζήτησε αναβολή για σημαντικά αίτια, αναβολή που δόθηκε σε ρητή δικάσιμο και στη συνέχεια (το Δικαστήριο), λόγω μη χωρησάσης πλέον αναστολής του χρόνου της παραγραφής από την ακολουθήσασα κύρια διαδικασία, έπαυσε κατ' άρθρο 370 εδ. β ΚΠοινΔ και 111 παρ.3, 112, 113 παρ. 2, 3 ΠΚ, την ασκηθείσα σε βαθμό πλημμελήματος ποινική δίωξη, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου, συνεπεία συμπληρώσεως, από του χρόνου τελέσεως της πράξεως (22-9-2001) μέχρι την αρχική δικάσιμο της 27-10-2006, της πενταετούς παραγραφής, με το παρακάτω αιτιολογικό: "Το άρθρο 273 ΚΠΔ ορίζει ότι: "
- α) Όταν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί ενώπιον του ανακριτή ή του εισαγγελέα, του πταισματοδίκη ή του ειρηνοδίκη που ενεργεί την προανάκριση ή των ανακριτικών υπαλλήλων που προβλέπουν τα άρθρα 33 και 34, αυτοί είναι υποχρεωμένοι να εξακριβώσουν τα στοιχεία της ταυτότητας του από το δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας ή από το διαβατήριο του, προσκαλώντας τον ταυτόχρονα να δηλώσει την τωρινή διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του (πόλη, χωριό, συνοικία, οδό, αριθμό). Τα στοιχεία αυτά καταχωρίζονται στην έκθεση της απολογίας... γ) Ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστή, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν την επίδοση... Αν ο κατηγορούμενος δήλωσε διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής που είναι ανύπαρκτη ή ελλιπής ή αρνήθηκε να δηλώσει τα πιο πάνω στοιχεία, οι επιδόσεις γίνονται στο γραμματέα της εισαγγελίας πλημμελειοδικών όπου ασκήθηκε η ποινική δίωξη ή στον εισαγγελέα του δικαστηρίου όπου εκκρεμεί η υπόθεση. Αν έχει διοριστεί αντίκλητος, οι επιδόσεις γίνονται στο γραμματέα της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών, όπου ασκήθηκε η ποινική δίωξη ή στον Εισαγγελέα όπου εκκρεμεί η υπόθεση. Η τήρηση της υποχρεώσεως αυτής επιβάλλεται και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος, είχε προβεί, κατά την προδικασία, στον ανακριτή ή στον εισαγγελέα ή στον πταισματοδίκη ή σε άλλον γενικό ή ειδικό ανακριτικό υπάλληλο που ενεργεί την προανάκριση, σε δήλωση της διεύθυνσης της κατοικίας του ή της διαμονής του, η δηλωθείσα αυτή διεύθυνση, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρείται ως η γνωστή διεύθυνση του και ωσότου η απόφαση γίνει αμετάκλητη, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο στην διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του, που δηλώθηκε αρχικά, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε νομίμως δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση, που πρέπει να γίνεται μόνον εγγράφως στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί κατά τον χρόνο της δηλώσεως η δικογραφία, με σύνταξη εκθέσεως παραδόσεως και με την τήρηση των άλλων διατυπώσεων που ορίζονται. Έτσι, αν αυτός απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του, έστω και αν η διαμονή του πραγματικά είναι άγνωστη, λόγω της ως άνω πλασματικής γνωστής διεύθυνσης της κατοικίας του (αρθρ. 273 παρ. 1 ΚΠΔ) δεν μπορεί να γίνει επίδοση κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 ΚΠΔ, που εφαρμόζονται σε πρόσωπα αγνώστου διαμονής, αλλά θα τηρηθούν για την επίδοση αυτή οι διατυπώσεις του άρθρου 155 του ίδιου Κώδικα για επίδοση σε πρόσωπο με γνωστή διαμονή (ΑΠ 393/2004 ΠοινΧρον 2005.131, βλ. και ΑΠ 2002/2006 ΠοινΔικ
- 519 περιλ.). ΙΙ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 174 § 2 ΚΠΔ "Η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου και του αστικώς υπευθύνου και του καταλόγου των μαρτύρων, η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης τους και της πολιτικής αγωγής, καθώς και η ακυρότητα που αναφέρεται στο άρθρο 166 παρ. 3 καλύπτονται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της". Με την παραπάνω διάταξη εισάγεται ουσιαστικά τεκμήριο σιωπηρής αποδοχής των ακυροτήτων που αναφέρονται ειδικά σε αυτή. Από τη διάταξη αυτή συνάγονται τα ακόλουθα: α) Οποιαδήποτε από τις ακυρότητες αυτές καλύπτεται μόνο σε περίπτωση που εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της. β) Μια τέτοια ακυρότητα δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 173 § 1 ΚΠΔ, εάν αυτός που κλητεύθηκε δεν εμφανίστηκε καθόλου στο ακροατήριο, γ) Επίσης δεν επέρχεται κάλυψη της ακυρότητας αυτής, όταν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και προβάλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της (βλ. Λ. Μαργαρίτης, "Κλητήριο θέσπισμα: Τρόπος προβολής της ακυρότητας του και απόδειξη αυτής (άρθρο 321 ΚΠΔ)", ΠοινΔικ
- 744). Οι αντιρρήσεις αυτές πρέπει να προβληθούν μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας (ΑΠ 282/2006 καταχ. σε ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 797/2001 ΠοινΔικ
- 983, ΑΠ 730/1999 ΠοινΔικ
- 975, ΑΠ 127/1998 ΠοινΔικ 1998.395, Α. Κονταξής, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, τ. Β', 2006, σ. 2070, Π. Μπρακουμάτσος, "Η δικονομική ακυρότητα και τα στάδια ίασης αυτής", ΠοινΔικ
- 735, Α. Μαργαρίτης, ό.π. 744, Α. Παπαδαμάκης, Ποινική Δικονομία, 2002, σ. 214). Η παραπάνω άποψη προκρίνεται ως ορθότερη από την άποψη εκείνη που υποστηρίζει ότι το χρονικό σημείο προβολής των κατ' άρθρο 174 § 2 ΚΠΔ αντιρρήσεων είναι η έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, η οποία έναρξη συμπίπτει με την απαγγελία της κατηγορίας (ή την ανάπτυξη της έφεσης), και όχι μέχρι την εξέταση του πρώτου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 487/2006 καταχ. σε ΝΟΜΟΣ [σημειωτέον ότι στην ελάσσονα σκέψη της γίνεται αναφορά σε κάλυψη της ακυρότητας διότι "δεν προτάθηκε παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας κατά τα ως άνω"], ΑΠ 972/2003 ΠοινΔικ
- 1080, ΑΠ 103/2003 ΠραξΛογΠΔ 2003.8, ΑΠ 1402/1998 ΠοινΧρον
- 741, Ν. Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 1994, σ. 338), διότι, σε περίπτωση που οι αντιρρήσεις έπρεπε να προβληθούν μέχρι την απαγγελία της κατηγορίας, δεν θα διασφαλιζόταν η αντίκρουση τους από την πλευρά του παθόντος - πολιτικώς ενάγοντος. Καθώς, δηλαδή, η συνοπτική απαγγελία της κατηγορίας προτάσσεται της ανάγνωσης του καταλόγου των μαρτύρων και της συνήθως ταυτόχρονης με την ανάγνωση αυτή δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής, αν οι παραπάνω αντιρρήσεις έπρεπε να προβληθούν πριν από την ανάγνωση του καταλόγου των μαρτύρων, τότε το συνήθως συμβαίνον θα ήταν ο πολιτικώς ενάγων να μην μπορεί να αντιλέξει σε μία ακυρότητα που θα προέβαλε ο κατηγορούμενος αμέσως με την εκφώνηση του ονόματος του, δεδομένου ότι θα ήταν δικονομικώς άτοπο το δικαστήριο να επιφυλαχθεί για την κρίση επί μίας ακυρότητας που προβλήθηκε σε αυτό το χρονικό σημείο, ενόψει του ενδεχόμενου μεταγενέστερης (έστω και ελάχιστα χρονικά) δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής με την εκφώνηση του καταλόγου των μαρτύρων, αναμένοντας την τοποθέτηση του πολιτικώς ενάγοντος επί του ισχυρισμού του αντιδίκου του κατηγορουμένου. Προκειμένου, λοιπόν, να διασφαλιστεί η κατά νόμο ισηγορία των διαδίκων, προέχοντος κατηγορουμένου και πολιτικώς ενάγοντος, στην ποινική δίκη, είναι δικονομικώς αναγκαίο να μπορούν να προβληθούν οι κατ' άρθρο 174 § 2 ΚΠΔ αντιρρήσεις μέχρι την έναρξη εξέτασης του πρώτου αποδεικτικού μέσου. Μόνο έτσι είναι δυνατόν να τηρηθεί η δικονομική τάξη που επιτάσσει να προτάσσεται η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, να εξετάζεται ο όποιος τυχόν ισχυρισμός για αποβολή της και έπειτα να προβάλλεται π.χ. μια αντίρρηση για την εγκυρότητα κλήτευσης του κατηγορουμένου, επί της οποίας είναι προφανές ότι ο πολιτικώς ενάγων έχει έννομο συμφέρον αντίκρουσης, λαμβανομένου υπόψη ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 68 ΚΠΔ επιτρέπεται η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και έτσι, εν τοις πράγμασι, συνήθως δεν τηρείται η διάταξη του άρθρου 343 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι προηγείται η νομιμοποίηση των διαδίκων και έπεται η συνοπτική απαγγελία της κατηγορίας. Σε περίπτωση δε που μία από τις ακυρότητες του άρθρου 174 § 2 ΚΠΔ προβάλλεται για πρώτη φορά σε μετ' αναβολή δίκη, γίνεται δεκτό ότι εάν η αναβολή είχε αποφασιστεί για κρείσσονες αποδείξεις (ΚΠΔ 352 § 3 ως ισχύει) η ακυρότητα έχει καλυφθεί και δεν μπορεί να προταθεί, αφού δεν προβλήθηκε μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ενώ εάν η αναβολή είχε δοθεί για οποιονδήποτε άλλο λόγο (είτε δηλαδή λόγω ύπαρξης σημαντικών αιτίων, κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, είτε λόγω απουσίας ουσιωδών μαρτύρων 352 § 1 ΚΠΔ), χωρίς να έχει αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, η ακυρότητα δεν έχει καλυφθεί και μπορεί να προταθεί στη μετ' αναβολή δίκη, προτού ξεκινήσει η αποδεικτική διαδικασία (Λ. Μαργαρίτης, ό.π., 745). Μάλιστα, μια τέτοια ακυρότητα, ιδίως αναγόμενη στην κλήτευση του κατηγορουμένου, δεν καλύπτεται κατά τα άρθρα 162 και 174 ΚΠΔ από την παρουσία απλού αγγέλου του κατηγορουμένου που υποβάλει αίτημα αναβολής, αφού από μόνο το γεγονός αυτό δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλήθηκε νόμιμα για τη συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 73/2004 ΕλλΔνη
- 1558, ΑΠ 1941/1999 ΠοινΧρον
- 824 - πρβλ. ΑΠ 949/1997 ΝοΒ
- 395, που, κρίνοντας επί απορρίψεως εφέσεως ως ανυποστήρικτης, δέχτηκε ότι είχε καλυφθεί η ακυρότητα κλήσης του εκκαλούντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με την εμφάνιση του αντικλήτου του δικηγόρου και εξ αυτού υποβολή αιτήματος αναβολής συζήτησης της υπόθεσης χωρίς την προβολή ακυρότητας της κλήσης ή αντιρρήσεων για την πρόοδο της δίκης). ΙΙΙ. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 17, 111 § 3, 112 και 113 §§ 2 και 3 ΠΚ, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, ενώ αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να υπάρξει αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία
(3)έτη. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 § 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 511 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξης, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 605/2005 ΠοινΛογ
- 544). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με την οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο τελευταίο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης, αν όμως η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 201/2004 ΠοινΛογ
- 262, ΑΠ 73/2004 ό.π., ΑΠ 1900/2003 ΠοινΛογ
- 2104, ΑΠ 268/2003 ΠοινΛογ
- 256). Στην προκείμενη περίπτωση, ο δεύτερος κατηγορούμενος διώκεται για την αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια (κατ' άρθρο 314 § 1 εδ. α' ΠΚ), που φέρεται ότι τελέστηκε στις 22-9-
- Από το από ...... αποδεικτικό επίδοσης του Αστ/κα ...... του αρμοδίου Α.Τ. ...... που υπάρχω, στη δικογραφία, προκύπτει ότι η επίδοση του με στοιχεία ...... κλητηρίου θεσπίσματος για την εμφάνιση του προαναφερόμενου κατηγορούμενου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 27-10-2006 έγινε προς αυτόν ως κατηγορούμενο με άγνωστη διαμονή, αφού προηγουμένως είχε αναζητηθεί στην .... στην περιοχή ...... (η αναφορά στο παραπάνω αποδεικτικό σε επίδοση στην "...." σε "οδό ....." αποδίδεται σε πρόδηλη μη αντικατάσταση του έντυπου όρου "οδό" από τον ορθό όρο "περιοχή"), και ενώ αυτός κατά την από 12-9-2006 εξέταση του ως κατηγορούμενος ενώπιον της Ειρηνοδίκου Κέρκυρας Έλενας Μόσχου, που ενεργούσε προανάκριση, είχε δηλώσει ότι κατοικεί στην ..... και έχει αριθμό τηλεφώνου ......, χωρίς να διορίσει κάποιον αντίκλητο και χωρίς να αναφέρεται ότι έχει παρασταθεί σε αυτήν κάποιος δικηγόρος ως συνήγορος του (στην προηγούμενη από 30-6-2002 ανωμοτί εξέταση του ως μηνυόμενος ενώπιον της Πταισματοδίκου Κέρκυρας Αγγελικής Μαζωνάκη ο ίδιος είχε δηλώσει ότι κατοικεί στην .....στην "οδό" (ορθότερα θέση) ".....", χωρίς και πάλι να δηλώνεται κάποιος αντίκλητος). Κατά την αρχική δικάσιμο της 27-10-2006 δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού ο παραπάνω κατηγορούμενος (όπως δεν εμφανίστηκε και κανένας από τους μάρτυρες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο), αλλά ο Δικηγόρος Κέρκυρας Νικόλαος Μέσσας ο οποίος ενεργώντας ως άγγελος του δήλωσε ότι αυτός (δεύτερος κατηγορούμενος) είναι ασθενής, προσκομίζοντας σχετικά την από 25-10-2006 ιατρική βεβαίωση του ιατρού ...., και υπέβαλε αίτημα αναβολής για λογαριασμού του, το οποίο έγινε δεκτό και ορίστηκε ρητά ως δικάσιμος η 22-3-2007 (βλ. το υπηρεσιακό φωτοαντίγραφο της υπ' αριθ. 1572/27-10-2006 αναβλητικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού που υπάρχει στη δικογραφία). Κατά τη δικάσιμο της 22-3-2007 εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου ο δεύτερος κατηγορούμενος, διορίζοντας ως συνήγορο υπεράσπισης του όπως και στην παρούσα δικάσιμο το Δικηγόρο Κέρκυρας Νικόλαο Μέσσα, ο οποίος Δικηγόρος, όταν έλαβε το λόγο επί του αιτήματος αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης προκειμένου να προσκομιστούν συμπληρωματικά έγγραφα για τη νομιμοποίηση της πολιτικής αγωγής, υπέβαλε τις αυτές ως άνω "ενστάσεις" του περί ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και περί παραγραφής του αξιοποίνου, οι οποίες δεν εξετάστηκαν από το Δικαστήριο, καθώς κρίθηκε ότι, λαμβανομένου υπόψη του θεσμικού ρόλου του πολιτικώς ενάγοντος, για την τήρηση της δικονομικής τάξης έπρεπε να προταχθεί η εξέταση της νομιμότητας παράστασης της πολιτικής αγωγής (στην οποία αποσκοπούσε η αναβολή που είχε ζητηθεί) και να ακολουθήσει η κρίση επί των παραπάνω ισχυρισμών του κατηγορουμένου, και η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε ρητά για τη σημερινή δικάσιμο της 12-7-2007, προκειμένου να προσκομιστούν έγγραφα για τη νομιμοποίηση στην εκπροσώπηση της παθούσας από το σύζυγο της (βλ. το υπηρεσιακό φωτοαντίγραφο της υπ' αριθ. 524/22-3-2007 αναβλητικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού που υπάρχει στη δικογραφία). Ήδη, κατά τη σημερινή δικάσιμο και πριν την εξέταση του οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, ο δεύτερος κατηγορούμενος επανέφερε τον παραπάνω ισχυρισμό περί ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και περί παραγραφής του αξιοποίνου της πλημμεληματικής πράξης που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα εκτέθηκαν υπό στοιχεία Ι - ΙΙΙ ανωτέρω, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να γίνει δεκτός, καθόσον προτάθηκε εμπρόθεσμα πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, και, όπως αποδεικνύεται από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, αυτός εξεταζόμενος ως κατηγορούμενος ενώπιον της Ειρηνοδίκου Κέρκυρας στις 12-9-2006 δήλωσε κάτοικος ....., οπότε η γενόμενη στις 19-9-2006 επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος και η κλήτευση του στο ακροατήριο ως κατηγορούμενου με άγνωστη διαμονή για την αρχική δικάσιμο της 27-10-2006 ήταν άκυρη, διότι έπρεπε να τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 155 ΚΠΔ και να κλητευθεί ως κατηγορούμενος με γνωστή διαμονή (δεδομένου ότι είναι σύνηθες να μην υπάρχουν οδοί σε περιαστικές περιοχές επαρχιακών πόλεων, όπως η ......, οπότε ο κάτοικος αυτών αναζητείται με βάση τα στοιχεία ταυτότητας του, ακριβώς ενόψει της μικρής έκτασης της περιοχής κατοικίας του, και την επαγγελματική του ιδιότητα, ιδίως μάλιστα όταν αυτή είναι περίοπτη, όπως του ιατρού σε μία μικρή τοπική κοινωνία, αλλά και τον αριθμό τηλεφώνου του, προς διευκόλυνση εντοπισμού της οικίας του), ή σε κάθε περίπτωση, αν κατά τη διαδικασία της επίδοσης κρινόταν ότι τα στοιχεία προσδιορισμού της κατοικίας ήταν ανεπαρκή έπρεπε να τηρηθεί η σχετική διαδικασία του άρθρου 273 ΚΠΔ, με επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον αρμόδιο γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κέρκυρας. Μάλιστα, η ακυρότητα αυτή δεν έχει καλυφθεί, αφού κατά την αρχική δικάσιμο της 27-10-2006 δεν είχε ξεκινήσει η αποδεικτική διαδικασία όταν ζητήθηκε η αναβολή της υπόθεσης για λογαριασμό του παραπάνω κατηγορουμένου από πρόσωπο που ενεργούσε υπό την ιδιότητα του αγγέλου, όπως έγινε δεκτό από την υπ' αριθ. 1572/27-10-2006 αναβλητική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, και όχι του αντικλήτου, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτή η μη προκρινόμενη εκδοχή ότι η ακυρότητα αυτή καλύπτεται όταν αίτημα αναβολής υποβάλλεται από αντίκλητο του κατηγορουμένου (για τα αμέσως προαναφερόμενα βλ. ιδίως υπό στοιχείο ΙΙ ανωτέρω).Επομένως λόγω της ακυρότητας αυτής, η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος και η δι' αυτού κλήσητου δευτέρου κατηγορουμένου στο ακροατήριο, δεν επέφεραν την έναρξη της κύριας διαδικασίας, ώστε να αρχίσει η αναστολή της παραγραφής για την πιο πάνω πλημμεληματική πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, η οποία υπέπεσε στην πενταετή παραγραφή, αφού από το φερόμενο χρόνο τέλεσης της στις 22-9-2001 συμπληρώθηκε πενταετία στις 22-9-2006, χωρίς να λάβει χώρα η έναρξη της κύριας διαδικασίας, και συνακόλουθα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 370 εδ. β' ΚΠΔ, το Δικαστήριο αυτό, πρέπει να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος του παραπάνω κατηγορουμένου για την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, λόγω παραγραφής. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η κρίση περί παραγραφής δεναναιρείται από το γεγονός ότι κατά τη δικάσιμο της 27-10-2006, μετά από αίτημα αναβολής που υποβλήθηκε για λογαριασμό του συγκεκριμένου απόντος κατηγορουμένου, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε ρητά για τη δικάσιμο της 22-3-2007 και η απόφαση αυτή, κατ' άρθρο 349 § 2 ΚΠΔ, επέχει θέση νόμιμης κλήτευσης του εν λόγω κατηγορουμένου, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά την ημέρα της δικασίμου εκείνης (27-10-2006) είχε ήδη συμπληρωθεί ο κατ' άρθρο 113 § 3 χρόνος της πενταετούς παραγραφής του αποδιδόμενου πλημμελήματος (η παραγραφή είχε επέλθει στις 22-9-2006)" Κατ'ακολουθίαν τούτων, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας, που δίκασε ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και με την προσβαλλόμενη με αριθ. 1284/2007 απόφασή του, δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι με την παρουσία του Δικηγόρου Νικολάου Μέσσα κατά τη δικάσιμο της 27-10-2006, ως απλού αγγέλου του απουσιάζοντος κατηγορουμένου, αιτήσαντος μόνον αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, αναβολή η οποία και δόθηκε για τη ρητή δικάσιμο της 22-3-2007, δεν καλύφθηκε η υπάρχουσα ακυρότητα της γενομένης την 19-9-2006 επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, ως άγνωστης διαμονής, στον κατηγορούμενο και στη συνέχεια ότι δεν επήλθε αναστολή ενάρξεως της κύριας διαδικασίας και αναστολή της παραγραφής, και λόγω αυτού, ότι συμπληρώθηκε από του χρόνου τελέσεως του εν λόγω πλημμελήματος (22-9-2001) μέχρι την αρχική δικάσιμο της 27-10-2006, χωρίς να λάβει χώρα η έναρξη της κύριας διαδικασίας, πενταετία και έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου, συνεπεία παραγραφής, ορθά τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, ώστε να στερήσει την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του άνω Εισαγγελέα ως αβάσιμη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμό εκθέσεως 6/24-7-2007 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας για αναίρεση της με αριθ. 1284/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τον κατηγορούμενο ..... Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ