Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 686 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Απόρριψη ως απαραδέκτου αναιρέσεως κατηγορουμένου κατά αποφάσεως με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση υπόθεσης, που έπρεπε κατά νόμο να τεθεί στο αρχείο από τον αρμόδιο εισαγγελέα, λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του ν. 3346/06 (παραγραφή ποινής υφόρον). Η απόφαση δεν είναι «οριστική» και συνακόλουθα δεν συγχωρείται η άσκηση αναιρέσεως. Ο αποκλεισμός του δικαιώματος της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, κατά της πιο πάνω αποφάσεως δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και στα άρθρα 6 της ΕΣΔΑ, 14 παρ. 5 Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και 2 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Απορρίπτει. Αριθμός 686/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, για αναίρεση της 2816/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Οκτωβρίου 2007, αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1905/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει επ'αυτού συμβούλιο ή δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως, που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370). Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκεινται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, οι ανέκκλητες αποφάσεις των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, από δε τις αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, όσες είναι οριστικές με την έννοια ότι το δικαστήριο αποφαίνεται τελειωτικά: για την αθώωση, την καταδίκη, την οριστική παύση της ποινικής δίωξης και την κήρυξή της ως απαράδεκτης. Άλλες αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, δεν είναι δυνατόν να εξομοιωθούν με τις παραπάνω και να είναι δυνατή και η κατ' αυτών άσκηση αναίρεσης, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 463 ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα". Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1 και 2 του Ν. 3346/2005, 2 και 114 Π.Κ. και 568 ΚΠΔ, προκύπτει ότι οι επιβληθείσες μέχρι την 17-6-2005 ποινές έως έξι μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν μέχρι την ως άνω ημεροχρονολογία εκτιθεί παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο, ότι ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δέκα οκτώ μήνες από 17-6-2005 σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, ενώ οι μη εκτελεσθείσες κατά την παρ. 1 του άρθρου 32 του Ν. 3346/2005 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου κατά περίπτωση. Η κατ' έφεση δε εκδοθείσα απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση υποθέσεως, που έπρεπε να τεθεί στο αρχείο με διάταξη του αρμοδίου εισαγγελέα, λόγω συνδρομής των πιο πάνω προϋποθέσεων του Ν.3346/05, δεν είναι "οριστική" με την προαναφερθείσα έννοια, και, συνακόλουθα, δεν συγχωρείται η άσκηση αναιρέσεως εναντίον της. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στρέφεται κατά της 2816/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 18910/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε αυτός καταδικασθεί, με τριετή αναστολή, σε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών για κλοπή, ποινή η οποία δεν είχε εκτιθεί μέχρι 17/6/2005 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 3346/05). Το Τριμελές Εφετείο κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως, διότι έκρινε ότι δεν ήταν επιτρεπτή η συζήτησή της, αφού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 32 του ν. 3346/
- για την υφόρον παραγραφή της ποινής και η υπόθεση έπρεπε να τεθεί στο αρχείο, (όπως και τέθηκε) με πράξη του αρμοδίου εισαγγελέα. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αναίρεση αυτή είναι απαράδεκτη (476 παρ. 1 ΚΠΔ), αφού ασκήθηκε εναντίον απόφασης για την οποία δεν προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου. Τούτο δε, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποφάνθηκε τελειωτικά για την αθώωση, την καταδίκη, την οριστική παύση της ποινικής δίωξης και την κήρυξή της ως απαράδεκτης, αλλά η έφεση που ασκήθηκε κατά της 18910/2004 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης δεν συζητήθηκε, και η σχετική απόφαση έχει αρχειοθετηθεί, λόγω παραγραφής υπό όρον, σύμφωνα με το άρθρο 32 ν. 3346/2005, και μπορεί να ενεργοποιηθεί εκ νέου, αν συντρέξουν οι προϋποθέσεις που καθορίζονται με την τελευταία αυτή διάταξη. Ο αποκλεισμός δε του δικαιώματος της ασκήσεως από τον κατηγορούμενο του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως δεν αντίκειται σε συνταγματικές διατάξεις, όπως εκείνες των άρθρων 4 παρ.1, 5 παρ.1 8 παρ.1, 20 παρ, 1, 25 παρ.1 και 28 παρ.1 του Συντάγματος, ή άλλες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεως, όπως εκείνες του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), 14 παρ. 5 Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα και 2 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν.1705/1987), δεδομένου η καθιέρωση ενδίκων μέσων και δη κατά αποφάσεων των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, που δεν είναι οριστικές με την πιο πάνω έννοια, δεν υπαγορεύεται από τις διατάξεις αυτές. Ειδικότερα, το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, δεν καθιερώνει παραλλήλως υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για θέσπιση και ενδίκων μέσων υπέρ του κατηγορουμένου, ενώ οι διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 5 Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα και 2 παρ.1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, θεσπίζουν το δικαίωμα κάθε προσώπου, που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε ένοχος, ή της απόφασης με την οποία του επιβλήθηκε ποινή, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου και δεν παρέχουν το δικαίωμα της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά αποφάσεως που δεν είναι οριστική, κατά την έννοια του νόμου, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Μετά από αυτά, και την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 52/31-10-2007 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του χ1, κατά της 2816/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ