Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 686 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. Περίληψη: Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης από κοινού και μεμονωμένα. Άρθρ 220 παρ. 1 ΠΚ. Έννοια (ΑΠ 887/2008, 1989, 2372/2007). Αβάσιμοι κατ΄ ουσία οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 686/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νάστο, περί αναιρέσεως της 1543/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με συγκατηγορούμενο τον ...... Με πολιτικώς ενάγοντα τον ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Μανιατόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 23/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση, για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα, κατά τις διατάξεις, για την ηθική αυτουργία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν η, με εξαπάτηση του δημόσιου υπαλλήλου, με οποιαδήποτε, δηλαδή, απατηλή ενέργεια του δράστη, εξαιτίας της οποίας παρασύρεται ο υπάλληλος από ευπιστία ή και αμέλειά του, σε βεβαίωση ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη θέληση να προκαλέσει ο δράστης με οποιοδήποτε απατηλό μέσο την ψευδή βεβαίωση, και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο, δηλαδή να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως. Ενώ δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, για το άρθρο 13γ του ΠΚ που δεν προσδιορίζει την έννοιά του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από τον καθύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή από πρόσωπο που ασκεί δημόσια λειτουργία και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη για όλους κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό, ότι έγινε από το πρόσωπο που συνέταξε ως άνω το έγγραφο ή ότι έγινε ενώπιόν του. Δεν τελείται δε η πράξη αυτή, αν ο υπάλληλος απλώς καταχωρεί τη δήλωση του εμφανισθέντος, χωρίς να βεβαιώνει κάτι επί πλέον τούτου διαπιστωτικά περί της αληθείας, όπως όταν ο συμβολαιογράφος στηρίχτηκε απλώς στη δηλωθείσα βούληση των εμφανισθέντων ενώπιόν του να συνάψουν κάποια δικαιοπραξία. Ο δόλος συνίσταται στη γνώση του δράστη ότι το βεβαιούμενο περιστατικό είναι αναληθές και μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, είτε για τον εαυτό του είτε για τρίτο και ότι η βεβαίωση αυτή γίνεται σε δημόσιο έγγραφο, ως και να υπάρχει πρόθεση εξαπατήσεως του υπαλλήλου, γιατί αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 242 του ΠΚ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 1543/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, καταδικάσθηκε ο εκπροσωπηθείς δια συνηγόρου αναιρεσείων - κατηγορούμενος, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της από κοινού με άλλον υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, τα εξής: "Από την όλη αποδεικτική διαδικασία, δηλαδή την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, την ανάγνωση των εγγράφων και τη συζήτηση γενικά, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Ο εγκαλών ....., ο οποίος είναι αρχιτέκτονας, συνεργαζόταν επί σειρά ετών με τον κατηγορούμενο...... και το αδελφό αυτού ....., οι οποίοι είχαν επιχείρηση γυμναστηρίων και του ανέθεταν την εκπόνηση αρχιτεκτονικών μελετών και την επίβλεψη της εκτέλεσης αυτών. Στις 14-2-2001 ο κατηγορούμενος με τον αδερφό του...... με την με αριθμό ...... πράξη σύστασης ανώνυμης εταιρείας και καταστατικό αυτής του συμβολαιογράφου Βόλου Αθανασίου Δραγογιάννη συνέστησαν ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥ ΠΛΑΘΕΙΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΑΘΗΛΗΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ". Στο άρθρο 49 του ανωτέρω καταστατικού συμπεριέλαβαν στη σύνθεση του πρώτου Τριμελούς Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω ανώνυμης εταιρείας τον εγκαλούντα εν αγνοία του και χωρίς την προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του. Το έπραξαν δε αυτό προκειμένου να εγκριθεί η σύσταση της ως άνω Α.Ε. με τα τρία μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και κατόπιν προσκόμισαν την άνω συμβολαιογραφική πράξη ενώπιον των υπαλλήλων του Τήματος Εμπορίου της Ν.Α. Μαγνησίας. Με αυτόν τον τρόπο κατόρθωσαν να βεβαιωθεί στις ...... σε δημόσιο έγγραφο και δη στο τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών η σύσταση της εν λόγω εταιρείας με μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της τον κατηγορούμενο, τον ...... και τον ως άνω εγκαλούντα, γεγονός που ήταν αναληθές και μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες τη λειτουργία της Α.Ε. χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του εγκαλούντα, τις καταθέσεις των μαρτύρων καθώς και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της υφαρπαγής ψευδούς δηλώσεως από κοινού". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 45, 220 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφαση νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται ότι από κοινού ο κατηγορούμενος με τον συγκατηγορούμενο αδελφό του πέτυχαν, με εξαπάτηση, να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο και δη, όχι στη Συμβολαιογραφική πράξη ..... του συμβολαιογράφου Βόλου Αθανάσιου Δραγογιάννη περί συστάσεως της ανώνυμης εταιρείας, που σημειωτέον δεν εμφανίστηκε ο εγκαλών, αλλά στο τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών/ ΦΕΚ 2082/9-4-2001, η σύσταση της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας με μέλη του πρώτου ΔΣ αυτής τους ιδίους, αδελφούς ...... και τον αγνοούντα κάθε συμμετοχή στη σύσταση, τον εγκαλούντα ....., συμπεριλαβόντες αυτόν εν αγνοία του και στο καταστατικό, στη σύνθεση του τριμελούς ΔΣ, προσκομίσαντες στο Τμήμα Εμπορίου Νομαρχίας Μαγνησίας και δημοσιεύσαντες την άνω πράξη συστάσεως στο άνω ΦΕΚ/ Τεύχος ΑΕ, και ότι το βεβαιωθέν αυτό γεγονός ήταν αναληθές και μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες από την τυπική ως άνω δημοσίευση και τη λειτουργία της εταιρείας αυτής, χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις, σε βάρος του εγκαλούντος. Επίσης αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος του κατηγορουμένου, εξαπατήσαντος, κατά τις παραδοχές, μαζί με τον συνέταιρο αδελφό του τους αρμόδιους δημοσίους υπαλλήλους στη βεβαίωση στο άνω δημόσιο έγγραφο του ψευδούς ως άνω εν μέρει γεγονότος, ότι και οι τρεις συνέταιροι είναι σύμφωνοι και δήλωσαν τη βούλησή τους για σύσταση της εν λόγω με συμβολαιογραφική πράξη συσταθείσας δήθεν ανώνυμης εταιρείας. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τον παραπάνω λόγο, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απαράδεκτες. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από το αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως η κρινόμενη προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμ. 38/2-12-2008 αίτηση του ......, για αναίρεση της με αριθμ. 1543/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.