← Ελλάδα

ΑΠ 706/2009 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 706 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση Επανάληψης Διαδικασίας καταδικαστικής αποφ. Τριμ. Εφετ. Αθηνών, υπό χήρας και τέκνων αποβιώσαντος - καταδικασθέντος, κατά 525, 527 ΚΠΔ. Παραδεκτή η αίτηση επαναλήψεως της πρωτοβάθμιας δίκης, όταν το Εφετείο, μετά το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως, δεν εισέλθει στην κατ΄ ουσία έρευνα της υποθέσεως και παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω μεσολαβήσαντος θανάτου του εκκαλούντος κατηγορουμένου, διότι τότε, δεν αίρεται η ύπαρξη του εγκλήματος και η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση, δεν αποβάλλει την ισχύ της και μπορεί να προσβληθεί με αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, από τους ενεργητικά νομιμοποιούμενους προς τούτο οικείους του θανόντος, που έχουν έννομο συμφέρον προς τούτο, γιατί η υπόθεση δεν ερευνήθηκε στην ουσία στο εφετείο και παρά την παραγραφή, λόγω του θανάτου του καταδικασθέντος, το ηθικό στίγμα και η μομφή σε βάρος του οικείου τους και αυτών που ασκούν ίδιο δικαίωμα παραμένει να υφίσταται. Δεκτή, λόγω αποκάλυψης νέων αποδείξεων (δύο Ενόρκων Βεβαιώσεων δύο αυτοπτών μαρτύρων - της Αντεισαγγ. Πρωτοδικών Αλ. Μ. και του Δικηγόρου - αντιδίκου του εγκαλούντος, Ιω. Γκ. και της Εκθ. Επιθεώρησης του Αρεοπαγίτη Επιθεωρητή κ. Γ. Σ.), άγνωστων στους δικάσαντες δικαστές, για συνδρομή και εφαρμογή του προβληθέντος και απορριφθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου του άρθρου 308 παρ. 3 ΠΚ, που ήταν και θέση της μειοψηφίας. Ακυρώνει τη με αριθμό 11100/2005 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΠΟΠΔ λόγω θανάτου του καταδικασθέντος κατηγορουμένου. Αριθμός 706/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αιτούντων

  1. Χ1,
  2. Χ2 και
  3. Χ3, κατοίκων ....., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χατζή, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 11100/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαρτίου 2008 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 409/2008 Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 160/7-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: I) Με την υπ'αριθμ. 11100/2005 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο Α καταδικάστηκε κατά πλειοψηφία για απλή σωματική βλάβη με το ελαφρυντικό ότι ωθήθηκε στην πράξη από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντα -308 § 1 εδ. α ΠΚ- Η άνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος απεβίωσε προ της εκδικάσεως της ασκηθείσης υπ'αυτού εφέσεως και το Α' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ'αριθμ. 203/2007 απόφασή του έπαυσε οριστικά την κατ'αυτού ποινική δίωξη. Η σύζυγος και τα τέκνα αυτού Χ1, Χ2 και Χ3, υπέβαλαν δια πληρεξουσίου με βάση τις από 5-3-2008 εξουσιοδοτήσεις αυτών, στις οποίες βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής τους από την δικηγόρο Αθηνών Ειρήνη Καλλιγέρου- στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου στις 11-3-2008 την από 7-3-2008 αίτηση με την οποία ζητούν την επανάληψη της σε βάρος του συζύγου και πατέρα του ανωτέρω κατηγορούμενου ποινικής διαδικασίας αναφέροντας ότι μετά την άνω (πρωτόδικη) καταδίκη ανακαλύφθησαν νέες-άγνωστες στους καταδικάσαντες δικαστές- αποδείξεις οι οποίες, σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες, καθιστούν φανερό ότι συνέτρεχε ο λόγος απαλλαγής του άρθρου 308 § 3 Π.Κ.: Συγκεκριμένα, οι νέες αποδείξεις είναι οι ένορκες ενώπιον συμβολαιογράφου καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων Β και Γ από τους οποίους η πρώτη το πρώτον κατέθεσε, ο δε δεύτερος διευκρινίζει και συμπληρώνει την ενώπιον του καταδικάσαντος δικαστηρίου δοθείσα κατάθεσή του άλλα νέα στοιχεία, ήτοι τα επικαλούμενα έγγραφα τα οποία -κατά την αίτηση- δεν ελήφθησαν υπόψη από τους καταδικάσαντες, τα οποία σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες αποδείξεις καθιστούν φανερόν ότι συντρέχει ο προσωπικός λόγος απαλλαγής από της ποινής του άρθρου 308 § 3 Ποιν. Κ. ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 527 § 1 Κ.Ποιν.Δ. η αίτηση επαναλήψεως υποβάλλεται από τα αναφερόμενα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και η σύζυγος και τα παιδιά του καταδικασθέντος και -μετά το θάνατο αυτού (βλ. ΑΠ 1336/2001, Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία τομ. γ'

(1977)σελ. 385 προς αποκατάσταση της μνήμης του αδίκως καταδικασθέντος, που μπορούν να την υποβάλλουν και δια πληρεξούσιου -465 § 1 Κ.Ποιν.Δ. και δη και με απλή έγγραφη δήλωση με βεβαιωμένη τη γνησιότητα της υπογραφής του δικαιούχου από δικηγόρο (βλ. ΑΠ 598/94, ΑΠ 428/93, ΑΠ 645/2003 κ.ά.). ΙΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 περ. 2. "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθησαν νέα- άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν -γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό (αντιστοιχεί στο πρόδηλον του κειμένου της καθαρεύουσας) ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος (ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Κατά την έννοια της άνω διατάξεως ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις, κατά πάγια νομολογία, θεωρούνται εκείνα τα πραγματικά στοιχεία που δεν υπεβλήθησαν στο καταδικάσαν δικαστήριο και μάλιστα ασχέτως αν αυτά δημιουργήθησαν μεταγενέστερα ή προϋπήρχαν της καταδίκης (βλ. Ζησιάδη ο.π. σελ. 378, Καρρά Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο
(2007)σελ. 1059-1060, Δαλακούρα ο.π. σελ. 200 με παραπομπές στη σημ. 508). Είναι δε αδιάφορον αν ήσαν γνωστά στον καταδικασθέντα (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Π.Δ. τόμ. β'σελ. 308, Ζησιάδη ο.π. σελ. 377 Δαλακούρα-Επανάληψη της διαδικασίας
(2007), σελ. 201, ΑΠ 1583/2003, ΑΠ 1061/90, ΑΠ 1483/84, ΑΠ 196/61 κ.α.-'Ο,τι δεν αποτέλεσε αντικείμενο επεξεργασίας της διαδικασίας είναι πάντοτε νέο και είναι πάντοτε άγνωστο (βλ. Κιούπη ΠΧρ ΜΘ 206, Ανδρουλάκη ο.π. σελ. 530). Ως γεγονός νοείται εδώ κάθε τι που μπορεί να αναιρέσει/καταλύσει ευθέως ή συλλογιστικά δηλ. επαγωγικά, την ύπαρξη ενός υπό ευρεία έννοια του αξιοποίνου είτε στο καθαρά πραγματικό επίπεδο είτε σε συνδυασμό και με νομικές εκτιμήσεις (βλ. Ανδρουλάκη -Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης
(2007)σελ. 529 Νο 843), οι οποίες μπορούν να αφορούν και την θεμελίωση προσωπικού λόγου που αποκλείει την ποινή (ΑΠ 1498/99 ΝοΒ 2000 σελ. 323=ΠΧρ Ν 709) αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει αξιόποινος δράστης -πρβλ Χωραφά, Ποινικό Δίκαιο
(1978)σελ. 425, 427, Γάφο Ειδικό Ποινικό, τεύχος Δ σελ. 104, Μπέκα - Η προστασία της ζωής και υγείας στον ΠΚ
(2004)σελ. 330 με παραπομπές, Σταμάτη, Γενικαί Αρχαί Συρροής ... σελ. 94, Μπουρόπουλο Ερμ. ΠΚ. Υπό 308 σελ. 508, ΑΠ 1372/2000, ΑΠ 2009/2001, ΑΠ 2293/2002, ΑΠ 1931/2002, ΑΠ 133/98 κ.α. - που αναφέρονται ειδικά για το άρθρο 308 § 3 Π.Κ. - και συνεπώς εκδίδεται αθωωτική απόφαση (ή βούλευμα να μη γίνει κατηγορία βλ. ΑΠ 271/57 πρβλ. ΑΠ 1372/2000). Τα γεγονότα προκύπτουν από τις αποδείξεις. 'Ετσι τέτοιες είναι και καταθέσεις νέων μαρτύρων ή συμπληρωματικές καταθέσεις που συμπληρώνουν ή διευκρινίζουν εκείνα που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου (βλ. ΑΠ 1588/2005, ΑΠ 124/2006, ΑΠ 355/2003, ΑΠ 7/2003, ΑΠ 727/2002 κ.α.). Επιτρέπεται σε προσαγωγή νέων και άγνωστων -κατά την ανωτέρω έννοια- αποδείξεων προς απόδειξη πραγματικού ή νομικού ισχυρισμού περί γεγονότος γνωστού μεν στο δικαστήριο πλην όμως απορριφθέντος ως αναπόδεικτου -βλ. ΑΠ 259/82 ΠΧρ ΛΒ
  1. Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση είναι τυπικά δεκτή σε σχέση με τα φερόμενα νέα στοιχεία που στηρίζονται σε νέα κατάθεση, ήτοι της Β, και σε συμπληρωματική κατάθεση του Γ -όχι όμως και στα φερόμενα νέα στοιχεία που στηρίζονται στα αναφερόμενα έγγραφα, αφού όλα αυτά έχουν ήδη τεθεί υπόψη του καταδικάσαντος δικαστηρίου και ελήφθησαν υπ' αυτού, δηλ. εκτιμήθησαν, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν (βλ. σελίδα 18 των πρακτικών) και πρέπει να εξεταστεί στην ουσία της. ΙV) Επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Α με την 11100/2005 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (-ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λόγω της ιδιότητας του καταδικασθέντος δικαστικός λειτουργός με το βαθμό του πρωτοδίκη-) καταδικάστηκε κατά πλειοψηφία για απλή σωματική βλάβη (308 § 1 εδ. α' Π.Κ) διότι "Στην ..... την 29-10-2003 με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του και ειδικότερα επιτέθηκε με γροθιές κατά του Δ ... με αποτέλεσμα να προξενήσει εις αυτόν θλαστικό τραύμα δεξιού άνω βλεφάρου με αιμάτωμα" -δέχεται δε περαιτέρω το δικαστήριο "ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη το από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντα". Στο σκεπτικό της άνω απόφασης γίνεται δεκτόν ότι ο κατηγορούμενος, υπηρετούσε στο Πρωτοδικείο Θηβών ως πρωτοδίκης, προέδρευε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θηβών όπου επρόκειτο να εκδικαστούν και τρεις υποθέσεις με κατηγορούμενο τον άνω παθόντα, πριν από την έναρξη της εκδίκασης των εν λόγω υποθέσεων ο άνω παθών παρέδωσε στον κατηγορούμενο αίτηση εξαίρεσης αυτού και της εισαγγελέως της έδρας, στην οποία αίτηση περιλάμβανε μειωτικές και προσβλητικές εκφράσεις κατά των ανωτέρω δικαστικών λειτουργών. Η συνεδρίαση διακόπηκε προκειμένου να δικαστεί η αίτηση εξαιρέσεως και παράλληλα οι ανωτέρω δικαστικοί λειτουργοί υπέβαλαν μηνύσεις κατά του παθόντα για συκοφαντική δυσφήμηση και τις απογευματινές ώρες εισήχθη ο άνω παθών να δικαστεί κατά την αυτόφωρη διαδικασία για την ανωτέρω πράξη. Ενώ ο εδώ παθών καθόταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου και ο εδώ κατηγορούμενος καθόταν στη δεύτερη σειρά των εδράνων του ακροατηρίου προκειμένου να εξετασθεί ως μάρτυρας, έφυγε από τα έδρανα των δικηγόρων ο δικηγόρος Γ και πήγε στο σημείο που καθόταν ο εδώ κατηγορούμενος και του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. 'Όταν ο εδώ παθών είδε τη σκηνή αυτή και επειδή ο Γ ήταν δικηγόρος των αντιδίκων του εδώ παθόντος την ημέρα εκείνη, υπέθεσε ότι κάτι θα είπε σε βάρος του και έκανε κατά του εδώ κατηγορούμενου μια κίνηση ενώνοντας και κινώντας χαρακτηριστικά τους δείκτες των χεριών του, υπονοώντας ότι οι ανωτέρω δικαστής και η δικηγόρος συνεννοούνται σε βάρος του. Βλέποντας την κίνηση αυτή ο εδώ κατηγορούμενος, κινήθηκε κατά του εδώ παθόντος και τον κτύπησε με γροθιά δίπλα στο δεξί του μάτι, προκαλώντας του θλαστικό τραύμα δεξιού άνω βλεφάρου με αιμάτωμα. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο ακροατήριο ο εδώ κατηγορούμενος είχε προβάλει τον αυτοτελή (βλ. ΑΠ 338/61, ΑΠ 232/76, ΑΠ 1372/2000 κ.α) ισχυρισμό ότι τέλεσε την πράξη διότι "παρασύρθηκε σ'αυτή από δικαιολογημένη αγανάκτηση" (ήτοι ζήτησε την εφαρμογή του άρθρου 308 § 3 Ποιν.Κ.), τον οποίο άνω αυτοτελή ισχυρισμό προέβαλε με πλήρη πραγματικά περιστατικά και στηριζόταν στην αναφερθείσα πιο πάνω συμπεριφορά του εδώ παθόντος. Το δικαστήριο απέρριψε κατά πλειοψηφία τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι "ο κατηγορούμενος δεν δικαιολογείται να παρασυρθεί από μία τέτοια πράξη και να την τελέσει μάλιστα μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου όπου εκτελεί τα καθήκοντά του, γιατί η αμέσως προηγηθείσα συμπεριφορά του εγκαλούντος (=εδώ παθόντος) δεν ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση, αλλά ήταν ανάλογη με τη συμπεριφορά που επέδειξε ο εγκαλών στην πρωινή συνεδρίαση του δικαστηρίου και είχε ως αποτέλεσμα την υποβολή μηνύσεως από μέρους του ήδη κατηγορουμένου. 'Αλλωστε η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως δικαστή επέβαλε σ'αυτόν να επιδείξει ψύχραιμη συμπεριφορά η οποία αποτελεί από τα πρώτιστα καθήκοντα του δικαστή και να σεβαστεί την αίθουσα στην οποία βρισκόταν να υπερασπίσει δε την τιμή και την υπόληψή του έναντι της προκλητικής συμπεριφοράς του εγκαλούντος όχι με αυτοδικία αλλά με υποβολή μηνύσεως, όπως έκανε και στην πρωινή συνεδρίαση του δικαστηρίου σε ανάλογη πρόκληση του εγκαλούντος". Από την πρώτη ανάγνωση της αιτιολογίας- σκεπτικού αυτού καθίσταται σαφές ότι, εάν ετίθετο υπό την κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ή του αναιρετικού δικαστηρίου, είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, αναιτιολόγητη και αντιφατική διότι παραβλέπει ότι το άρθρο 308 § 3 Π.Κ. ισχύει για όλους τους κατηγορουμένους, θέτει τον δικαστή ως κατηγορούμενο σε μειωνεκτική θέση έναντι των άλλων κατηγορουμένων χωρίς τούτο να μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε νομικά ούτε πραγματικά, συγχέει την ιδιότητα του κατηγορούμενου-παθόντα με αυτήν του δικαστή ως τέτοιου και δη απαιτεί από τον δικαστή να συμπεριφέρεται ως τέτοιος όχι μόνο στην έδρα (άρθρο 332 Κ.Ποιν.Δ.) αλλά και ως ιδιώτης -δηλ. εκτός των καθηκόντων του-, δεν εξηγεί γιατί η συμπεριφορά του εδώ παθόντος δεν ήταν "ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση", όταν μάλιστα δέχεται ότι προηγήθηκε αμέσως και φανερώνει ότι ο δικαστής με την ιδιότητά του αυτή και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του "συνεννοείται" σε βάρος του διαδίκου με τον αντίδικο του τελευταίου -συμπεριφορά που συνιστά και ποινικό αδίκημα (βλ. άρθρα 259, 235 επ. Π.Κ.) που μπορεί να οδηγήσει σε οριστική παύση από το δικαστικό σώμα (άρθρα 91, 93 οργ. Δικ.) και η οποία συνιστά και στην ουσία την πλέον βαρύτατη προσβολή για έναν δικαστικό λειτουργό, εξισώνει διάφορα πράγματα και δη τη συμπεριφορά του εδώ παθόντος που έλαβε χώραν την πρωινή συνεδρίαση σε βάρος του εδώ κατηγορουμένου και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου (όπου αυτός τήρησε το άρθρο 332 Κ.Ποιν.Δ.) με την συμπεριφορά που έλαβε χώραν την απογευματινή συνεδρίαση. Από τα νέα στοιχεία και δη την ένορκη κατάθεση της αυτόπτου μάρτυρα αντεισαγγελέως πρωτοδικών Β, που έδωσε στην συμβολαιογράφο Αθηνών Αγλαΐα Κατσούλα στις 4-3-2008 (βλ. την ..... ένορκη βεβαίωση αυτής), προκύπτει ότι "προτού το δικαστήριο αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού (=Δ) ο Γ, συνήγορος της Ε (=αντίδικος του Δ), ο οποίος μέχρι εκείνη την στιγμή καθόταν στα έδρανα των δικηγόρων, κινήθηκε προς την έξοδο της αίθουσας περνώντας δε δίπλα από τον Α ψιθύρισε ότι θα ερχόταν να καταθέσει ως μάρτυρας. Τούτο έγινε αντιληπτό από τον Δ, ο οποίος προφανώς είχε ακολουθήσει με το βλέμμα του τον Γ να εξέρχεται της αίθουσας. Στρέφοντας δε την πλάτη του προς το Δικαστήριο και γυρνώντας προς το μέρος όπου καθόμασταν, απευθυνόμενος στον Α, ένωσε και κίνησε χαρακτηριστικά τους δείκτες των χεριών του, σαφώς υπονοώντας ότι συναλλασσόταν με τον δικηγόρο της αντιδίκου του Ε ... . Η στιγμιαία αυτή έξαψη του Α, πυροδοτήθηκε αποκλειστικά και μόνο από την αμέσως προηγουμένη και ιδιαίτερα προκλητική χειρονομία του Δ με την οποία ετρώθη βάναυσα η τιμή και το κύρος του ανωτέρω δικαστικού λειτουργού και ότι οιοσδήποτε άλλος να ήταν στη θέση του θα είχε ενεργήσει ανάλογα ..." - από την οποία σαφώς εξειδικεύεται η προηγηθείσα αμέσως συμπεριφορά του εδώ παθόντος και ότι αυτή έλαβε χώραν ενώπιον του εδώ κατηγορουμένου και ενώπιον τρίτων και, δη σε ακροατήριο δικαστηρίου το οποίο γνώριζε την ιδιότητα του εδώ κατηγορουμένου. Από την συμπληρωματική ένορκη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα δικηγόρου Γ, την οποία έδωσε στις 14-2-2008 ενώπιον της συμβολαιογράφου Θηβών Φωτεινής Κανέλλου (βλ. την ..... ένορκη κατάθεση αυτής), προκύπτει ότι ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε -μεταξύ άλλων- "Αυτή τη στιγμή γυρίζει προκλητικότατα ο κατηγορούμενος προς εμένα και τον κ. Α και μας έκανε μια απρεπή χειρονομία ενώνοντας τους δύο δείκτες των χειρών του και τρίβοντας τους ... . Αυτό δείχνει σαν αν έλεγε ότι μεταξύ μας τα βρήκαμε ή ότι συνωμοτούμε εις βάρος του ή ότι ο Δικαστής συναλλάσσεται με τον δικηγόρο του αντιδίκου του. Θεωρώ ότι αυτό είναι η μεγαλύτερη ύβρις για ένα Δικαστή ... . Στο τέλος τον εξευτέλισε με την χειρονομία αυτή. Φρονώ ότι ήταν δικαιολογημένη η αγανάκτηση του κ. Δικαστή. Θέλω να τονίσω για να μην υπάρχει καμιά παρεξήγηση και αμφιβολία ότι ο ... Α ήταν διάδικος και όχι Δικαστής στην αίθουσα ...". 'Ετσι από την τελευταία αυτή περικοπή σαφώς προκύπτει ότι ο εδώ κατηγορούμενος δεν τέλεσε την πράξη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του αλλά (με αφορμή αυτή) εκτός αυτών. Τούτο είναι ιδιαίτερα σημαντικό διότι από την ρηθείσα καταδικαστική απόφαση δεν προκύπτει τούτο σαφώς. Από τα παραπάνω -και δη από τα δύο αυτά νεώτερα στοιχεία, -σε συνδυασμό με τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία- προκύπτει σαφώς ότι, αφού εξειδικεύεται πλέον σαφώς η προηγηθείσα αμέσως συμπεριφορά του εδώ παθόντος κατά του εδώ κατηγορουμένου, συνιστά συμπεριφορά όντως βάναυση και σκληρή για τον εδώ κατηγορούμενο, η οποία καθιστά σχεδόν βέβαιη την εφαρμογή του άρθρου 308 § 3 Π.Κ. (Πρ βλ ΑΠ 1604/97, ΑΠ 2009/2001, ΑΠ 620/2003) η δε προηγηθείσα κρίση δύο εφετών που δίκασαν σε πρώτο βαθμό δεν μπορεί να αποτέλεσε την τελειωτική κρίση επί της υπόθεσης. Λαμβανομένου όμως υπόψη ότι ο κατηγορούμενος απεβίωσε, πρέπει, αφού ακυρωθεί η καταδικαστική απόφαση, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να γίνει δεκτή η από 7-3-2008 αίτηση της συζύγου και τέκνων του Α περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που έλαβε χώραν σε βάρος του τελευταίου με την έκδοση της 11100/2005 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, να ακυρωθεί η τελευταία και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του. Αθήνα 23-3-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αιτούντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες, οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως περί επαναλήψεως της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία τα οποία διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Στα νέα γεγονότα συγκαταλέγονται και οι άμεσα αναφερόμενες στην αξιόποινη πράξη περιστάσεις που θεμελιώνουν τους λόγους που αποκλείουν το άδικο της πράξεως ή και που εξαλείφουν το αξιόποινο αυτής. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, το οποίο έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, καθόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Περαιτέρω, η ως άνω αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, δίδεται κατά αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως, για ανατροπή του ισχύοντος σε βάρος του καταδικασθέντος δεδικασμένου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 370 του ΚΠοινΔ, που ορίζει ότι η ποινική δίωξη τελειώνει α) με την αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση του κατηγορουμένου, β) με την οριστική παύση της ποινικής διώξεως, όταν ... ή όταν ο κατηγορούμενος έχει πεθάνει κλπ, συνάγεται ότι η αθωωτική απόφαση δεν ταυτίζεται με εκείνη που παύει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω της διαφοράς του εννόμου αποτελέσματος που συνεπάγεται η έκδοση καθεμιάς από αυτές, εφόσον, στις περιπτώσεις που επέρχεται οριστική παύση της ποινικής διώξεως, ο σχετικός λόγος (παραγραφή, θάνατος κλπ) αίρει το αξιόποινο της πράξεως και αποσβαίνει το ουσιαστικό δικαίωμα της πολιτείας να τιμωρήσει την αξιόποινη πράξη με την επιβολή της προβλεπόμενης από το νόμο ποινής ή την εκτέλεση εκείνης που έχει καταγνωσθεί, χωρίς να αίρει την ύπαρξη αυτού του εγκλήματος, όπως, αντιθέτως, συμβαίνει στην περίπτωση εκδόσεως αθωωτικής αποφάσεως. Επίσης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατ'άρθρο 502 ΚΠοινΔ, κρίνοντας την ασκηθείσα έφεση του καταδικασθέντος κατηγορουμένου τυπικά δεκτή, προβαίνει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως. Όταν δε καταλήξει σε διαφορετική κρίση από εκείνη του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το εφετείο, δεν εξαφανίζει ρητά την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, η οποία θεωρείται εξαφανισθείσα, αφότου έγινε τυπικά δεκτή η έφεση, εφόσον όμως επακολούθησε κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως. Το εφετείο , δεν υποχρεούται να διαλάβει στην απόφασή του πανηγυρικά διάταξη, περί αποδοχής κατ'ουσίαν της εφέσεως και εξαφανίσεως της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθόσον, με την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεώς του, παύει πλέον να υπάρχει η πρωτόδικη απόφαση. Επομένως, όταν το Εφετείο, μετά το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως, δεν εισέλθει στην κατ'ουσία έρευνα της υποθέσεως και παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω μεσολαβήσαντος θανάτου του εκκαλούντος κατηγορουμένου, τότε , δεν αίρεται η ύπαρξη του εγκλήματος και η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση, δεν αποβάλλει την ισχύ της και μπορεί να προσβληθεί με αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, από τους ενεργητικά νομιμοποιούμενους προς τούτο οικείους του θανόντος, που έχουν έννομο συμφέρον προς τούτο, γιατί η υπόθεση δεν ερευνήθηκε στην ουσία στο εφετείο και, παρά την οριστική παύση της ποινικής διώξεως, λόγω του θανάτου του καταδικασθέντος, το ηθικό στίγμα και η μομφή σε βάρος του οικείου τους και αυτών των αιτούντων, που ασκούν ίδιο δικαίωμα, παραμένει να υφίσταται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠοινΔ "η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή το σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από το συνήγορό του ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε", κατά δε την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου πιο πάνω άρθρου "η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη ...". Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση από 7-3-2008 αίτηση περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 11100/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο ήδη μετά τη δίκη αυτή αποθανών σύζυγος και πατέρας των αιτούντων, τότε Πρωτοδίκης, καταδικάσθηκε κατά πλειοψηφία, αμετάκλητα, για τη πράξη της απλής σωματικής βλάβης με πρόθεση και με την οποία (αίτηση) γίνεται επίκληση νέων γεγονότων, αγνώστων στο Δικαστήριο που τον δίκασε, που καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος για την άνω πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, είναι παραδεκτή και νόμιμη, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω στην ουσία. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της σχετικής δικογραφίας, με την υπ' αριθ. 11100/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε κατά πλειοψηφία, ο τότε Πρωτοδίκης Α, σύζυγος και πατέρας των αιτούντων, σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, για την πράξη της απλής σωματικής βλάβης με πρόθεση, προξενήσας με γροθιές στον παθόντα Δ θλαστικό τραύμα δεξιού άνω βλεφάρου, ενώ απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία επίσης ο προβληθείς υπό του ανωτέρω κατηγορουμένου προβληθείς νόμιμος εκ του άρθρου 308 παρ.3 του ΠΚ, αυτοτελής ισχυρισμός, ότι παρασύρθηκε στην πράξη του από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξ αιτίας μιας αμέσως προηγούμενης πράξεως που τέλεσε ο παθών. Στο αιτιολογικό της παραπάνω καταδικαστικής αποφάσεως διαλαμβάνονται κατά λέξη τα παρακάτω: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: στον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο που υπηρετούσε στο Πρωτοδικείο Θηβών ως Πρωτοδίκως, προέδρευε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θηβών, όπου επρόκειτο να εκδικαστούν και τρεις υποθέσεις με κατηγορούμενο τον ήδη εγκαλούντα. Πριν από την έναρξη της εκδίκασης των εν λόγω υποθέσεων ο ήδη εγκαλών παρέδωσε στον ήδη κατηγορούμενο αίτηση εξαιρέσεως αυτού και της Εισαγγελέως της έδρας, στην οποία αίτηση περιλάμβανε μειωτικές και προσβλητικές εκφράσεις κατά των ανωτέρω δικαστικών λειτουργών. Η συνεδρίαση διακόπηκε προκειμένου να δικαστεί η αίτηση εξαιρέσεως και παράλληλα οι ανωτέρω δικαστικοί λειτουργοί υπέβαλαν μηνύσεις κατά του ήδη εγκαλούντος για συκοφαντική δυσφήμηση και τις απογευματινές ώρες εισήχθη ο ήδη εγκαλών να δικαστεί κατά την αυτόφωρη διαδικασία για την ανωτέρω πράξη. Ενώ ο ήδη εγκαλών καθόταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου και ο ήδη κατηγορούμενος καθόταν στη δεύτερη σειρά των εδράνων του ακροατηρίου προκειμένου να εξετασθεί ως μάρτυρας, έφυγε από τα έδρα των δικηγόρων ο δικηγόρος Γ και πήγε στο σημείο όπου καθόταν ο ήδη κατηγορούμενος και του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. 'Όταν ο ήδη εγκαλών είδε την κίνηση αυτή και επειδή ο Γ ήταν δικηγόρος των αντιδίκων του ήδη εγκαλούντος την ημέρα εκείνη, υπέθεσε ότι κάτι θα είπε σε βάρος του και έκανε κατά του ήδη κατηγορουμένου μία κίνηση ενώνοντας και κινώντας χαρακτηριστικά τους δείκτες των χεριών του, υπονοώντας ότι οι ανωτέρω δικαστές και δικηγόρος συνεννοούνται σε βάρος του. Βλέποντας την κίνηση αυτή ο κατηγορούμενος, κινήθηκε κατά του εγκαλούντος και τον χτύπησε με γροθιά δίπλα στο δεξί του μάτι, προκαλώντας του θλαστικό τραύμα δεξιού άνω βλεφάρου με αιμάτωμα. Επομένως ο κατηγορούμενος ετέλεσε σε βάρος του εγκαλούντος την πράξη της απλώς σωματικής βλάβης. Ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι η ανωτέρω πράξη του δεν είναι άδικη και επικουρικώς ότι δεν πρέπει να του καταλογιστεί, επειδή την τέλεσε για να αποτρέψει τον παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο να συνεχίσει ο εγκαλών την εναντίον του προσβλητική συμπεριφορά και να πλήξει ακόμη περαιτέρω την προσωπικότητά του ως ανθρώπου και ως δικαστή. 'Όμως κατά τον χρόνο της εναντίον του εγκαλούντος επίθεσης του κατηγορουμένου δεν υπήρχε παρών κίνδυνος που να απειλεί το πρόσωπο του τελευταίου, αφού ο εγκαλών είχε ολοκληρώσει την προσβλητική ενέργειά του κατά του κατηγορουμένου και σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι υπήρχε τέτοιος κίνδυνος, ήταν δυνατό, αλλά και επιβεβλημένο για τον κατηγορούμενο δικαστή, να τον αποτρέψει με άλλα μέσα και συγκεκριμένα με την άμεση υποβολή εγκλήσεως και την εκδίκασή της στην ίδια αυτόφωρη διαδικασία. Επομένως οι ανωτέρω ισχυρισμοί που στηρίζονται στα άρθρα 25 και 32 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι στην ουσία και πρέπει να απορριφθούν. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο κατηγορούμενος ότι για την προαναφερθείσα πράξη του πρέπει να απαλλαγεί από κάθε ποινή, γιατί παρασύρθηκε σ'αυτήν από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξαιτίας της αμέσως προηγηθείσης προσβολής της τιμής και υπολήψεώς του από μέρους του εγκαλούντος, η οποία προσβολή έγινε παρουσία του και ήταν ιδιαίτερα σκληρή και βάναυση. 'Όμως κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου τούτου ο κατηγορούμενος δεν δικαιολογείται να παρασυρθεί σε μια τέτοια πράξη και να την τελέσει μάλιστα μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου όπου εκτελεί τα καθήκοντά του, γιατί η αμέσως προηγηθείσα συμπεριφορά του εγκαλούντος δεν ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση, αλλά ήταν ανάλογη με τη συμπεριφορά που επέδειξε ο εγκαλών στην πρωϊνή συνεδρίαση του δικαστηρίου και είχε ως αποτέλεσμα την υποβολή μηνύσεως από μέρους του ήδη κατηγορουμένου. 'Αλλωστε η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως δικαστή επέβαλε σ'αυτόν να επιδείξει ψύχραιμη συμπεριφορά η οποία αποτελεί από τα πρώτιστα καθήκοντα του δικαστή και να σεβαστεί την αίθουσα στην οποία βρισκόταν να προασπίσει δε την τιμή και την υπόληψή του έναντι της προκλητικής συμπεριφοράς του εγκαλούντος όχι με αυτοδικία, αλλά με υποβολή μηνύσεως, όπως έκανε και την πρωϊνή συνεδρίαση του δικαστηρίου σε ανάλογη πρόκληση του εγκαλούντος. Επομένως κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας δεν συντρέχει δικαιολογημένη αγανάκτηση αυτού και δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 308 παρ.3 του ΠΚ και γιαυτό πρέπει κατά την ίδια γνώμη να απορριφθεί ο ως άνω ισχυρισμός του ως ουσιαστικά αβάσιμος. Μετά από αυτό πρέπει κατά την ως άνω γνώμη, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της προαναφερθείσης πράξεως, ενόψει δε της κατά πλειοψηφίας κηρύξεως της ενοχής του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο κρίνει ομοφώνως ότι πρέπει να αναγνωριστεί στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 γ' του ΠΚ, αφού ωθήθηκε στην πράξη τον από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος. Επίσης ομοφώνως κρίνει το Δικαστήριο ότι πρέπει να παύσει υφ'όρον η κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για την αποδιδόμενη επίσης σ'αυτόν πράξη της εξύβρισης, η οποία εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 31 παρ.1 του Ν.3346/
  2. Κατά τη γνώμη όμως του μέλους του Δικαστηρίου Πενιώς Φίλιππα συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 308 παρ.3 του ΠΚ, όπως αυτός επικαλείται. Κατά την μειοψηφούσα γνώμη ο κατηγορούμενος Α, ο οποίος στις 29-10-2003, κατά τη συνεδρίαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θηβών που εκδίκαζε αυτοφώρου διαδικασίας υπόθεση με κατηγορούμενο τον Δ, επέφερε με το δεξί του χέρι κτύπημα-γροθιά στο κρόταφο δίπλα στο δεξί μάτι του Δ με αποτέλεσμα ο τελευταίος να τραυματισθεί, ενήργησε από δεδικαιολογημένη αγανάκτηση, και κατ'άρθρο 308 παρ.3 του ΠΚ πρέπει ν'απαλλαγεί ο Α (κατηγορούμενος) από κάθε ποινή, διότι παρασύρθηκε στη πράξη του αυτή, ως άνω, από προηγούμενη πράξη που τέλεσε προηγουμένως ο παθών Δ εναντίον του, και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή και βάναυση. Ειδικότερα, αμέσως, προηγουμένως ο παθών Δ την ώρα που ο δικηγόρος Θηβών Γ είχε πλησιάσει τον Α και άρχισε να του λέει κάτι στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου, απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο (στην κρινόμενη υπόθεση), ήνωσε τους δείκτες των χεριών του, υποδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό ότι ο ως άνω δικαστικός λειτουργός συναλλάσσεται με το δικηγόρο της αντιδίκου του, σε βάρος του με αποτέλεσμα να τον προκαλέσει με τον τρόπο αυτό που ήνωσε τους δείκτες των χεριών του, και λέγοντας συγχρόνως, "τέτοια θέλω να βλέπω ότι είστε μιλημένοι" και κάνοντας άλλη κίνηση προσβλητική. Εξαιτίας της ως άνω συμπεριφοράς του Δ, που τελέστηκε σε βάρος του Δικαστή Α, ο τελευταίος αγανάκτησε δεδικαιολογημένα και του επέφερε τον ως άνω τραυματισμό του παθόντος (Δ)". Από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα νέα στοιχεία και δη: α) από την με αριθ. ..... ένορκη, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγλαϊας Κατσούλα, δοθείσα βεβαίωση της αυτόπτου μάρτυρος του διαδραματισθέντος στην αίθουσα του δικάζοντος Δικαστηρίου επίμαχου επεισοδίου Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Β, προκύπτει (κατά τη βεβαίωση) ότι "προτού το δικαστήριο αποφανθεί επί του αιτήματος του Δ, ο Γ, συνήγορος της Ε, που ήταν αντίδικος του ανωτέρω, ο οποίος μέχρι εκείνη την ώρα καθόταν στα έδρανα των δικηγόρων, κινήθηκε προς την έξοδο της αίθουσας, περνώντας δε δίπλα από τον Α, ψιθύρισε ότι θα ερχόταν να καταθέσει ως μάρτυρας. Τούτο έγινε αντιληπτό από τον Δ, ο οποίος προφανώς είχε ακολουθήσει με το βλέμμα του τον Γ να εξέρχεται της αίθουσας. Στρέφοντας δε την πλάτη του προς το Δικαστήριο και γυρνώντας προς το μέρος όπου καθόμασταν, απευθυνόμενος στον Α, ένωσε και κίνησε χαρακτηριστικά τους δείκτες των χεριών του, σαφώς υπονοοώντας ότι συναλλασσόταν με τον δικηγόρο της αντιδίκου του Ε. Η στιγμιαία αυτή έξαψη του Α (να γρονθοκοπήσει τον Δ), πυροδοτήθηκε αποκλειστικά και μόνο από την αμέσως προηγηθείσα και ιδιαίτερα προκλητική χειρονομία του Δ, με την οποία τρώθηκε βάναυσα η τιμή και το κύρος του ανωτέρω δικαστικού λειτουργού και ότι οιοσδήποτε άλλος να ήταν στη θέση του θα είχε ενεργήσει ανάλογα". β) από την με αριθ. ..... ένορκη, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θηβών Φωτεινής Κανέλλου, δοθείσα βεβαίωση μάρτυρος του επίσης αυτόπτη στο επεισόδιο μάρτυρα δικηγόρου Γ, καταθέτοντας συμπληρωματικά, πέραν εκείνων που είχε καταθέσει στο δικάσαν Δικαστήριο, προκύπτει, (κατά τη βεβαίωση) ότι: " ... Αυτή τη στιγμή γυρίζει προκλητικότατα ο κατηγορούμενος προς εμένα και τον κ. Α και μας έκανε μια απρεπή χειρονομία ενώνοντας τους δύο δείκτες των χειρών του και τρίβοντάς τους ... Αυτό δείχνει σαν να έλεγε ότι μεταξύ μας τα βρήκαμε ή ότι συνωμοτούσαμε σε βάρος του ή ότι ο Δικαστής συναλλάσσεται με τον δικηγόρο του αντιδίκου του. Θεωρώ ότι αυτό είναι η μεγαλύτερη ύβρις για ένα δικαστή ... Στο τέλος τον εξευτέλισε με τη χειρονομία αυτή. Φρονώ ότι ήταν δικαιολογημένη η αγανάκτηση του κ. δικαστή ... που ήταν υπόδειγμα δικαστή, αγαπητός σε όλο το δικαστικό και δικηγορικό κόσμο του Πρωτοδικείου Θηβών. Θέλω να τονίσω για να μην υπάρχει καμία παρεξήγηση και αμφιβολία ότι ο ... Α ήταν διάδικος και όχι δικαστής στην αίθουσα... η ταπεινή νομική μου άποψη, διακονώντας για 45 και πλέον χρόνια τη θέμιδα, είναι ότι το συγκεκριμένο επεισόδιο αποτελεί ξεκάθαρη περίπτωση δικαιολογημένης αγανάκτησης που προήλθε από άμεση, σκληρή και βάναυση επίθεση του κ. Δ προς το μακαρίτη Α". Από τα δύο αυτά νεότερα αποδεικτικά στοιχεία, άγνωστα στους εκφράσαντες την πλειοψηφούσα καταδικαστική κρίση δικαστές, προκύπτει σαφώς ότι εξειδικεύονται πλέον σαφώς με νέα πραγματικά περιστατικά, οι συνθήκες που τελέστηκε η εν λόγω σωματική βλάβη, που καταθέτουν μια εισαγγελικός λειτουργός και ένας δικηγόρος, που ήταν αυτόπτες μάρτυρες του επισυμβάντος μέσα στην αίθουσα του Δικαστηρίου επεισοδίου, σε μια αυτόφωρη διαδικασία υπό ένταση, αφού εκδικαζόταν κατηγορία σε βάρος του παθόντος Δ, κατηγορουμένου για συκοφαντική δυσφήμηση, μετά από έγκληση του καταθέτοντος εκείνη τη στιγμή ως μάρτυρος Πρωτοδίκη Α και της παραπάνω Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών, λόγω συκοφαντικών ισχυρισμών του κατηγορουμένου - παθόντος, που είχε συμπεριλάβει σε υποβληθείσα υπ'αυτού, έγγραφη αίτηση εξαιρέσεως κατ'αυτών, δικαζόντων σε προηγηθείσα δίκη ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, στο οποίο και προήδρευεν ο ανωτέρω Πρωτοδίκης, με εισαγγελεύουσα την εν λόγω Αντεισαγγελέα και κατηγορούμενο τον παθόντα. Από την προσαγόμενη από 20-5-2004 έκθεση επιθεωρήσεως του επιθεωρητή της Α' Δικαστικής περιφέρεις, Αρεοπαγίτη Γεράσιμου Σιμόπουλου, που διερεύνησε και το εν λόγω επεισόδιο, προκύπτει ότι πλην άλλων σημειώνονται σε αυτή και τα παρακάτω. "Είναι πάρα πολύ επιμελής, εργατικός, σεμνός, σοβαρός και αξιοπρεπής με εξαίρετη συμπεριφορά και κοινωνική παράσταση. Το επεισόδιο που δημιούργησε στο ακροατήριο του αυτοφώρου τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, στις 29-10-2003, κατά κατηγορουμένου, ενώ ήταν εγκαλών για συκοφαντική του δυσφήμηση, για το οποίο εκκρεμεί σε βάρος του πειθαρχική δίωξη, λόγω απρεπούς εκτός υπηρεσίας συμπεριφοράς του, αποδίδεται σε δικαιολογημένη αγανάκτησή του, εξαιτίας αμέσως προηγούμενης πράξεως του παθόντος, ιδιαίτερα βάναυσης, αφού ο τελευταίος του είχε αποδώσει αβασίμως συναλλαγή του με το δικηγόρο της αντιδίκου σε βάρος του, και δε μπορεί να χαρακτηρίσει διαφορετικά την εν γένει εξαίρετη συμπεριφορά και κοινωνική παράσταση του εν λόγω δικαστικού λειτουργού". Ο εν λόγω Δ, για την άνω συκοφαντική δυσφήμηση των δύο δικαστικών λειτουργών καταδικάστηκε, σε δεύτερο βαθμό, με τη με αριθ. 12079/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών σε συνολική ποινή φυλακίσεως 18 μηνών με τριετή αναστολή της εκτελέσεως αυτής. Σύμφωνα με τα παραπάνω, από τη σύγκριση της καταδικαστικής αποφάσεως, του αιτιολογικού αυτής, τόσον της πλειοψηφίας, όσον και της μειοψηφίας που δέχθηκε τη συνδρομή των όρων του άρθρου 308 παρ.3 του ΠΚ, προς τα παραπάνω νεότερα αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται με βεβαιότητα ότι η ως άνω προσβλητική, όσον και συκοφαντική συμπεριφορά του παθόντος Δ, που επαναλήφθηκε εντός της αίθουσας του αυτοφώρου Δικαστηρίου, απευθυνόμενου στον καταθέτοντα, ως εγκαλούντα- μάρτυρα, δικαστή, που ήταν γνωστή η ιδιότητά του σε όλους τους παρευρισκόμενους πολίτες και ιδία δικηγόρους και δικαστικούς γραμματείς του Πρωτοδικείου των Θηβών και με χειρονομία δηλωτική ύποπτης συναλλαγής αυτού με το δικηγόρο της αντιδίκου του, ήταν άκρως σκληρή και βάναυση, στρεφόμενη κατά της εντιμότητας του εν λόγω δικαστή. Ήτοι η μετά από έκρηξη του θυμικού επακολουθήσασα αμέσως, με γροθιές του δικαστή- μάρτυρα, στον πλησίον του ευρισκόμενο παθόντα, ελαφρά σωματική βλάβη, ήταν απόρροια της προηγηθείσας και όχι υποδεέστερης, από πλευράς θιγόμενου έννομου αγαθού, ενέργειας του παθόντος, που κρινόμενη αντικειμενικώς θεωρείται ως αιτία της μεταγενέστερης ενέργειας του προσβληθέντος δικαστή. Επομένως συντρέχουν οι όροι δικαιολογημένης αγανάκτησης του άρθρου 308 παρ.3 του ΠΚ και καθίσταται φανερό, ότι αν τα ως παραπάνω νεότερα στοιχεία, ήταν γνωστά στους δικάσαντες δικαστές, σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσαχθεί στο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος Α θα είχε αθωωθεί της αποδιδόμενης σε αυτόν απλής σωματικής βλάβης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και με βάση τις σκέψεις της Εισαγγελικής προτάσεως, στις οποίες το Δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο) κατά τα λοιπά αναφέρεται προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να ακυρωθεί η εν λόγω καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Όμως, λόγω του ότι, από τη με αριθ. ..... Ληξιαρχική Πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Αθηνών ....., προκύπτει ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος δικαστής πέθανε στις 20-11-2006 και με την προαναφερθείσα με αριθ. 203/2007 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ήδη παύσει οριστικά, κατ'άρθρο 370 περ. β του ΚΠοινΔ, η κατ'αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης με πρόθεση σε βάρος του εγκαλούντος Δ, φερομένη ως τελεσθείσα στη ..... στις 29-10-2003, δεν κρίνεται αναγκαία η επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως αυτής στο ακροατήριο άλλου ομοιόβαθμου Δικαστηρίου, ούτε και η διάταξη και από το παρόν Δικαστήριο, της ως άνω παύσεως της ποινικής διώξεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 7 Μαρτίου 2008 αίτηση των: Χ1, Χ2 και Χ3 περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθ. 11100/2005 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Ακυρώνει την παραπάνω με αριθμό 11100/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου
  3. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου
  4. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.