← Ελλάδα

ΑΠ 704/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 704 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών. Περίληψη: Ασφαλιστικές εισφορές. Στοιχεία μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών. Αιτιολο-γημένη καταδίκη. Δεν απαιτείται να αναφέρεται, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, ο αριθμός των απασχοληθέντων μισθωτών και οι αποδοχές τους. Δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια η τυχόν αντίθεση μεταξύ του πορίσματος της αποφάσεως και αποδεικτικού μέσου (καταθέσεως μάρτυρος). Ως ασάφεια ή αντίφαση, που συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθεμένων στο σκεπτικό, είτε μεταξύ αυτών και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό και όχι η τυχόν αντίθεση αποδεικτικού μέσου προς τις παραδοχές της αποφάσεως, καθόσον το τελευταίο ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά. Απορρίπτει. Αριθμός 704/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη, Γεώργιο χρυσικό και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Πέτρου, για αναίρεση της με αριθμό 532/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 902/

  1. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παραγρ. 1 του άρθρου 1 του α.ν 86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτή ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεως τους στους κατά την παράγρ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ.1 και 5 του α.ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης κατά τις ως άνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου α.ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Εξάλλου η απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 130 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ενόψει αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 αποφάσεως, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ. ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωση του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 532/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για μη έγκαιρη καταβολή στο ΙΚΑ εργοδοτικών και εργατικών εισφορών και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 14 μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της, δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, τα εξής: Ο κατηγορούμενος, στη ...... Αταλάντης "κατά τη μισθολογική περίοδο από 1.1.2001 μέχρι 31.12.2001, ΔΧ 2000 και ΔΧ 2001", ως διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία "........ΕΠΕ", που διατηρούσε επιχείρηση ιχθυοκαλλιέργειας, απασχόλησε στην επιχείρηση αυτή με σχέση εξαρτημένης εργασίας προσωπικό ασφαλισμένο στο ΙΚΑ, προς το οποίο, ενώ είχε υποχρέωση να καταβάλει για την ασφάλιση του προσωπικού αυτού, εντός τριάντα ημερών από το τέλος εκάστου μηνός εντός του οποίου εργάσθηκε κάθε εργαζόμενος, δεν κατέβαλε εργοδοτικές εισφορές που τον βάρυναν ποσού 11.623,77 ευρώ και προς το οποίο δεν απέδωσε, εντός της ανωτέρω προθεσμίας, εργατικές εισφορές ποσού 5.811,89 ευρώ, τις οποίες παρακράτησε από τις αποδοχές των απασχοληθέντων στην επιχείρηση προκειμένου να τις αποδώσει στο ΙΚΑ. Με αυτά που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του ως άνω άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 86/1967 και του άρθρου 375 Π.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, με αντιφατικές ή ελλιπείς παραδοχές στο πόρισμά της. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού α) δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινίζεται στην απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, αν η διαχείριση που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι ασκούσε ο αναιρεσείων στην εταιρία ".......ΕΠΕ" είχε ανατεθεί σ' αυτόν δια του καταστατικού της εν λόγω εταιρίας ή με απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων της, αρκούσης της παραδοχής ότι ήταν αυτός διαχειριστής, κατά τον κρίσιμο χρόνο, και άρα δικαιούμενος να την εκπροσωπεί και να ενεργεί επ' ονόματί της κάθε πράξη διαχειρίσεως και διαθέσεως, εντός των ορίων του σκοπού της, κατ' άρθρο 18 παρ. 1 του Ν.3190/1955, β) δεν ήταν αναγκαίο, επίσης, να προσδιορίζεται στην απόφαση πόσοι ήταν οι μισθωτοί που απασχολήθηκαν στην επιχείρηση κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και ποιες ήταν οι αποδοχές τους, διότι τα εν λόγω στοιχεία, δεν αποτελούν στοιχεία απαραίτητα για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 86/;967 και γ) από τη σοφή έκφραση στην απόφαση, τόσον στην αυτοτελή αιτιολογία της, όσον και στο διατακτικό της "κατά τη μισθολογική περίοδο από 1.1.2001 μέχρι 31.12.2001" δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το χρονικό διάστημα που με την έκφραση αυτή προσδιορίζεται αφορά σε ολόκληρο το έτος
  2. Η προβαλλόμενη, από τον αναιρεσείοντα, ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, αντίθεση, κατ' αυτόν, της ανωτέρω παραδοχής της αποφάσεως προς την κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια με την έννοια της ασάφειας ή αντιφάσεως και εντεύθεν της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Άλλωστε ως ασάφεια ή αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθεμένων στο σκεπτικό της αποφάσεως, είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό και όχι η τυχόν αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως. Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι της αιτήσεως, συνακολούθως δε να απορριφθεί κατ' ουσίαν η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Μαρτίου 2007 αίτηση του X1, περί αναιρέσεως της 532/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.