Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 696 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Έκδοση. Περίληψη: Έφεση εκζητουμένου κατά απόφασης Συμβουλίου Εφετών, με την οποία γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του στην Αυστραλία, υπηκόου της χώρας αυτής προκειμένου να δικαστεί για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας, παράβασης νομοθεσίας περί ναρκωτικών κλπ. Εφαρμογή Συνθήκης Εκδόσεως μεταξύ Ελλάδος και Αυστραλίας (ν. 1928/1991). Προϋποθέσεις εκδόσεως. Όσα ανάγονται στην βασιμότητα της αποδιδόμενης από τις αρχές της Αυστραλίας στον εκζητούμενο κατηγορίας, απαραδέκτως προβάλλονται, εφόσον δεν επι-τρέπεται στο καλούμενο μέρος, η εξέταση της τέλεσης ή όχι αυτών (πρβλ ΑΠ 1125/2006, ΑΠ 935/2002, ΑΠ 973/02, ΑΠ 1316/02 κ.α.). Δεκτή εν μέρει η έφεση για ορισμένες πράξεις, λόγω ελλείψεως του διπλού αξιοποίνου (συνομωσία για ναρκωτικά, εκτροπή δικαιοσύνης). Απορ-ρίπτει έφεση κατά τα λοιπά. Αριθμός 696/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 και 18 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος -εκζητουμένου Χ1, κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, που παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρο του Αλέξανδρο Λυκουρέζο και Ιωάννη Βλάχο κατά της υπ' αριθμ. 40/2007 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς του στην Αυστραλία. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 165/27.07.2007 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, Αικατερίνης Σωφρόνη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1370/
- Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου πλην των περιπτώσεων 8, 15, 17, 18, 19 για τις οποίες δεν υπάρχει περίπτωση διπλού αξιοποίνου, αφού δεν υπάρχει σχετική πρόβλεψη από τον Ελληνικό Ποινικό Νόμο. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του εκκαλούντος εκζητουμένου ισχυρίσθηκαν ότι εκκρεμεί αίτημα για την έκδοση αυτού στο Λίβανο, προκειμένου να δικασθεί για διακίνηση ναρκωτικών και υπέβαλαν το αίτημα να αναβληθεί η υπόθεση, προκειμένου να ολοκληρωθεί ο σχετικός φάκελος και υποβληθεί αρμοδίως, ώστε να καταστεί δυνατόν να εξετασθούν και οι δύο αιτήσεις εκδόσεως (Αυστραλίας και Λιβάνου), καθόσον ο εκζητούμενος επιθυμεί να εκδοθεί στο Λίβανο, όπου υπάρχει η νομική δυνατότητα να δικασθεί για όλα τα αδικήματα που του αποδίδονται. Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, διότι, όπως προέκυψε από τη διαδικασία, δεν εκκρεμεί ενώπιον των αρμοδίων Εισαγγελικών και Δικαστικών Αρχών αίτημα του Λιβάνου για την έκδοση του εκκαλούντος (ο σχετικός φάκελος έχει επιστραφεί), ανεξαρτήτως του ότι η τυχόν υποβολή της εν λόγω αιτήσεως εκδόσεως, δεν συνιστά λόγο αναβολής συζήτησης της παρούσας υπόθεσης. IΙ. Η κρινόμενη 165/27-7-2007 έφεση κατά της 40/2007 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στην Αυστραλία του εκζητουμένου - εκκαλούντος, Χ1, , ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ' ουσία (άρθρ. 451 παρ. 1 του ΚΠΔ). IIΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 436 ΚΠΔ, οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται, αν υπάρχει διεθνής σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Πολιτείας και του εκζητούντος κράτους, από τις διατάξεις της συμβάσεως αυτής και, συμπληρωματικώς, από τις διατάξεις των άρθρων 437 επ. του ίδιου Κώδικα, εφόσον αυτές δεν αντιτίθενται σ' εκείνες της συμβάσεως ή για ζητήματα για τα οποία δεν προβλέπει η σύμβαση. Τα κράτη της Ελλάδας και της Αυστραλίας έχουν υπογράψει και τα δύο και αποδεχθεί την "Συνθήκη Έκδοσης μεταξύ Ελλάδος και Αυστραλίας" (στο εξής Συνθήκη), που υπογράφηκε στην Αθήνα την στις 13η Απριλίου 1987 και κυρώθηκε από την Ελλάδα το έτος 1991 με το ν. Ν 1928/
- Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 και 2 της Συνθήκης, αδικήματα, για τα οποία χωρεί η έκδοση είναι εκείνα που, όπως και αν περιγράφονται, τιμωρούνται σύμφωνα με τη νομοθεσία και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών με στέρηση της ελευθερίας κατά ανώτατο όριο για έναν τουλάχιστον χρόνο ή με αυστηρότερη ποινή. Στις περιπτώσεις όπου η αίτηση έκδοσης αφορά πρόσωπο που έχει καταδικασθεί για τέτοιο αδίκημα και ζητείται για την έκτιση ποινής φυλάκισης ή άλλης στέρησης της ελευθερίας, η έκδοση θα χωρεί μόνο εφ` όσον υπολείπεται περίοδος τουλάχιστον τεσσάρων μηνών έκτισης τέτοιας ποινής. Για να προσδιοριστεί δε, αν ένα αδίκημα συνιστά παραβίαση της νομοθεσίας των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών: (α) δεν λαμβάνεται υπόψη αν η νομοθεσία των Συμβαλλόμενων Κρατών κατατάσσει τις πράξεις ή τις παραλείψεις που αποτελούν το αδίκημα στην ίδια κατηγορία αδικημάτων ή αν χρησιμοποιεί την ίδια ορολογία για την ονομασία του αδικήματος, (β) λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των πράξεων και παραλείψεων, για τις οποίες το εκζητούμενο πρόσωπο κατηγορείται και είναι αδιάφορο, αν, σύμφωνα με τη νομοθεσία των Συμβαλλόμενων Κρατών, διαφέρουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 της Συνθήκης, η έκδοση δεν επιτρέπεται σε καμία από τις παρακάτω περιπτώσεις (α) Όταν το έγκλημα για το οποίο ζητείται η έκδοση είναι πολιτικό. Ως πολιτικό έγκλημα δεν θεωρείται η δολοφονία ή η απόπειρα δολοφονίας Αρχηγού Κράτους ή μέλους της οικογένειάς του/της, ούτε η παραβίαση νόμου σχετικού με τη γενοκτονία, (β) όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύει κανείς ότι έχει γίνει αίτηση έκδοσης για ένα κοινό ποινικό αδίκημα με σκοπό τη δίωξη ή τιμωρία προσώπου, λόγω της φυλής, θρησκείας, εθνικότητας ή πολιτικών του πεποιθήσεων ή ότι το πρόσωπο αυτό μπορεί να διατρέξει κίνδυνο για οποιοδήποτε από τους παραπάνω λόγους, (γ) όταν το αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοση αποτελεί αδίκημα σύμφωνα με τη στρατιωτική νομοθεσία και δεν είναι αδίκημα σύμφωνα με το κοινό ποινικό δίκαιο των Συμβαλλόμενων Κρατών (δ) όταν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση στο Κράτος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση ή σε τρίτο κράτος σχετικά με το αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοση του προσώπου ή (ε) όταν το εκζητούμενο πρόσωπο έχει απαλλαγεί, σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός των Συμβαλλόμενων Κρατών, από δίωξη ή τιμωρία, λόγω παραγραφής ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία.
- Η έκδοση μπορεί να μην επιτραπεί σε οποιαδήποτε από τις παρακάτω περιπτώσεις: (α) Όταν το εκζητούμενο πρόσωπο είναι υπήκοος του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση. (β) Όταν οι αρμόδιες αρχές του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση έχουν αποφασίσει να μην προβούν σε δίωξη του εκζητούμενου προσώπου για το αδίκημα σχετικά με το οποίο ζητείται η έκδοση. (γ) Όταν το αδίκημα, για το οποίο το εκζητούμενο πρόσωπο κατηγορείται ή έχει καταδικαστεί ή οποιοδήποτε άλλο αδίκημα για το οποίο μπορεί να κρατηθεί ή να δικαστεί σύμφωνα με τη Συμφωνία αυτή επιφέρει τη θανατική ποινή σύμφωνα με τη νομοθεσία του αιτούντος Κράτους, εκτός αν το Κράτος αυτό εγγυηθεί ότι δεν θα επιβληθεί η θανατική ποινή ή, εάν επιβληθεί, δεν θα εκτελεστεί. (δ) Όταν το αδίκημα, για το οποίο ζητείται η έκδοση θεωρείται, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, ότι διεπράχθη εν όλω ή εν μέρει εντός του Κράτους αυτού (ε) Όταν εκκρεμεί, στο Κράτος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, δίωξη κατά του εκζητούμενου προσώπου, όσον αφορά το αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοση. (στ) Όταν η αρμόδια αρχή του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη τη φύση του αδικήματος και το συμφέρον του αιτούντος Κράτους, θεωρεί ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, περιλαμβανομένης της ηλικίας, υγείας ή άλλης προσωπικής κατάστασης του εκζητούμενου προσώπου, η έκδοση του προσώπου αυτού θα ήταν άδικη, καταπιεστική, ασυμβίβαστη με τις ανθρωπιστικές ιδέες ή θα συνιστούσε υπερβολικά αυστηρή ποινή. Kατά το άρθρο 5, η αίτηση για έκδοση γίνεται γραπτώς και διαβιβάζεται με τη διπλωματική οδό. Όλα τα δικαιολογητικά της αίτησης έκδοσης επικυρώνονται σύμφωνα με το άρθρο
- Η δε αίτηση έκδοσης συνοδεύεται: (α) εάν το πρόσωπο κατηγορείται για αδίκημα, από ένταλμα συλλήψεως ή αντίγραφο του εντάλματος συλλήψεως του προσώπου, περιγραφή του κάθε αδικήματος για το οποίο ζητείται η έκδοση και περιγραφή των πράξεων ή παραλείψεων, οι οποίες καταλογίζονται στο πρόσωπο σχετικά με κάθε αδίκημα (β) εάν το πρόσωπο καταδικάστηκε για αδίκημα κατά την απουσία του, από δικαστικό ή άλλο έγγραφο ή αντίγραφο αυτών, που επιτρέπει τη σύλληψη του προσώπου, περιγραφή κάθε αδικήματος, για το οποίο ζητείται η έκδοση και περιγραφή των πράξεων ή παραλείψεων, οι οποίες καταλογίζονται στο πρόσωπο σχετικά με κάθε αδίκημα και, σε κάθε περίπτως, από αντίγραφο των νομοθετικών διατάξεων, εάν υπάρχουν, που προβλέπουν το αδίκημα ή το κείμενο του σχετικού με το αδίκημα νόμου, περιλαμβανομένου οποιουδήποτε νόμου που αναφέρεται στον περιορισμό της διαδικασίας, ανάλογα με την περίσταση και σε κάθε περίπτωση περιγραφής της ποινής που μπορεί να επιβληθεί και από όσο το δυνατό ακριβέστερη περιγραφή του προσώπου, μαζί με οποιαδήποτε άλλη πληροφορία που θα βοηθούσε να αναγνωριστεί η ταυτότητα και η υπηκοότητα αυτού. Επίσης τα δικαιολογητικά αίτησης έκδοσης συνοδεύονται από μετάφραση στη γλώσσα του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση. Κατά το άρθρο 6, έγγραφο, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 5, συνοδεύει αίτηση για έκδοση, αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο, εφ` όσον είναι επικυρωμένο, σε οποιαδήποτε διαδικασία έκδοσης στο έδαφος του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση. Έγγραφο θεωρείται επικυρωμένο εάν: (α) είναι υπογεγραμμένο ή θεωρημένο από δικαστή, ειρηνοδίκη ή άλλο εξουσιοδοτημένο υπάλληλο του αιτούντος Κράτους, και (β) είναι επικυρωμένο ενόρκως ή με τη διαβεβαίωση μάρτυρα ή σφραγισμένο με επίσημη ή δημόσια σφραγίδα του αιτούντος Κράτους ή Υπουργού ή άλλου αξιωματούχου της Κυβέρνησης του αιτούντος Κράτους. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες, εν όψει και του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερισχύουν κάθε αντίθετης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, συνάγεται με σαφήνεια, ότι, σε περίπτωση εκδόσεως αλλοδαπού, κατά τις διατάξεις της προαναφερόμενης Συνθήκης Έκδοσης μεταξύ Ελλάδος και Αυστραλίας, ως κατηγορούμενου, πρέπει τα εγκλήματα για τα οποία αυτός διώκεται να είναι αξιόποινα, τόσο κατά το νόμο του αιτούντος κράτους, όσο και κατά το νόμο του κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση και να τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας, ανωτάτου ορίου τουλάχιστον ενός έτους. Αποδεικτικά στοιχεία της ενοχής του εκζητούμενου, δεν είναι αναγκαίο να προσκομίζονται, αφού τα στοιχεία αυτά δεν διαλαμβάνονται στην Συνθήκη, ούτε το Συμβούλιο, που επιλαμβάνεται της σχετικής αιτήσεως, έχει την εξουσία να ερευνήσει τη βασιμότητα της κατηγορίας. Αντίθετο επιχείρημα δεν δύναται να συναχθεί από τη διάταξη του άρ. 7 παρ. 1 της Συνθήκης, το οποίο αναφέρεται στην παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών σχετικά με την πλήρωση όρων της νομοθεσίας του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, που αφορούν μη ρυθμιζόμενα από τη Συνθήκη ζητήματα, όπως αυτό προκύπτει και από τη διάταξη του άρ. 450 παρ. 2 του ΚΠΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 450 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., το Συμβούλιο γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για την αίτηση της εκδόσεως και αποφαίνεται, για το αν εκείνος που έχει συλληφθεί και δικάζεται, είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο που εκζητείται (εκείνο δηλαδή του οποίου ζητείται η έκδοση), υπάρχουν τα απαιτούμενα για την έκδοση δικαιολογητικά έγγραφα και το έγκλημα που αποδίδεται στον εκζητούμενο ή για το οποίο αυτός έχει καταδικαστεί, είναι από εκείνα, για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του αρ. 450 παρ. 1 του ΚΠΔ. IV. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις ..., ... και ..... ρηματικές διακοινώσεις της Πρεσβείας της Αυστραλίας στην Αθήνα και την από 21-6-2007 αίτηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Τελωνειακών Υποθέσεων της Αυστραλίας, ζητήθηκε, με βάση την ως άνω διμερή Συνθήκη εκδόσεως Ελλάδος-Αυστραλίας, η σύλληψη και η έκδοση του Αυστραλού υπηκόου Χ1 και κρατείται ήδη στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, με το υπ' αριθ. 36/12-7-2007 Ένταλμα Συλλήψεως του Προέδρου Εφετών Αθηνών. Η αίτηση εκδόσεως είχε εισαχθεί προς συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που ήταν υλικά και τοπικά αρμόδιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 443 παρ. 2 και 448 Κ.Ποιν.Δικ., στηρίζεται, δε στις διατάξεις των άρθρων 436 επ. ΚΠΔ. σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1 και 2, 5, 6, της "Συνθήκης Έκδοσης μεταξύ Ελλάδος και Αυστραλίας, που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 1987 και κυρώθηκε από την Ελλάδα το έτος 1991 με το ν. Ν 1928/
- Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, κατά παραδοχή της πιο πάνω αιτήσεως, γνωμοδότησε, με την προσβαλλόμενη 40/2007 απόφασή του (σε Συμβούλιο), υπέρ της εκδόσεως στις αρμόδιες δικαστικές αρχές της Αυστραλίας του εκζητουμένου, προκειμένου: α) να εκτίσει ποινή φυλάκισης δώδεκα
(12)ετών, που του επιβλήθηκε με την από 31-3-2006 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Βικτώριας για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και β) να δικαστεί για δύο
(2)ανθρωποκτονίες από πρόθεση, για απόπειρα παραπλάνησης της δικαιοσύνης και συνωμοσία με σκοπό την παραπλάνηση της δικαιοσύνης, για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και για συνωμοσία με σκοπό τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, υπό τους όρους: 1) ότι δεν θα διωχθεί ή καταδικαστεί για άλλες αξιόποινες πράξεις που έχουν τελεστεί μέχρι την έκδοσή του, εκτός από εκείνες, για τις οποίες εκδίδεται, 2) ότι δεν θα διωχθεί για την εκτέλεση άλλης ποινής και 3) ότι δεν θα εκδοθεί σε τρίτο Κράτος χωρίς τη συγκατάθεση του Ελληνικού Κράτους. Συγχρόνως δε αποφάνθηκε ότι 1) αυτός που εμφανίσθηκε στο Συμβούλιο και έχει συλληφθεί είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο για το οποίο ζητείται η έκδοση, 2) ότι υπάρχουν όλα τα δικαιολογητικά έγγραφα που απαιτούνται για την έκδοση από τη διμερή Συνθήκη μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Αυστραλίας (Ν. 1928/1991 και από τον Κ.Π.Δ.), 3) ότι οι αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον εκζητούμενο, καθώς και το έγκλημα, για το οποίο αυτός καταδικάστηκε στο αιτούν Κράτος, είναι από εκείνα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση και 4) δεν έχει προκύψει σύμφωνα με τους Ελληνικούς νόμους και τους νόμους του αιτούντος Κράτους νόμιμος λόγος που να εμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή να αποκλείει ή να εξαλείφει το αξιόποινο των πράξεων, για τις οποίες διώκεται. V. Από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται από το Κράτος που υποβάλλει την αίτηση εκδόσεως και τον εκζητούμενο και υπάρχουν στη δικογραφία, συμπεριλαμβανόμενων των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και από την κατάθεση του ενόρκως ενώπιον του Αρείου Πάγου εξετασθέντος μάρτυρος και όσα εξέθεσε ο εκκαλών εκζητούμενος κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι αυτού, προφορικά, καθώς και με την έφεση και τα έγγραφα υπομνήματά τους, προέκυψαν τα εξής: Με τις υπ' αριθ. ...., ... και ..... ρηματικές διακοινώσεις της Πρεσβείας της Αυστραλίας στην Αθήνα και την από 21-6-2007 αίτηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Τελωνειακών Υποθέσεων της Αυστραλίας, ζητήθηκε, με βάση την ως άνω διμερή Συνθήκη εκδόσεως Ελλάδος-Αυστραλίας (Ν. 1928/1991), η σύλληψη και η έκδοση του Αυστραλού υπηκόου Χ1, ο οποίος διώκεται με την από 31-3-2006 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Βικτώριας, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα
(12)ετών για παράνομη εισαγωγή και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών (κοκαΐνη) στην Αυστραλία και εκκρεμούν εναντίον του: α) το από 25-10-2005 κατηγορητήριο της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας της Αυστραλίας για εισαγωγή και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών σε συνδυασμό με το από 4-8-2006 ένταλμα σύλληψης του Δικαστηρίου της Μελβούρνης, β) το από 20-3-2006 κατηγορητήριο και ένταλμα σύλληψης του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Μελβούρνης για εμπορία ναρκωτικών ουσιών και γ) το από 27-2-2007 κατηγορητήριο και ένταλμα σύλληψης του Δικαστηρίου της Μελβούρνης για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Ο εκζητούμενος συνελήφθη την 5-6-2007 και περί ώρα 21.30' στην ..... και στην .... αριθ........, κατόπιν της υπ' αριθ. 19/2007 από 1-6-2007 Εντολής Προσωρινής Συλλήψεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και κρατείται στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού από 12-7-2007, με το υπ' αριθ. 36/12-7-2007 Ένταλμα Συλλήψεως του Προέδρου Εφετών Αθηνών. Το αίτημα έκδοσης του εκζητουμένου υποβάλλεται, αφενός μεν για να εκτίσει ποινή φυλάκισης δώδεκα
(12)ετών, χωρίς δικαίωμα αποφυλάκισης για εννέα
(9)έτη, όπως επιβλήθηκε με την από 31-3-2006 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Βικτώριας, για παράβαση της παραγράφου 233Β
(1)(d) του Τελωνειακού Νόμου 1901 (Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας), που προβλέπει στην εν γνώσει εισαγωγή στην Αυστραλία απαγορευμένης ποσότητας Κοκαΐνης σε ποσότητα θεωρούμενη ως διακινούμενη ποσότητα, αφετέρου δε για αδικήματα, τα οποία του αποδίδονται από το αιτούν Κράτος και είναι τα εξής: 1) Ένα αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 11.4 του Ποινικού Κώδικα 1995 (Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας), για το ότι, κατά την περίοδο 1 Νοεμβρίου 2004 και 13 Ιουλίου 2005, παρακίνησε άλλο άτομο στο να διαπράξει αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 233Β
(1)του Τελωνειακού Νόμου 1901 (Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας), ήτοι την εισαγωγή στην Αυστραλία απαγορευμένων ουσιών, ονομαστικά εμπορεύσιμης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας 3, 4 - Methylenedioxy-methamphetamine (ΜDΜΑ) (κοινώς Ecstasy). 2) Ένα αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 11.4 του Ποινικού Κώδικα 1995 (Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας), για το ότι, κατά την περίοδο 29 Ιουνίου 2005 και 13 Ιουλίου 2005, παρακίνησε άλλο άτομο στο να διαπράξει αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 233Β
(1)του Τελωνειακού Νόμου 1901 (Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας), ήτοι την εισαγωγή στην Αυστραλία απαγορευμένων ουσιών, ονομαστικά εμπορεύσιμης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας 3, 4 Methylenedioxy-methamphetamine (ΜDΜΑ) (κοινώς Ecstasy). 3) Ένα αδίκημα, για τη διάπραξη ανθρωποκτονίας, στις 31 Μαρτίου 2004, κατά παράβαση του εθιμικού ποινικού δικαίου της Πολιτείας της Βικτώριας (τη δολοφονία του .........). 4) Ένα αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 71
(1)(α) του Νόμου περί Ναρκωτικών, Δηλητηρίων και Ελεγχόμενων Ουσιών
(1981)(Πολιτεία της Βικτώριας) για το ότι, κατά την περίοδο 13 Οκτωβρίου 2000 με 27 Δεκεμβρίου 2000 διακίνησε ναρκωτικό εξάρτησης (ήτοι 3, 4 Methylenedioxy-methamphetamine (ΜDΜΑ) (κοινώς Ecstasy), σε ποσότητα που προβλέπεται ως εμπορεύσιμη ποσότητα αυτού του ναρκωτικού εξάρτησης από το νόμο. 5) Ένα αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 71
(1)(b) του Νόμου περί Ναρκωτικών, Δηλητηρίων και Ελεγχόμενων Ουσιών
(1981)(Πολιτεία της Βικτώριας), ότι κατά την περίοδο 13 Οκτωβρίου 2000 με 15 Δεκεμβρίου 2000 διακίνησε ναρκωτικό εξάρτησης (ήτοι -methamphetamine). 6) Ένα αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 71
(1)(b) του Νόμου περί Ναρκωτικών, Δηλητηρίων και Ελεγχόμενων Ουσιών
(1981)(Πολιτεία της Βικτώριας), για το ότι, στις 13 Οκτωβρίου 2000, διακίνησε ναρκωτικό εξάρτησης (ήτοι Κοκαΐνη). 7) Ένα αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 71
(1)(α) του Νόμου περί Ναρκωτικών, Δηλητηρίων και Ελεγχόμενων Ουσιών
(1981)(Πολιτεία της Βικτώριας), για το ότι, κατά την περίοδο 1 Φεβρουαρίου 2001 με 13 Φεβρουαρίου 2002, διακίνησε ναρκωτικό εξάρτησης (methamphetamine), σε ποσότητα που προβλέπεται από το νόμο ως εμπορεύσιμη ποσότητα αυτού του ναρκωτικού εξάρτησης. 8) Ένα αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 79
(1)του Νόμου περί Ναρκωτικών, Δηλητηρίων και Ελεγχόμενων Ουσιών
(1981)(Πολιτεία της Βικτώριας), για το ότι, κατά την περίοδο 1 Φεβρουαρίου 2001 με 13 Φεβρουαρίου 2002, συνωμότησε για τη διακίνηση ναρκωτικού εξάρτησης (ήτοι methamphetamine), σε ποσότητα που προβλέπεται από το νόμο ως εμπορεύσιμη ποσότητα αυτού του ναρκωτικού εξάρτησης. 9) Ένα αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 71 του Νόμου περί Ναρκωτικών, Δηλητηρίων και Ελεγχόμενων Ουσιών
(1981)(Πολιτεία της Βικτώριας), για το ότι, κατά την περίοδο 1 Μαΐου 2002 με 1 Σεπτεμβρίου 2002, διακίνησε ναρκωτικό εξάρτησης (ήτοι methamphetamine), σε ποσότητα που προβλέπεται από το νόμο ως μεγάλη εμπορεύσιμη ποσότητα αυτού του ναρκωτικού εξάρτησης. 10) Ένα αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 71 του Νόμου περί Ναρκωτικών, Δηλητηρίων και Ελεγχόμενων Ουσιών
(1981)(Πολιτεία της Βικτώριας), για το ότι, κατά την περίοδο 1 Σεπτεμβρίου 2002 με 11 Απριλίου 2003, διακίνησε ναρκωτικό εξάρτησης (ήτοι -methamphetamine), σε ποσότητα που προβλέπεται από το νόμο ως μεγάλη εμπορεύσιμη ποσότητα αυτού του ναρκωτικού εξάρτησης. 11) Ένα αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 71 του Νόμου περί Ναρκωτικών, Δηλητηρίων και Ελεγχόμενων Ουσιών
(1981)(Πολιτεία της Βικτώριας), για το ότι, κατά την περίοδο 19 Δεκεμβρίου 2003 με 19 Μαρτίου 2006, διακίνησε ναρκωτικό εξάρτησης (ήτοι methamphetamine), σε ποσότητα που προβλέπεται από το νόμο ως μεγάλη εμπορεύσιμη ποσότητα αυτού του ναρκωτικού εξάρτησης. 12) Ένα αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 71ΑC του Νόμου περί Ναρκωτικών, Δηλητηρίων και Ελεγχόμενων Ουσιών
(1981)(Πολιτεία της Βικτώριας), για το ότι, κατά την περίοδο 19 Δεκεμβρίου 2003 με 19 Μαρτίου 2006, διακίνησε ναρκωτικό εξάρτησης (ήτοι 3, 4 Methylenedioxy-methamphetamine (ΜDΜΑ) (κοινώς Ecstasy). 13) Ένα αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 71ΑC του Νόμου περί Ναρκωτικών, Δηλητηρίων και Ελεγχόμενων Ουσιών
(1981)(Πολιτεία της Βικτώριας), για το ότι, κατά την περίοδο 19 Δεκεμβρίου 2003 με 1 Οκτωβρίου 2004, διακίνησε ναρκωτικό εξάρτησης διακίνησε ναρκωτικό εξάρτησης (ήτοι methamphetamine). 14) Ένα αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 71 του Νόμου περί Ναρκωτικών, Δηλητηρίων και Ελεγχόμενων Ουσιών
(1981)(Πολιτεία της Βικτώριας), για το ότι, κατά την περίοδο 1 Ιανουαρίου 2004 με 15 Αυγούστου 2005, διακίνησε ναρκωτικό εξάρτησης (ήτοι 3, 4 Methylenedioxy-methamphetamine (ΜDΜΑ) (κοινώς Ecstasy) σε ποσότητα που προβλέπεται από το νόμο ως μεγάλη εμπορεύσιμη ποσότητα αυτού του ναρκωτικού εξάρτησης. 15) Ένα αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 79
(1)του Νόμου περί Ναρκωτικών, Δηλητηρίων και Ελεγχόμενων Ουσιών
(1981)(Πολιτεία της Βικτώριας), για το ότι, κατά την περίοδο 1 Ιανουαρίου 2004 με 15 Αυγούστου 2005, συνωμότησε με άλλους για τη διακίνηση ναρκωτικού εξάρτησης (ήτοι 3, 4 Methylenedioxy-methamphetamine (ΜDΜΑ) (κοινώς Ecstasy), σε ποσότητα που προβλέπεται από το νόμο ως μεγάλη εμπορεύσιμη ποσότητα αυτού του ναρκωτικού εξάρτησης. 16)Ένα αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 71 του Νόμου περί Ναρκωτικών, Δηλητηρίων και Ελεγχόμενων Ουσιών
(1981)(Πολιτεία της Βικτώριας), για το ότι, κατά την περίοδο 5 Ιουλίου 2006 με 5 Ιουνίου 2007, διακίνησε ναρκωτικό εξάρτησης (ήτοι methamphetamine), σε ποσότητα που προβλέπεται από το νόμο ως μεγάλη εμπορεύσιμη ποσότητα αυτού του ναρκωτικού εξάρτησης. 17) Ένα αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 79
(1)του Νόμου περί Ναρκωτικών, Δηλητηρίων και Ελεγχόμενων Ουσιών
(1981)(Πολιτεία της Βικτώριας), για το ότι, κατά την περίοδο 5 Ιουλίου 2006 με 5 Ιουνίου 2007, συνωμότησε για τη διακίνηση ναρκωτικού εξάρτησης (ήτοι methamphetamine), σε ποσότητα που προβλέπεται από το νόμο ως μεγάλη εμπορεύσιμη ποσότητα αυτού του ναρκωτικού εξάρτησης. 18) Ένα αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 321
(1)του Νόμου περί Εγκλημάτων 1958 (Πολιτεία της Βικτώριας), για το ότι, κατά την περίοδο Μαΐου 2007 με 27 Μαΐου 2007, συνωμότησε με άλλο άτομο με την πρόθεση της εκτροπής της δικαιοσύνης εκ της ορθής οδού. 19) Ένα αδίκημα, κατά παράβαση του εθιμικού δικαίου της Πολιτείας της Βικτώριας, για το ότι, κατά την περίοδο του Φεβρουαρίου 2004 με 2 Ιουνίου 2005, αποπειράθηκε να εκτρέψει τη δικαιοσύνη εκ της ορθής οδού. Και 20) Ένα αδίκημα, για τη διάπραξη ανθρωποκτονίας, στις 25 Οκτωβρίου 2003, κατά παράβαση του εθιμικού ποινικού δικαίου της Πολιτείας της Βικτώριας (τη δολοφονία του ......). VΙ. Mε τον πρώτο λόγο εφέσεως, ο εκζητούμενος υποστηρίζει ότι η κρινόμενη αίτηση δεν είναι νόμιμη. Eιδικότερα, υποστηρίζει ότι, ενώ τα έγγραφα της έκδοσης πρέπει να έχουν εκδοθεί "κατά τους τύπους που ορίζονται υπό της νομοθεσίας του αιτούντος κράτους", δηλαδή της Αυστραλίας και κατά το σχετικό Νόμο της περί Εκδόσεων του 1988 (παρ. 40) της Χώρας αυτής, η αίτηση, για τη παράδοση από ένα άλλο κράτος προσώπου που κατηγορείται ή έχει καταδικασθεί για τη παράβαση ενός Νόμου της Αυστραλίας, υπογράφεται αποκλειστικώς από το Γενικό Εισαγγελέα ή κατόπιν εξουσιοδοτήσεως αυτού, η υπό κρίση αίτηση για την έκδοση του υπογράφεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Τελωνείων, ενεργούντος ως εκπροσώπου της Κυβέρνησης της Αυστραλίας, χωρίς όμως να υπάρχει έγγραφη εξουσιοδότηση ή, έστω, να αναφέρεται, ότι αυτός ενεργεί στο όνομα και κατ' εξουσιοδότηση του Γενικού Εισαγγελέα, όπως επιβάλλει ο Νόμος. Η έλλειψη δε αυτή, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών, δεν θεραπεύεται με τη χρησιμοποίηση της επίσημης σφραγίδας του Γενικού Εισαγγελέα της Αυστραλίας για την επικύρωση της γνησιότητας των εγγράφων που συνοδεύουν την αίτηση. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο εκκαλών εκζητούμενος αμφισβήτησε την εγκυρότητα της αίτησης έκδοσης της Αυστραλίας για τους λόγους αυτούς, με αγωγή που είχε εγείρει ενώπιον του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Αυστραλίας. Ήδη, τα αρμόδια Δικαστήρια της Αυστραλίας, αποφάνθηκαν αμετακλήτως ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Τελωνείων έχει την αρμοδιότητα να υποβάλει νόμιμα αίτηση έκδοσης και, επομένως, οι πιο πάνω, περί του αντιθέτου, ισχυρισμοί του εκκαλούντος για έλλειψη νομιμότητας της αιτήσεως εκδόσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ακολούθως, με τον δεύτερο λόγο εφέσεως, ο εκζητούμενος υποστηρίζει ότι η κρινόμενη αίτηση δεν είναι νόμιμη, διότι, κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 4 της Συνθήκης, κατά την οποία "τα δικαιολογητικά έκδοσης συνοδεύονται από μετάφραση στη γλώσσα του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η έκδοση" και του άρθρου 443 παρ. 2 Κ.Π.Δ. που απαιτεί "επικυρωμένη μετάφραση", και τέτοια είναι, κατά τον εκκαλούντα, η επίσημη μετάφραση του Μεταφραστικού Τμήματος του Υπουργείου Εξωτερικών, τα εν λόγω έγγραφα δεν συνοδεύονται από επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, κατά την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 5 παρ. 4 της Συνθήκης, δεν απαιτείται τα δικαιολογητικά έκδοσης, που έχουν υποβληθεί επισήμως από τις αρμόδιες Αρχές του αιτούντος την έκδοση Κράτους, να έχουν μεταφρασθεί από το Μεταφραστικό Τμήμα του Υπουργείου Εξωτερικών. V ΙΙ. Mε τον τρίτο λόγο εφέσεως, ο εκζητούμενος υποστηρίζει, ότι η κρινόμενη αίτηση δεν είναι νόμιμη, διότι, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5 της Συνθήκης, τα απαιτούμενα από αυτήν τη Συνθήκη Έκδοσης (Ν. 1928/1991) έγγραφα δεν ήταν πλήρη. Ειδικότερα ο εκκαλών εκζητούμενος ισχυρίζεται: 1ον. Ότι το προσκομιζόμενο απόσπασμα της από 31. 03. 2006 ερήμην αυτού εκδοθείσας καταδικαστικής απόφασης, με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 ετών από το Ανώτατο Δικαστήριο της Βικτώριας, "δεν περιέχει ρήτρα άμεσης εκτελεστότητας, ούτε εντολή για σύλληψη, προκειμένου να εκτίσει τη ποινή", όπως επιβάλλεται από το άρθρο 5 αρ. 2 β της Συνθήκης. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος Τα έγγραφα, που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση έκδοσης, εάν το εκζητούμενο πρόσωπο καταδικάστηκε για αδίκημα κατά την απουσία του, προβλέπονται στο άρθρο 5
(2)(β) της Συνθήκης, κατά την οποία, η αίτηση έκδοσης πρέπει να συνοδεύεται, από δικαστικό ή άλλο έγγραφο ή αντίγραφο αυτών, που επιτρέπει τη σύλληψη του προσώπου, περιγραφή κάθε αδικήματος για το οποίο ζητείται η έκδοση και περιγραφή των πράξεων ή παραλείψεων, οι οποίες καταλογίζονται στο πρόσωπο σχετικά με κάθε αδίκημα. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, όπου ζητείται η έκδοση του εκκαλούντος και για να εκτίσει ποινή φυλάκισης 12 ετών, χωρίς δικαίωμα αποφυλάκισης για εννέα έτη, που του επιβλήθηκε με την εκδοθείσα ερήμην αυτού από 31-3-2006 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Βικτώριας, για το "αδίκημα της κοκαΐνης", ήτοι της "εσκεμμένης συμμετοχής του σε εισαγωγή στην Αυστραλία διακίνησης ποσότητας κοκαΐνης", η αίτηση έκδοσης συνοδεύεται από τα πιο πάνω έγγραφα. Η αναφορά του πιο πάνω αδικήματος και οι πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες καταλογίζονται στον εκζητούμενο, σχετικά με το "αδίκημα της κοκαΐνης", για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, περιλαμβάνονται στη σελίδα 2 της ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης του Σιον Πάτρικ Οσάλιβαν (Sean Patrick O' Sullivan), Δικηγόρου, ο οποίος έχει την ιδιότητα του Προϊσταμένου Νομικού Υπαλλήλου στο Γραφείο του Διευθυντή του Δημόσιου Εισαγγελέα της Κοινοπολιτείας στης Αυστραλίας στην Μελβούρνη. Εξάλλου, αν και δεν απαιτείται από τη Συνθήκη, η προσκόμιση εγγράφων που να αποδεικνύουν ότι η απόφαση είναι άμεσα εκτελεστή, ούτε κατά πόσο η επιβληθείσα ποινή δεν έχει εκτιθεί, η αίτηση έκδοσης συνοδεύεται, εκτός από το απόσπασμα της από 31.03.2006 ερήμην καταδικαστικής απόφασης, και από την πιο πάνω μαρτυρική κατάθεση εξουσιοδοτούμενου υπαλλήλου του αιτούντος Κράτους, η οποία περιλαμβάνει στοιχεία της καταδίκης και της επιβληθείσας ποινής, την ημερομηνία επιβολής της ποινής και το γεγονός ότι η επιβληθείσα ποινή ήταν άμεσα εκτελέσιμη (παράγραφος 28 της μαρτυρικής κατάθεσης του Sean Patrick O' Sullivan). 2ον. Ότι στην από 20.06.2007 "Αίτηση για Έκδοση και Δέσμευση για Ποινική Δίωξης του Δημόσιου Κατήγορου της Πολιτείας Βικτώρια, ΑΝΤΗΟΝΥ COGHLAN, η οποία επισυνάπτεται ως έγγραφο υπ' αρ. 1 στην από 21.06.2007 ένορκη βεβαίωση του ΜΠΡΟΥΣ ΑΝΤΡΙΟΥ ΤΣΑΡΛΣ ΓΚΑΡΤΝΕΡ (Bruce Andrew Charles Gardner) , δεν αναφέρονται τα δύο αδικήματα υποκίνησης για παράνομη εισαγωγή ναρκωτικών ουσιών, κατά παράβαση του Τελωνιακού Κώδικα, που αναφέρονται ως κατηγορίες υπ' αρ. (ι) και (ιι) στην αίτηση για έκδοση και, επομένως, ότι για τις πράξεις αυτές, για τις οποίες εκζητείται, δεν έχει αναληφθεί υποχρέωση ποινικής δίωξης. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος. Η έκδοση του εκκαλούντος για αυτά τα δύο αδικήματα ζητείται από τον Δημόσιο Κατήγορο της Κοινοπολιτείας της Αυστραλίας και όχι από τον Δημόσιο Κατήγορο της Πολιτείας της Βικτώριας, γι' αυτό και τα αδικήματα αυτά αναφέρονται στην πιο πάνω κατάθεση του αρμόδιου υπαλλήλου Sean Patrick O' Sullivan. Ο Bruce Andrew Charles Gardner είναι δικηγόρος στο Γραφείο του Δημόσιου Κατήγορου της Βικτώριας και η μαρτυρική του κατάθεση αναφέρεται μόνο στα αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση του εκκαλούντος για δίωξη από τον Δημόσιο Κατήγορο της Πολιτείας της Βικτώριας. 3ον. Ότι τα προσκομιζόμενα, με την από 21.06.2007 ένορκη βεβαίωση του δικηγόρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Βικτώρια ΜΠΡΟΥΣ ΑΝΤΡΙΟΥ ΤΣΑΡΛΣ ΓΚΑΡΤΝΕΡ (Bruce Andrew Charles Gardner), έγγραφα, με αριθμούς ΒΑCG 2, 4, 5, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 15, 17, 18, 19, 21, 24, 27, 28, 29 και 30, που περιέχουν κείμενα διατάξεων Νόμων σχετικών με τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο εκκαλών, δεν φέρουν υπογραφή ή θεώρηση από δικαστή ή εξουσιοδοτημένο υπάλληλο, κατά την επιταγή του άρθρου 6 παρ. 2 (α) της Συνθήκης και, επομένως, δεν δύνανται να αποτελέσουν αποδεικτικά στοιχεία του περιεχομένου των αναφερομένων στις κατ' αυτού κατηγορίες νομοθετικών διατάξεων. Όμως, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η μαρτυρική κατάθεση του Bruce Andrew Charles Gardner, όπως και τα συνημμένα τεκμήρια στην εν λόγω μαρτυρική κατάθεση, έγιναν ενώπιον του Πταισματοδίκη της Πολιτείας της Βικτώριας και είναι θεωρημένα από αυτόν, σύμφωνα με τους νόμους της Βικτώριας. Αλλωστε, περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης κατάθεσης, αποτελούν και οι διατάξεις των Νόμων των σχετικών με τα αδικήματα, για τα οποία κατηγορείται ο εκζητούμενος. Συνεπώς και τα έγγραφα αυτά, που συνοδεύουν την αίτηση έκδοσης, είναι επικυρωμένα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 6 της Συνθήκης και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα, είναι αβάσιμα. 4ον. Ότι ελλείπουν παντελώς τα κείμενα των Ποινικών Διατάξεων του άρθρου 233Β
(1)του Τελωνειακού Κώδικα του 1901 και του άρθρου 11.4 του Κοινοπολιτειακού Ποινικού Κώδικα του 1995, που αφορούν τις κατηγορίες υπ' αρ. (ι) και (ιι) της αίτησης έκδοσης, έγγραφα που πρέπει απαραιτήτως να συνοδεύουν την αίτηση κατά το άρθρο 5 παρ. 2 (ε) της Συνθήκης. Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι βάσιμος, αφού τα κείμενα των εν λόγω διατάξεων εμπεριέχονται στην πιο πάνω ένορκη κατάθεση του Sean Patrick O' Sullivan (βλ. σελ. 2 και 5). 5ον. Ότι λείπει ο ορισμός του "φόνου", κατά το εθιμικό δίκαιο της Αυστραλίας και ότι οι παρατεθειμένοι στην ως άνω ένορκη βεβαίωση του Bruce Andrew Charles Gardner ορισμοί (παρ. 23 και παρ. 145 της βεβαίωσης) είναι διαφορετικοί και αντιφατικοί. Ανεξάρτητα όμως από το ότι, το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο της εν λόγω μαρτυρικής κατάθεσης, κατά τη γενόμενη μετάφραση, δεν αποδίδεται κατά τον ίδιο τρόπο, δεν υφίσταται ουσιώδης διαφορά ως προς τα βασικά στοιχεία της έννοιας του φόνου με πρόθεση και, σε κάθε περίπτωση, δεν δύναται να γίνει λόγος για έλλειψη του σχετικού ορισμού. 6ο. Ότι το από 29.03.2006 ένταλμα σύλληψης του δικαστή Gillard, για τρεις
(3)κατηγορίες διακίνησης ναρκωτικών, που προσκομίσθηκε με την ένορκη βεβαίωση του Bruce Andrew Charles Gardner ως τεκμήριο υπ' αρ. ΒΑCG 6 και αφορά τα εκεί αναφερόμενα αδικήματα της δικογραφίας υπ αρ. 2, δεν εκπληρώνει τις απαιτήσεις του άρθρου 3 παρ. 2 (α) της Συνθήκης, διότι δεν περιέχει οποιαδήποτε, έστω και συνοπτική, περιγραφή των αδικημάτων, για τα οποία ζητείται η σύλληψη και, επομένως, και η έκδοση του εκκαλούντος. Στην σελίδα όμως 6 της μαρτυρικής κατάθεσης του Bruce Andrew Charles Gardner περιέχεται επαρκής περιγραφή των αδικημάτων, για τα οποία ο Δικαστής Gillard εξέδωσε το από 29-3-2006 ένταλμα σύλληψης, τούτο δε εκπληρώνει τις απαιτήσεις του άρθρου 3 παρ. 2 (α) της Συνθήκης και, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα, είναι αβάσιμα. 7ο. Ότι, από το κείμενο του Νόμου, που επισυνάπτεται στην ένορκη βεβαίωση του Bruce Andrew Charles Gardner, ως τεκμήριο υπ' αρ. ΒΑCG 9 και καθορίζει τις εμπορεύσιμες ποσότητες, λείπει η αναφορά στη ναρκωτική ουσία κοκαΐνη. Όπως, όμως, προκύπτει από τα αναφερόμενα στη παράγραφο 29 της μαρτυρικής κατάθεσης του Bruce Andrew Charles Gardner, ο εκζητούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα διακίνησης ναρκωτικού εξάρτησης (ήτοι κοκαΐνης) και όχι ότι διακίνησε εμπορεύσιμη ποσότητα κοκαΐνης, ώστε να απαιτείται η πιο πάνω αναφορά στα συνοδευτικά έγγραφα της αίτησης που προσκόμισε το εκζητούν Κράτος. 8ο. Ότι όλα τα έγγραφα και δικαιολογητικά που περιλαμβάνει η αίτηση για την έκδοση, στερούνται της επιβαλλόμενης κατά τους τύπους του άρθρου 6 της Συνθήκης επικύρωσης. Όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Συνθήκης, ένα έγγραφο θεωρείται επικυρωμένο για τους σκοπούς αυτής της Συνθήκης, εάν είναι υπογεγραμμένο ή θεωρημένο από δικαστή, ειρηνοδίκη ή άλλο εξουσιοδοτημένο υπάλληλο του αιτούντος Κράτους, και είναι επικυρωμένο ενόρκως ή με τη διαβεβαίωση μάρτυρα ή σφραγισμένο με επίσημη ή δημόσια σφραγίδα του αιτούντος Κράτους ή υπουργού ή άλλου αξιωματούχου της Κυβέρνησης του αιτούντος Κράτους. Στην προκειμένη περίπτωση, η ....., αξιωματούχος της Κυβέρνησης του αιτούντος Κράτους της Αυστραλίας, με υπογεγραμμένη βεβαίωση, η οποία τοποθετήθηκε ως το πρώτο έγγραφο της αίτησης και των συνοδευτικών εγγράφων, επικυρώνει, ότι τα επισυναπτόμενα έγγραφα προσκομίζονται, ως συνοδευτικά της Αυστραλιανής αίτησης έκδοσης. Η βεβαίωση και τα επισυναπτόμενα έγγραφα ήταν δεμένα μεταξύ τους με μία κορδέλα, που ήταν κολλημένη στη βεβαίωση με την επίσημη σφραγίδα της Κυβέρνησης της Αυστραλίας. Η κατ' αυτόν τον τρόπο γενόμενη επικύρωση των συνοδευτικών εγγράφων και υπογραφή της πιο πάνω βεβαίωσης, από εξουσιοδοτημένο υπάλληλο και αξιωματούχο της Κυβέρνησης του αιτούντος Κράτους πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 6 παρ. 2 της Συνθήκης, χωρίς να απαιτείται, επιπλέον, να καθορίζονται ένα προς ένα τα συμπεριληφθέντα στην αίτηση έγγραφα και να αναφέρεται ο συνολικός αριθμός τους, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο εκκαλών εκζητούμενος. VI ΙΙ. Μεταξύ των πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση του εκκαλούντος, είναι και οι αναφερόμενες στην πιο πάνω παράγραφο, με αριθμούς 8, 15 και 17 και οι οποίες προσδιορίζονται ως "ένα αδίκημα, κατά παράβαση του άρθρου 79
(1)του Νόμου περί Ναρκωτικών, Δηλητηρίων και Ελεγχόμενων Ουσιών
(1981)(Πολιτεία της Βικτώριας)", ότι δηλαδή, κατά τις αναφερόμενες στην αίτηση εκδόσεως περιόδους, ο εκζητούμενος "συνωμότησε για τη διακίνηση ναρκωτικού εξάρτησης (ήτοι methylamphetamine ή και methylenedioxy και ecstasy στην περίπτωση 15), σε ποσότητα που προβλέπεται από το νόμο ως εμπορεύσιμη ποσότητα αυτού του ναρκωτικού εξάρτησης". Όπως αναφέρεται στην ένορκη κατάθεση του Κατηγόρου Bruce Andrew Charles Gardner (παρ. 46, 50 κ.α.), η πιο πάνω παράβαση του άρθρου 79
(1), αφορά "συνέργεια σε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών σε ποσότητα όχι μικρότερη από την εμπορεύσιμη ποσότητα που ισχύει ενάντια στο Νόμο περί Ναρκωτικών, Δηλητηρίων και Ελεγχόμενων Ουσιών 1981". Στην αυτή ένορκη βεβαίωση αναφέρεται, ότι "το σχετικό μέρος της παραγράφου 79
(1)ορίζει ότι το άτομο που συνεργεί με κάποιο άλλο άτομο ή άλλα άτομα για τη διάπραξη ενός αδικήματος ενάντια στην παράγραφο 71 είναι ένοχος για αδίκημα που διώκεται και υπόκειται στις ίδιες χρηματικές και στερητικές ποινές, όπως εάν είχε διαπράξει το προαναφερόμενο αδίκημα....". Αντίγραφο δε της εν λόγω παραγράφου 79
(1), παρατίθεται, ως πειστήριο με αριθμό BACG -15, κατά το οποίο, υπό τον τίτλο "Συνωμοσία", το εν λόγω αδίκημα ορίζεται ως εξής. "Ένα άτομο που συνωμοτεί με ένα άλλο ή άλλα άτομα, προκειμένου να διαπράξει ένα αδίκημα, σύμφωνα με οποιονδήποτε από τους όρους των παραγράφων 71, 71 Α, 71Β, 72 ή 73, είναι ένοχος για διώξιμο αδίκημα και υποκείμενος στην ίδια ποινή σε χρηματικό πρόστιμο και κατάσχεση ως αν είχε διαπράξει ο ίδιος το προαναφερθέν αδίκημα". Από τις πιο πάνω διατυπώσεις της προαναφερόμενης διάταξης του Κράτους που ζητεί την έκδοση, προκύπτει ότι τυποποιούνται ως αδίκημα οι προπαρασκευαστικές πράξεις, με την μορφή της "συνομοσίας", δηλαδή της συναπόφασης (πρβλ άρ.135 παρ. 4 ΠΚ), προκειμένου να τελεσθούν τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή εγκλήματα και ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, αυτό της διακίνησης ναρκωτικών. Ανάλογη διάταξη στο ημεδαπό δίκαιο, χωρίς να ταυτίζεται απολύτως, είναι εκείνη του άρ. 20 παρ. 1 περ. ιγ του ΚΝ 3459/2006 (άρ. 5 παρ. 1 περ. 1ιγ του Ν. 1729/1987), κατά την οποία με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και με χρηματική ποινή 2900 μέχρι 290.000 ευρώ τιμωρείται, όποιος "οργανώνει, χρηματοδοτεί, κατευθύνει ή εποπτεύει με οποιονδήποτε τρόπο την τέλεση κάποιας από τις ανωτέρω αναφερόμενες πράξεις ή δίνει σχετικές οδηγίες ή εντολές". Με τη διάταξη αυτή, τυποποιούνται σε ιδιαίτερη αντικειμενική υπόσταση μορφές προπαρασκευαστικών ή συμμετοχικών δραστηριοτήτων στις προβλεπόμενες στο ίδιο άρθρο αυτουργικές πράξεις. Και είναι μεν αληθές ότι υποστηρίζεται, ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται να υπάρξει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης σε μία από τις πράξεις του άρ. 5 παρ. 1 του ν. 1729/87, πλην όμως, όπως ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 2 της Συνθήκης, για να προσδιοριστεί αν ένα αδίκημα συνιστά παραβίαση της νομοθεσίας των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών, εκτός από το ότι δεν λαμβάνεται υπόψη ο νομικός χαρακτηρισμός της πράξεως, "λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των πράξεων και παραλείψεων, για τις οποίες το εκζητούμενο πρόσωπο κατηγορείται και είναι αδιάφορο, αν, σύμφωνα με τη νομοθεσία των Συμβαλλόμενων Κρατών, διαφέρουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος". Εξάλλου, η προβλεπόμενη από την πιο πάνω διάταξη της παραγράφου 79
(1)του Νόμου περί Ναρκωτικών, Δηλητηρίων και Ελεγχόμενων Ουσιών
(1981)της Πολιτείας της Βικτώριας, είναι αξιόποινη και κατά τη διάταξη της παρ. 3α του άρ. 187 του ελληνικού ΠΚ, κατά την οποία " όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παρ. 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα(συμμορία), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" (όχι όμως και της παρ. 1 του ΠΚ, που προϋποθέτει ύπαρξη δομημένης εγκληματικής οργάνωσης, για τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων, μεταξύ των οποίων και των σχετικών με τα ναρκωτικά). Επομένως, ο διαλαμβανόμενος στον με στοιχ. Δ.1 λόγο έφεσης ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι, οι περιγραφόμενες στις πιο πάνω περιπτώσεις, πράξεις του, δεν είναι αξιόποινες κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και, επομένως, δεν είναι επιτρεπτή η έκδοσή του, λόγω ελλείψεως της συνδρομής της προϋποθέσεως του διπλού αξιοποίνου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Αντιθέτως, είναι βάσιμος ο με το ίδιο περιεχόμενο και με το στοιχείο Δ2 λόγος εφέσεως, κατά τον οποίο οι αναφερόμενες με αριθμούς 18 και 19 πράξεις, οι οποίες προσδιορίζονται, η μεν πρώτη, ως "ένα αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 321
(1)του Νόμου περί Εγκλημάτων 1958 (Πολιτεία της Βικτώριας), για το ότι δηλαδή, κατά την περίοδο Μαΐου 2007 με 27 Μαΐου 2007, συνωμότησε με άλλο άτομο με την πρόθεση της εκτροπής της δικαιοσύνης εκ της ορθής οδού", η δε δεύτερη, ως "ένα αδίκημα κατά παράβαση του εθιμικού δικαίου της Πολιτείας της Βικτώριας, ότι δηλαδή κατά την περίοδο του Φεβρουαρίου 2004 με 2 Ιουνίου 2005, αποπειράθηκε να εκτρέψει τη δικαιοσύνη εκ της ορθής οδού", δεν είναι αξιόποινες κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην ένορκη κατάθεση του Κατηγόρου Bruce Andrew Charles Gardner (παρ. 124 και 133 επ.) σχετικά με την πιο πάνω παράβαση της παραγράφου 321
(1), "στο εθιμοτυπικό δίκαιο, άτομο είναι ένοχο για εκτροπή της δικαιοσύνης όταν το άτομο εμπλέκεται σε συμπεριφορά η οποία έχει την τάση να εκτρέψει την δικαιοσύνη και το κάνει με σκοπό να εκτρέψει την δικαιοσύνη. Είτε πετύχει η συμπεριφορά είτε όχι στην εκτροπή της δικαιοσύνης είναι άσχετο". Αντίγραφα δε των παραγράφων 321
(1)και. 321 c 1a) παρατίθενται ως πειστήρια με αριθμούς BACG -28 και BACG -29, τιμωρούνται δε οι πράξεις αυτές με κάθειρξη μέχρι 25 έτη. Οι αποδιδόμενες στον εκζητούμενο πράξεις αναφέρονται, η μεν πρώτη, στο ότι "συνωμότησε" με άλλον να εκτρέψει την δικαιοσύνη με τη σύναψη συμφωνίας μαζί του για να αναμειχθεί ως μάρτυρας σε μελλοντική δίκη στο Ανώτατο Δικαστήριο της Βικτώριας (βλ. ένορκη μαρτυρική κατάθεση του Αστυνομικού Επιθεωρητή της Αστυνομίας της Βικτώριας ....... παρ.86, 98 επ.), στη δεύτερη δε περίπτωση, στο ότι "προσπάθησε να εκτρέψει την πορεία της δημόσιας δικαιοσύνης ενθαρρύνοντας και υποκινώντας τον ...... να δώσει ψευδή κατάθεση..." (βλ. σχετικό πειστήριο με αρ. BACG -31). Από τις πιο πάνω διατυπώσεις της προαναφερόμενης διάταξης του Κράτους που ζητεί την έκδοση και των αποδιδόμενων στον εκζητούμενο πράξεων, προκύπτει ότι τυποποιούνται, στην προκειμένη περίπτωση, ως αδίκημα, προπαρασκευαστικές πράξεις εκτροπής της δικαιοσύνης, γεγονός που αποκλείει την αντιστοιχία με το προβλεπόμενο από τον ελληνικό Π.Κ. πλημμέλημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία (46 παρ. 1, 224 ΠΚ), αφού, από τα συνοδευτικά της αιτήσεως για την έκδοση έγγραφα δεν προκύπτει, ότι, κατά την αποδιδόμενη στον εκζητούμενο κατηγορία, έλαβε χώρα τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως (απόπειρα) ψευδορκίας από τον ......., αλλά μόνο προσπάθεια "εκτροπής της δικαιοσύνης" από τον εκζητούμενο. Επομένως, αφού για τις πράξεις αυτές δεν υπάρχουν αντίστοιχες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, έστω και με διάφορο νομικό χαρακτηρισμό, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρ. 2 της Συνθήκης, δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση, αφού δεν συντρέχει η απαιτούμενη, από τη διάταξη του αρ. 2 παρ. 1 της Συνθήκης, προϋπόθεση του "διπλού αξιοποίνου". ΙΧ. Mε τον με στοιχείο Ε λόγο εφέσεως, ο εκζητούμενος υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε εσφαλμένα, δια της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι οι κατ' αυτού κατηγορίες είναι βάσιμες, ενώ, όπως ισχυρίζεται, "εξετάζοντας τα πενιχρά στοιχεία που παρατίθενται για την απόδειξη της βασιμότητας των εναντίον μου κατηγοριών, ειδικότερα τις ένορκες βεβαιώσεις των αστυνομικών υπαλλήλων που προσκομίζονται, καθίσταται ολοφάνερη η παντελής έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων ικανών κατά την ελληνική έννομη τάξη να με οδηγήσουν ενώπιον της ποινικής δικαιοσύνης". Όμως το Συμβούλιο Εφετών, όπως και το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, που επιλαμβάνεται της εξετάσεως της αιτήσεως εκδόσεως του αλλοδαπού εκζητουμένου, δεν δύναται, όπως ήδη και πιο πάνω έχει αναφερθεί, να προβεί στην έρευνα για την ύπαρξη ή μη ενδείξεων ενοχής αυτού, μη εφαρμοζομένης εν προκειμένω της παρ. 2 του άρθρου 450 του ΚΠΔ, αφού η Συνθήκη Έκδοσης μεταξύ Ελλάδος και Αυστραλίας δεν διαλαμβάνει, μεταξύ των περιοριστικώς αναφερομένων στο άρθρο 5 δικαιολογητικών, που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση εκδόσεως και τα αποδεικτικά στοιχεία εκ των οποίων προκύπτουν ενδείξεις ενοχής του εκζητουμένου. Επομένως τα όσα διαλαμβάνονται στην κρινόμενη έφεση, που ανάγονται στην βασιμότητα της αποδιδόμενης από τις αρχές της Αυστραλίας στον εκζητούμενο κατηγορίας, πρέπει, ως απαράδεκτα, να απορριφθούν. Χ. Οι αναφερόμενοι με το στοιχείο ΣΤ 1, λόγοι εφέσεως, για παραβίαση του δικαιώματος του εκκαλούντος σε δίκαιη δίκη κατά τη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών (λόγω απόρριψης αιτήματος αναβολής, κλητεύσεως μάρτυρα, διορισμού και δεύτερου διερμηνέως, αναγνώσεως εγγράφων), πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, διότι ο Άρειος Πάγος, δικάζοντας ως Δικαστήριο δευτέρου βαθμού επί εφέσεως του εκζητουμένου (άρθ. 451 ΚΠΔΦ), ερευνά, βάσει των προβαλλομένων λόγων, εκ νέου την υπόθεση. Περαιτέρω, ο εκζητούμενος υποστηρίζει ότι συντρέχουν λόγοι που παρεμποδίζουν την έκδοσή του στην Αυστραλία, προκειμένου να δικαστεί εκεί για τις εναντίον του κατηγορίες, και ότι αυτή ήταν αναμφιβόλως άδικη, διότι αποκλείεται να τύχει μιας δίκαιης δίκης, όπως επιτάσσει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, λόγω του ότι το όνομά του, η προσωπική του ζωή και κυρίως η εμπλοκή του με την αυστραλιανή δικαιοσύνη απασχολούν εντονότατα και σχεδόν καθημερινά την επικαιρότητα της χώρας και ότι χαρακτηρισμοί, όπως εγκληματική προσωπικότητα, "νονός" του υποκόσμου, έμπορος ναρκωτικών, γκάγκστερ κλπ, συνοδεύουν σε σταθερή βάση κάθε αναφορά στο όνομά του από τα ΜΜΕ και, δεδομένου ότι στην Αυστραλία τα ποινικά δικαστήρια συγκροτούνται από ενόρκους, η καταδίκη του είναι αναμενόμενη με απόλυτη βεβαιότητα. Επίσης, ισχυρίζεται ότι οι αναφερόμενες στην έφεσή του δημόσιες δηλώσεις κρατικών και δικαστικών λειτουργών έχουν καταργήσει το τεκμήριο αθωότητάς του, ενώ παράλληλα υφίσταται ρατσιστική προκατάληψη σε βάρος του, από την αγγλοσαξονική πλειοψηφία των πολιτών, λόγω του ότι είναι μετανάστης αραβικής καταγωγής. Τέλος, υποστηρίζει ότι δεν θα τύχει δίκαιης δίκης, διότι και κατά το παρελθόν αντιμετωπίστηκε αδίκως, καθόσον απορρίφθηκε το αίτημά του για τη χορήγηση ευεργετήματος πενίας και διότι, μετά την φυγή του από την Αυστραλία, συνεχίστηκε η δίκη εναντίον του και καταδικάστηκε ερήμην, ενέργεια η οποία ήταν μεν σύννομη, αλλά σπάνια. Οι πιο πάνω αιτιάσεις του εκκαλούντος είναι αβάσιμες. Το γεγονός ότι το πρόσωπό του εκκαλούντος και η εμπλοκή του με την Δικαιοσύνη της Αυστραλίας έχει λάβει μεγάλη δημοσιότητα και τα ΜΜΕ τον αντιμετωπίζουν αρνητικά, δεν συνιστά λόγο απαγόρευσης της έκδοσης, ούτε προέκυψε ότι, εξαιτίας της αρνητικής αυτής δημοσιότητας, δεν θα έχει τη δυνατότητα δίκαιης δίκης. Αντιθέτως προέκυψε ότι το εκζητούν Κράτος δύναται να λάβει και λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα προς εξασφάλιση δίκαιης δίκης και προς διασφάλιση του υπέρ αυτού τεκμηρίου αθωότητας, ανεξάρτητα από τυχόν αναφερόμενες στο πρόσωπό του δυσμενείς δηλώσεις αξιωματούχων ή των ΜΜΕ ή και από τυχόν υφιστάμενες ρατσιστικές προκαταλήψεις. Έτσι, το Ανώτατο Δικαστήριο της Πολιτείας της Βικτώριας εξέδωσε απόφαση που απαγορεύει την μετάδοση, δημοσίευση, εκπομπή ή παρουσίαση τηλεοπτικής σειράς - συμπεριλαμβανομένης και της δημοσίευσης στο διαδίκτυο - που αναφέρεται στον "πόλεμο του υποκόσμου και υποτίθεται ότι αναφέρεται και στις δραστηριότητες και στο πρόσωπο του εκζητουμένου. Περαιτέρω, ο εκκαλών ισχυρίζεται, ότι, για τους αναφερόμενους στην έφεσή του λόγους, η έκδοσή του στην Αυστραλία θα ισοδυναμούσε αυτή τη στιγμή με βέβαιη καταδίκη του σε θάνατο, καθόσον ήδη έχει δεχθεί επανειλημμένως απειλές κατά της ζωής της δικής του και των μελών της οικογένειας του, ενώ ομάδα αδίστακτων δολοφόνων, που ευθύνονται για εκατοντάδες δολοφονίες, έχουν εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό εναντίον του. Ο ισχυρισμός αυτός, ως λόγος εφέσεως προβαλλόμενος, είναι απορριπτέος προεχόντως, διότι δεν αποτελεί λόγο απαγόρευσης της έκδοσης η προβαλλόμενη από τον εκζητούμενο διακινδύνευση της σωματικής ακεραιότητας ή της ζωής του από τρίτα, άσχετα προς το εκζητούν Κράτος, πρόσωπα. Είναι δε προφανές ότι ο επικαλούμενος κίνδυνος ζωής δεν σχετίζεται με τη έκδοση του αιτούντος. Άλλωστε, δεν προέκυψε ότι η Χώρα που ζητεί την έκδοση δεν έχει τη δυνατότητα να προστατεύσει τον εκζητουμένο από τον επικαλούμενο κίνδυνο ζωής του. Επίσης, ουδόλως προέκυψε ότι, αν εκδοθεί ο εκκαλών, οι Αρχές της Αυστραλίας, εκμεταλλευόμενες τον κίνδυνο για τη ζωή του και το γεγονός ότι έχει αδίκως και αβασίμως χαρακτηριστεί ως "νονός" του οργανωμένου εγκλήματος, όπως υποστηρίζει, θα τον εγκλείσουν σε φυλακές υψίστης ασφαλείας, και θα τον κρατήσουν σε διαρκή και πλήρη απομόνωση, με απάνθρωπες και εξευτελιστικές συνθήκες κράτησης. Η αιτίαση, επίσης, του εκκαλούντος ότι η αίτηση έκδοσης δεν περιλαμβάνει και την απαιτούμενη δήλωση της Αυστραλίας, ότι, σε περίπτωση έκδοσής του, θα επιτρέψει τη προσβολή της ερήμην καταδικαστικής απόφασής του με ένδικα μέσα, δεν είναι νόμιμη, αφού η Συνθήκη δεν απαιτεί παρόμοια δήλωση. ΧΙ. Όλα τα προαναφερόμενα αδικήματα, για τα οποία κρίθηκε ότι συντρέχει η προϋπόθεση του "διπλού αξιοποίνου", τιμωρούνται σύμφωνα με τη νομοθεσία της Αυστραλίας με τη στέρηση ελευθερίας, κατά ανώτατο όριο για έναν τουλάχιστο χρόνο ή με αυστηρότερη ποινή και έχουν διαπραχθεί εντός της επικράτειας της Αυστραλίας. Οι παραπάνω πράξεις, οι οποίες είναι επίσης αξιόποινες από το Ελληνικό Ποινικό Δίκαιο (άρθρο 299 Π.Κ.), το οποίο επισύρει ποινή ισόβιας κάθειρξης, για την ανθρωποκτονία με πρόθεση και τον Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά (άρ. 20 ΚΝ. 3459/2006 και 5 παρ. 1 περ. ιγ του Ν. 1729/1987, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του, και ο οποίος επισύρει, για τις αντίστοιχες παραβάσεις, ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα
(10)ετών και χρηματική ποινή από 2.900 ευρώ μέχρι 290.000 ευρώ. Εξάλλου, από τα έγγραφα της δικογραφίας και δη την περιγραφή του εκζητουμένου και το φωτογραφικό υλικό που ελήφθη στη Μελβούρνη της Αυστραλίας κατά το χρόνο της συλλήψεως του εκζητουμένου, προκύπτει η ταυτότητα και η υπηκοότητα αυτού (που και ο ίδιος συνομολογεί), δηλαδή ο συλληφθείς ταυτίζεται με τον εκζητούμενο κατηγορούμενο. Με τα δεδομένα αυτά, αφού: α) ο εκζητούμενος ταυτίζεται με τον συλληφθέντα, β) υπάρχουν τα απαιτούμενα από τη διμερή Συνθήκη δικαιολογητικά για την έκδοση, γ) τα πιο πάνω αδικήματα, που αποδίδονται στον εκζητούμενο είναι από εκείνα, για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση, και δ) δεν υπάρχουν, κατά τους νόμους του αιτούντος Κράτους και τους ημεδαπούς νόμους, λόγοι, οι οποίοι εμποδίζουν τη δίωξη ή την επιβολή ποινής ή αποκλείουν ή εξαλείφουν το αξιόποινο, ούτε η έκδοση ζητείται για τα αναφερόμενα στη διάταξη της παρ. 1 του άρ. 3 της Συνθήκης εγκλήματα, αλλά ούτε πρόκειται να διωχθεί για πράξη διαφορετική από εκείνες για τις οποίες ζητείται η έκδοσή του, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του εκζητουμένου στην Αυστραλία, για τις πιο πάνω πράξεις αφού απορριφθούν ως αβάσιμοι όλοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί του εκζητουμένου (πλην των αναφερόμενων στην πράξη της εκτροπής της δικαιοσύνης). Καθόσον αφορά το υποβληθέν με την έφεση αίτημα του εκζητουμένου να αναβληθεί (κατά τα άρ. 4 της Συνθήκης και 441 Κ.Π.Δ.), η εξέταση της αίτησης έκδοσης για το λόγο ότι έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Β' Αυτοφώρου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για να δικαστεί για την πράξη της πλαστογραφίας πιστοποιητικών (άρθρο 217 Π.Κ.), η εκδίκαση της οποίας της είχε ορισθεί για τις 03.09.2007, πρέπει να απορριφθεί, διότι στερείται πλέον αντικειμένου, ως εκ της παρελεύσεως της εν λόγω χρονολογίας. Χ ΙΙ. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή έφεση του εκζητούμενου, να εξαφανιστεί η απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά τη διάταξη για την γνωμοδότηση υπέρ της έκδοσής του και για τις πράξεις που αναφέρονται στην αίτηση εκδόσεως με στοιχεία xviii και xix, κατά τις οποίες ο εκκαλών φέρεται ότι, κατά την περίοδο 15 Μαΐου 2006 με 27 Μαΐου 2007 και κατά την περίοδο του Φεβρουαρίου 2004 με 2 Ιουνίου 2005, συνωμότησε με άλλο άτομο με την πρόθεση της εκτροπής της δικαιοσύνης εκ της ορθής οδού και αποπειράθηκε να εκτρέψει τη δικαιοσύνη από την ορθή οδό. Αντίθετα, ως προς τις λοιπές πράξεις, το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε ότι η προκείμενη αίτηση εκδόσεως είναι παραδεκτή και νόμιμη και ότι συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις της εκδόσεως του εκκαλούντος, δεν υπέπεσε σε κανένα σφάλμα πραγματικό ή νομικό και η έφεση, κατά το μέρος αυτό, με τους λόγους της οποίας υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει το αίτημα αναβολής. Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ' ουσία την έφεση κατά της 40/2007 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό. Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση μόνο κατά τη διάταξη περί γνωμοδοτήσεως υπέρ της έκδοσης και για τις πράξεις που αναφέρονται στην αίτηση εκδόσεως με στοιχεία xviii και xix, κατά τις οποίες ο εκκαλών φέρεται ότι, κατά την περίοδο 15 Μαΐου 2006 με 27 Μαΐου 2007 και κατά την περίοδο του Φεβρουαρίου 2004 με 2 Ιουνίου 2005, συνωμότησε με άλλο άτομο με την πρόθεση της εκτροπής της δικαιοσύνης εκ της ορθής οδού και αποπειράθηκε να εκτρέψει τη δικαιοσύνη από την ορθή οδό. Γνωμοδοτεί ότι δεν πρέπει να εκδοθεί ο εκζητούμενος Χ1, για τις αμέσως πιο πάνω πράξεις, ως προς τις οποίες εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση. Απορρίπτει την έφεση κατά τα λοιπά. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ