Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 691 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Απαράδεκτη αναίρεση. Ασκήθηκε αυτή κατά παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών μέσα στην προθεσμία άσκησης της έφεσης. Αριθμός 691/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του με αριθμό 375/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ2 και 2) Χ
- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Αυγούστου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1423/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 408/24.10.2007 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 375/2007 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου, για να δικαστεί ως υπαίτιος κακουργηματικής πλαστογραφίας και απάτης, τον Χ
- ΙΙ. Στις 3-8-2007 εμφανίστηκε στον αρμόδιο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών η Χρυσάνθη Τσιμπινού και δήλωσε ότι ως πληρεξουσία του κατηγορουμένου ασκεί αναίρεση κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και έτσι συντάχθηκε η 6/3-8-2007 έκθεση αναίρεσης (βλ. έκθεση). ΙΙΙ. Η παραπάνω αναίρεση είναι απαράδεκτη, για περισσότερους από ένα λόγους και συγκεκριμένα:α) Στρέφεται κατά βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που παραπέμπει για κακούργημα και ως εκ τούτου ήταν δυνατόν να προσβληθεί με έφεση από τον κατηγορούμενο. Για είχε αυτός το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση, έπρεπε να έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ (βλ. ΑΠ 1140/2004 Πράξη και Λόγος 2004, σελ. 395). Για να έχει αρχίσει η προθεσμία για την άσκηση έφεσης θα πρέπει να έχει επιδοθεί νομοτύπως το βούλευμα στον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη όμως περίπτωση από τα σχετικά αποδεικτικά που υπάρχουν στη δικογραφία, προκύπτει ότι δεν υπήρξε νόμιμη και έγκυρη επίδοση και ως εκ τούτου ποτέ δεν άρχισε να τρέχει η προθεσμία για την έφεση. Γιατί η προς τον αντίκλητο επίδοση είναι άκυρη, διότι ενώ στο σχετικό από 3-4-2007 αποδεικτικό αναφέρεται ότι το βούλευμα επιδόθηκε στον αντίκλητο του κατηγορουμένου Γεώργιο Κατσίβα, κάτω από την ένδειξη "αυτός που παρέλαβε" αναγράφεται το όνομα και υπάρχει η υπογραφή ατόμου με τα στοιχεία "Γ1", χωρίς από το αποδεικτικό να προκύπτει τί σχέση έχει αυτός με τον αντίκλητο δικηγόρο προς τον οποίο έπρεπε να γίνει η επίδοση (βλ. αποδεικτικό επίδοσης). Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση και δεδομένου ότι η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε πριν τη λήξη της προθεσμίας της έφεσης, αυτή είναι απαράδεκτη, διότι η άσκησή της είναι πρόωρη (ΑΠ 1140/2004, ΑΠ 235/2003). β) Και αν όμως γίνει δεκτό ότι υπήρξε νόμιμη και έγκυρη επίδοση, η αναίρεση είναι πάλι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη, γιατί ασκήθηκε στις 3-8-2007, ενώ η δεκαήμερη προθεσμία για την άσκησή της είχε αρχίσει μετά την παρέλευση δέκα
(10)ημερών από τις 12-4-2007 και συγκεκριμένα από τις 22-4-2007. Και είναι γεγονός ότι ο αναιρεσείων επικαλείται ως λόγο ανωτέρας βίας την κατάσταση της υγείας του, πλην όμως δεν προσκομίζει οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, προς απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού του (βλ. αίτηση αναίρεσης). ΙV. Πρέπει συνεπώς η αναίρεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ) και παράλληλα να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω Ι. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 6/3-8-2007 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ1, κατά του 375/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 26-9-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1, 476 παρ. 1, 478 παρ. 1 στοιχ. α' και 482 παρ. 1 στοιχ. Αα' του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά του βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών (εάν διαμένει στην ημεδαπή), η οποία αρχίζει από την επίδοση σε αυτόν του βουλεύματος και μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής της εφέσεως, δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά του βουλεύματος, μέσα σε προθεσμία επίσης δέκα ημερών, που αρχίζει από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας της εφέσεως. Αν δε η αναίρεση ασκηθεί πριν να εκπνεύσει η προθεσμία της εφέσεως, τότε ασκείται προώρως και πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 375/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτιος κακουργηματικής πλαστογραφίας και απάτης. Εναντίον του ως άνω βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση, με δήλωση στο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και συντάχθηκε η υπ' αρ. 6/3.8.2007 έκθεση αναίρεσης. Όμως, η αναίρεση αυτή, ασκήθηκε πρόωρα, γιατί, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, έπρεπε πρώτα να έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία των δέκα ημερών για την, κατά του ως άνω βουλεύματος, άσκηση της έφεσης, η οποία, όμως, δεν είχε αρχίσει να τρέχει, διότι δεν έγινε νομότυπη επίδοση του βουλεύματος προς τον αναιρεσείοντα. Η μη νομότυπη (άκυρη) επίδοση προκύπτει από το περιεχόμενο στη δικογραφία, από ........, αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ......., προς τον αντίκλητο δικηγόρο του κατηγορουμένου Γεώργιο Κατσίβα, επίδοση η οποία έγινε κατ' επιταγή της διάταξης του άρθρου 155 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. Στο αποδεικτικό αυτό, κάτω από την ένδειξη "αυτός που το παρέλαβε", αναγράφεται το όνομα και υπάρχει η υπογραφή ατόμου με τα στοιχεία "Γ1", χωρίς από το αποδεικτικό αυτό να προκύπτει η σχέση που έχει το αναφερόμενο άτομο με τον αντίκλητο δικηγόρο, προς τον οποίον έπρεπε να γίνει η επίδοση. Εφόσον, λοιπόν, δεν είχε αρχίσει να τρέχει η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, για τον προαναφερόμενο λόγο και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί και να καταδικαστεί συγχρόνως ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αρ. 6/3.8.2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του υπ' αρ'. 375/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου
- Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ