← Ελλάδα

ΑΠ 712/2009 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 712 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Απορρίπτει την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ως ουσία αβάσιμη, διότι δεν υφίστανται νέα γεγονότα ούτε νέες αποδείξεις. Αριθμός 712/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος ..... κατοίκου ....., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1381/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26.3.2007 αίτησή του και την από 24.5.2007 συμπληρωματική, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 959/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 324/12.9.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: ? I) Eισάγω υπό την κρίση του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 § § 1+4, 138 § 2β, 525 § 1 περ. 2 Κ.Π.Δ, την από 27-7-2007 αίτηση του ...., κατοίκου ...., περί επαναλήψεως υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την υπ'αρ. 1381/25-10-1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς με την οποία κατεδικάσθη αυτός (και η σύζυγός του) σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών για πλαστογραφία από κοινού κατ' εξακολούθηση με κατά μόνας χρήση (αρ. 45, 216 § 1 Π.Κ.) και εκθέτω τ' ακόλουθα: ΙΙ) Κατά του αιτούντος και της συζύγου του είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για την προαναφερθείσα πράξη με βάση έγκληση που υπέβαλε σε βάρος τους ..... και παρεπέμφθησαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς το οποίο με την υπ'αρ. ΑΤ 143/99 απόφαση τους απήλλαξε. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς με την υπ'αρ. 1381/99 απόφαση της κατεδίκασε στην προαναφερθείσα ποινή διότι: Στην ...... κατά το χρονικό διάστημα από 1η Νοεμβρίου έως 30 Νοεμβρίου 1995 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος νόθευσαν έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν με την χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, έκανε δε χρήση η δεύτερη κατηγορουμένη ..... των εγγράφων αυτών στον Πειραιά την 1-12-
  2. Ειδικότερα στις με ημερομηνίες 30-3-1990, 30-6-1990, 25-10-1990, 25-4-1991, 25-6-1991, και 30-8-1991 αποδείξεις πληρωμής ποσών 370.000 δρχ., 250.000 δρχ., 300.000 δρχ., 720.000 δρχ., 170.000 δρχ. και 260.000 δρχ. αντιστοίχως τις οποίες είχε χορηγήσει ο μηνυτής ...... στην δεύτερη κατ. ...... έναντι καταβολής μισθωμάτων για ένα οικόπεδο ιδιοκτησίας του, το οποίο είχε μισθώσει αυτή και χρησιμοποιούσε ως μάνδρα οικοδομικών υλικών, νόθευσαν τα παραπάνω ποσά, διαμορφώνοντάς τα σε 4.370.000 δρχ. 1.250.000 δρχ. 3.300.000 δρχ, 1.720.000 δρχ, 3.170.000 δρχ. και 2.260.000 δρχ. αντιστοίχως. Στην συνέχεια η δεύτερη κατηγορουμένη προσεκόμισε και επικαλέστηκε τις παραπάνω νοθευθείσες αποδείξεις πληρωμής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) την 1-12-1995 κατά την συζήτηση της υπ'αρ. 15811/2-11-95 αιτήσεως κατά του μηνυτή, με την οποία ζητούσε την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης προς εξασφάλιση απαιτήσεώς της σε βάρος του, συνολικού ποσού 20.000.000 δρχ. ΙΙΙ) Με την υπό κρίση αίτηση και την από 24-5-07 συμπληρωματική τοιαύτη ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εξεδόθη (ως ήδη ανεφέρθη) η υπ'αρ. 1381/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς διότι: Την ημέρα της δικασίμου δεν προσήλθε προς υποστήριξή του ο δικηγόρος του Γεώργιος Τουρλούκης. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι δεν μπόρεσε να έχει στα χέρια του και να προσκομίσει στο δικαστήριο τα πρωτότυπα των από 30-3-90, 30-6-1990, 25-10-1990, 25-4-1991, 25-6-1991 και 30-8-1991 αποδείξεων πληρωμής ποσών 4.370.000 δρχ. 1.250.000 δρχ, 3.300.000 δρχ, 1.720.000 δρχ, 3.170.000 δρχ, 2.260.000 δρχ. αντιστοίχως τις οποίες κρατούσε και φύλασσε στο γραφείο του ο παραπάνω πληρεξούσιος δικηγόρός του και που είχε χορηγήσει στην σύζυγό του ο μηνυτής ...... και αφορούσαν μέρος καταβολής τιμήματος της αγοράς, εκ μέρους του, τμήματος ακινήτου του μηνυτή, και συγκεκριμένα τμήματος αγροτεμαχίου 2.000 τ.μ., του όλου αγροτεμαχίου συνολικής εκτάσεως 30 στρεμμάτων, του οποίου συνολικού αγροτεμαχίου συγκύριος κατά το 1/3 ήταν και ο μηνυτής. Ατύπως είχε διανείμει αυτό με τους λοιπούς συγκυρίους και το παραπάνω τμήμα του το είχε εκμισθώσει από ο 1988 και αυτός το χρησιμοποιούσε ως μάντρα πωλήσεως οικοδομικών υλικών. Τον Μάρτιο του 1990 συμφώνησε με τον μηνυτή να αγοράσει το παραπάνω μίσθιο αγροτεμάχιο στην τιμή των 22.000.000 δρχ. Επειδή δεν είχε το ποσόν αυτό σε μετρητά για να του καταβάλλει αλλά και ο μηνυτής είχε χρέη στην εφορία και δεν μπορούσε να προβεί σε σύνταξη συμβολαίου αγοραπωλησίας, συμφώνησαν να του καταβάλλει το τίμημα με δόσεις. 'Ετσι άτυπα λύθηκε η σύμβαση μισθώσεως και αυτός του κατέβαλε τις άνω ημερομηνίες τα αντίστοιχα ποσά εξοφλώντας έτσι τμηματικά και με δόσεις το παραπάνω τίμημα αγοραπωλησίας που είχαν συμφωνήσει. Αυτή (κατά τον αιτούντα) ήταν και η αιτία εκδόσεως των παραπάνω αποδείξεων. Μη προσκομίζοντας στο δικαστήριο τα πρωτότυπα των παραπάνω αποδείξεων θεώρησε αυτό ότι πλαστογραφήθηκαν οι παραπάνω αποδείξεις και τοποθέτησε με την σύζυγό του στις δήθεν αρχικές αποδείξεις μπροστά από τα ποσά 370.000 δρχ. 250.000 δρχ., 300.000 δρχ. 720.000 δρχ, 170.000 δρχ, 260.000 δρχ. τους αριθμούς 4,1,3,1,3,2 μετατρέποντας αυτές σε 4.370.000 δρχ, 1.250.000 δρχ, 3.300.000 δρχ., 1.720.000 δρχ. 3.170.000 δρχ, 2.260.000 δρχ. αντιστοίχως. Θεώρησε το δικάσαν Εφετείο ότι οι αποδείξεις αυτές που ήταν κατά την εκτίμησή του 370.000 δρχ., 250.000 δρχ, 300.000 δρχ, 720.000 δρχ, 170.000 δρχ., και 260.000 δρχ. αντιπροσώπευαν μισθώματα του ακινήτου χωρίς να σκεφθεί ότι εφ'όσον το μηνιαίο μίσθωμα ήταν 12.000 δρχ. όπως κατέθεσε ο μηνυτής για τα δύο έτη 1990-1991 που καταβλήθηκαν τα ποσά αυτά δεν θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν μισθώματα, αφού αυτά ανερχόντουσαν, αν αφορούσαν μισθώματα σε 720.000 δρχ. και όχι στα παραπάνω καταβληθέντα ποσά συνολικού ύψους 1.810.000 δρχ. Η προσαγωγή από πλευράς του των πρωτοτύπων αυτών αποδείξεων θα απεδείκνυε πλήρως τους παραπάνω ισχυρισμούς του αφού θα διαπιστωνόταν ότι ουδεμία συμπλήρωση επί των αποδείξεων αυτών διέπραξε εκείνος ή η σύζυγός του και θα ενίσχυε και τις από 4-12-95 και 6-2-96 εκθέσεις γραφολογικής εξέτασης της ..... στις οποίες αποφαίνεται η εν λόγω γραφολόγος ότι η υπογραφή επί των αποδείξεων αυτών είναι του μηνυτή και ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις αντικανονικής συμπληρώσεως των κειμένων τους. Τελικώς τα πρωτότυπα των αποδείξεων ανευρεύθησαν στο γραφείο του συνηγόρου του στις 20-3-
  3. Στην από 24-5-07 αίτησή του επισυνάπτει υπόμνημα όπου αναφέρεται πάλι στην άνω διαφορά του ως και με έτερα άτομα για ένα οικόπεδο στην ...... ΙV) Κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2α Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν, έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για τον λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον δίκασαν κατ' εκείνο τον χρόνο, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκη και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί ήδη στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 1708/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΕ σελ. 698, Α.Π. 1612/2002 σε Συμβούλιο Π. Χρ. ΝΓ σελ. 597 Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 177 επ.). Αντιθέτως δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, καθ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 137/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΔ 1070, ΑΠ 557/2002 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ/37, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 233-234). Εξάλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τη σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από τον συνήγορό του που παρέστη στην συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα την διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον κατεδίκασε. Όπως δε αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου ΚΠΔ του έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερομένων στην ως άνω διάταξη προσώπων και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (Μπουροπούλου Ερμ. ΚΠΔ τομ. Β σελ. 318). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία και τη νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 § 2 του Κ.Π.Δ. (ΑΠ 428/1993 σε συμβ. Π.Χρ. ΜΓ σελ. 266 ΑΠ 117/1982 σε συμβ. Π.Χρ. ΛΒ/799 Θ. Δαλακούρα "επανάληψη δ/σίας" σελ. 337, Μπουρ. Ερμ. Κ.Π.Δ. τόμ. Β σελ. 138, Ζησιάδη Ποιν. Δικον. Τομ. 5 σελ. 384). Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 527 Κ.Π.Δ. η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο Εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο την βασιμότητά της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 του ίδιου Κώδικα Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, όπου υπηρετεί. Τέλος, κατά το άρθρο 528 § 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527, το Συμβούλιο Εφετών ή Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το Συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αιτήσεως. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που κατεδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 § 1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμό με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις δεν είναι όσες ερευνήθηκαν ευθέως ή εμμέσως από τους δικάσαντες δικαστές και απορρίφθηκαν, έστω και με εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό δικαστικής κρίσεως. Λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δεν θεμελιώνουν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου, όπως η μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγματικών περιστατικών, η μη απάντηση σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, η απόρριψη αιτημάτων του για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων (Συμβ. ΑΠ 964/2006 Ποιν. Δικ/σύνη σελ. 1347). V) Τα στοιχεία που επικαλείται και προσκόμισε ο αιτών (ήτοι οι 6 αποδείξεις, οι εκθέσεις γραφολογικής γνωμοδοτήσεως με ημερομηνίες .... και .....της Γραφολόγου ...... η υπ'αρ. 20/96 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) ήταν μέρος των εγγράφων που είχαν ληφθεί υπόψη ως αναγνωστέα (μεθ' ετέρων) από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελειοδικών Πειραιώς που με την υπ' αρ. 1381/99 απόφαση κατεδίκασε τον αιτούντα και τον σύζυγό του για πλαστογραφία από κοινού κατ' εξακολούθηση με κατά μόνας χρήση σε φυλάκιση 12 μηνών έκαστο. Καθίσταται δε σαφές ότι ο αιτών δεν υπέδειξε νέα γεγονότα ούτε προσεκόμισε νέες αποδείξεις, αλλά αυτά που επικαλείται ήταν στοιχεία που ερευνήθηκαν από το δικαστήριο. Εις τον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων μνημονεύονται 6 αποδείξεις (χωρίς αναφορά ποσών) που ταυτίζονται κατά ημερομηνίες εκδόσεως με τις διαλαμβανόμενες στο διατακτικό της άνω αποφάσεως και επικαλείται ο ...... στην υπό κρίση αίτηση. Ο μηνυτής στην κατάθεσή του ενώπιον του δικαστηρίου κατέθεσε ότι είχαν κάνει ένα συμφωνητικό για 15.000 δρχ. τον μήνα ενοίκιο, όταν μαζεύτηκαν πολλές αποδείξεις και τις είχε στα χέρια του ζητούσε το κτήμα. Στις αποδείξεις οι υπογραφές ήταν δικές του αλλά το ποσό το έβαλε μετά ο ίδιος, και αριθμητικώς και ολογράφως (υπονοώντας τον κατηγορούμενο) και στις αποδείξεις όταν τις υπέγραφε υπήρχε ένα νούμερο, αλλά εκ των υστέρων είδε ότι είχαν μπεί άλλα ποσά μεγαλύτερα. Οι γραφολογικές γνωμοδοτήσεις που επικαλείται ο αιτών βεβαιώνουν ότι οι υπογραφές που έχουν τεθεί ανήκουν στον μηνυτή, που ο ίδιος (ως ανεφέρθη το παραδέχεται) δεν αναφέρουν όμως οι γνωμοδοτήσεις αυτές τίποτε για το περιεχόμενο των αποδείξεων, δηλαδή ποιός ήταν ο συντάκτης του λοιπού περιεχομένου τους, των αναγραφομένων ποσών (αριθμητικώς και ολογράφως) και την αιτία καταβολής. Επίσης από την υπ'αρ. 20/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς προκύπτει ότι απερρίφθη αίτηση της συζύγου του αιτούντος κατά του μηνυτή για λήψη ασφαλιστικών μέτρων σχετικά με το δήθεν διεκδικούμενο ακίνητο και τις δήθεν καταβολές. Μάλιστα στην απόφαση ορθώς επισημαίνεται (φύλλο 3 σελ. β) ότι η ενάγουσα δεν φαίνεται να ζήτησε την υπογραφή συμβολαιογραφικού προσυμφώνου για την κατοχύρωση των χρημάτων, αλλ' ούτε καν εξώδικο δεν φρόντισε να στείλει διαμαρτυρόμενη για την κωλυσιεργία και αναβλητικότητα και ότι οι ισχυρισμοί του αιτούντος πως συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις με τους λοιπούς συγκυρίους του όλου ακινήτου, φαίνεται να αντιφάσκουν με την συμπεριφορά των τελευταίων, αφού κατά την περίοδο δήθεν των διαπραγματεύσεων καταμήνυσαν στον σύζυγό της ότι κατά τον Οκτώβριο 1992 ως ενοικιαστής τμήματος του όλου ακινήτου τους επεξέτεινε αυθαίρετα τον ωφέλιμο χώρο της επιχειρήσεώς του σε έκταση 10 στρεμμάτων αντί 2,5 που είχε μισθώσει, για μάνδρα οικοδομών χωρίς την έγκριση των ιδιοκτητών, με αποτέλεσμα να δικασθεί αυτός ερήμην σε φυλάκιση 4 μηνών για αυτοδικία δυνάμει της υπ' αρ. 1515/1993 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σαλαμίνας. Επίσης στην 20/96 απόφαση, (φύλλο 3 σελ. α) γίνεται μνεία ότι παρά την επίμονη αίτηση του καθ' ου δεν προσκομίστηκαν από πλευράς αιτούσας οι πρωτότυπες αποδείξεις, αλλά απλές φωτοτυπίες και μάλιστα ανεπικύρωτες, με αποτέλεσμα ο οποιοσδήποτε έλεγχος να αποβαίνει επισφαλής. Από όλα δε τα ανωτέρω είναι σαφές ότι δεν προκύπτουν στοιχεία που να καθιστούν βάσιμη την αίτηση, αφού δεν υφίστανται ούτε νέα γεγονότα, ούτε νέες αποδείξεις. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει ν' απορριφθεί και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Α) Να απορριφθεί η από 27-3-2007 αίτηση του ...., κατοίκου .....για επανάληψη υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αρ. 1381/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς. Β) Να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 16 Ιουλίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 αριθμ. 2 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση από 27-3-2007 αίτηση, όπως και η από 24-5-2007 συμπληρωματική αίτηση, περί επαναλήψεως της αυτής ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 1381/1999 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία ο αιτών εκθέτει ότι καταδικάσθηκε αμετάκλητα για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση και με χρήση των πλαστών εγγράφων και με την οποία (αίτηση) γίνεται επίκληση νέων γεγονότων, αγνώστων στο Δικαστήριο που τον δίκασε, που καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος για την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, παραδεκτώς δε εισάγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ, και πρέπει εξετασθεί περαιτέρω στην ουσία, του αιτούντος μη παραστάντος για να ακουστεί, καίτοι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από το από ..... αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς ..... Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της σχετικής δικογραφίας, με την 1381/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη, καταδικάσθηκε ο αιτών μετά της συζύγου του, σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, μετατραπείσα προς 1.500 δραχμές την ημέρα, για την ανωτέρω πράξη της πλαστογραφίας από κοινού κατ' εξακολούθηση με κατά μόνας χρήση. Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε και ο αιτών κρίθηκε ένοχος του ότι: Στη ..... κατά το χρονικό διάστημα από 1 Νοεμβρίου έως 30 Νοεμβρίου 1995, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, νόθευσαν έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσουν με την χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, έκανε δε χρήση η δεύτερη κατηγορουμένη ...... των εγγράφων αυτών στον Πειραιά την 1 Δεκεμβρίου
  4. Ειδικότερα, στις με ημερομηνίες 30.3.1990, 30.6.1990, 25.10.1990, 25.4.1991, 25.6.1991 και 30.8.1991 αποδείξεις πληρωμής ποσών 370.000 δρχ., 250.000 δρχ., 300.000 δρχ., 720.000 δρχ., 170.000 δρχ. και 260.000 δρχ., αντιστοίχως, τις οποίες είχε χορηγήσει ο μηνυτής ...... στην δεύτερη κατηγορουμένη ...... έναντι καταβολής μισθωμάτων για ένα οικόπεδο ιδιοκτησίας του, το οποίο είχε μισθώσει αυτή και χρησιμοποιούσε ως μάνδρα οικοδομικών υλικών, νόθευσαν τα παραπάνω ποσά, διαμορφώνοντάς τα σε 4.370.000 δρχ., 1.250.000 δρχ., 3.300.000 δρχ., 1.720.000 δρχ., 3.170.000 δρχ. και 2.260.000 δρχ., αντιστοίχως. Στη συνέχεια, η δεύτερη κατηγορουμένη προσεκόμισε και επικαλέστηκε τις παραπάνω νοθευθείσες αποδείξεις πληρωμής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) την 1 Δεκεμβρίου
  5. Κατά τη συζήτηση της υπ' αριθ. κατάθεσης 15811/2.11.1995 αίτησης κατά του μηνυτή, με την οποία ζητούσε την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης προς εξασφάλιση απαίτησής της σε βάρος του, συνολικού ποσού 20.000.000 δρχ.". Οι επικαλούμενοι νέοι λόγοι και τα νέα γεγονότα, κατά την κρινόμενη αίτηση, κύρια και συμπληρωματική, είναι ότι την ημέρα της δικασίμου δεν προσήλθε προς υποστήριξη του αιτούντος ο συνήγορός του Γ. Τουρλούκης και ο αιτών δεν κατείχε στα χέρια του και δεν προσκόμισε στο δικάσαν Δικαστήριο τα πρωτότυπα των από 30-3-90, 30-6-90, 25-10-90, 25-4-01, 25-6-91 και 30-8-91 αποδείξεων πληρωμής του εγκαλούντος ...... φερομένων ως πλαστογραφημένων, ποσών 4.370.000, 1.250.000, 3.300.000, 1.720.000, 3.170.000 και 2.260.000 δραχμών αντίστοιχα, που αφορούσαν μέρος καταβολής του συμφωνημένου τιμήματος της αγοράς εκ μέρους του αιτούντος ακινήτου του άνω εγκαλούντος, εκτάσεως 2.000 τ.μ., αποδείξεις που δεν ήταν πλαστές και δεν αφορούσαν μικρότερα ποσά και δη εξόφληση οφειλομένων μισθωμάτων, όπως δέχθηκε το δικάσαν Δικαστήριο, και που τις ανεύρε στο γραφείο του άνω συνηγόρου του στις 20-3-
  6. Επίσης ο αιτών επικαλείται ως νέα στοιχεία τις από 4-12-95 και από 6-2-96 εκθέσεις γραφολογικής εξετάσεως της ...... και τη με αριθ. 20/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων. Όμως από τη με αριθμό 1381/1999 καταδικαστική απόφαση προκύπτει ότι όλα τα εν λόγω έγγραφα στοιχεία ήταν μέρος των εγγράφων αποδεικτικών στοιχείων που αναγνώσθηκαν, οι ίδιες αποδείξεις σε αντίγραφο, και που όλα αναγνώσθηκαν και συνεκτιμήθηκαν, με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από το δικάσαν Δικαστήριο. Ειδικότερα, οι έξι αποδείξεις πληρωμής, που φέρονται ως πλαστογραφημένες ως προς τα ποσά, προστεθέντος έμπροσθεν των αναγραφομένων σε αυτές ποσών του πρώτου αριθμού (του εκατομμυρίου), είναι αυτές οι ίδιες έξι που αναγνώσθηκαν και οι άνω επίσης αναγνωσθείσες δύο γραφολογικές εκθέσεις, αποφαίνονται μεν ότι φέρουν την υπογραφή του άνω μηνυτή, δεν αναφέρουν όμως τίποτε για την πλαστογράφηση ή μη των αναγραφομένων ποσών και την αιτία καταβολής, από δε την επικαλούμενη και προσαγόμενη με αριθ. 20/1996 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, επίσης αναγνωσθείσα, προκύπτει ότι είχαν προσαχθεί και στο Δικαστήριο εκείνο οι ως άνω έξι αποδείξεις πληρωμής, πάλιν σε φωτοτυπία ανεπικύρωτη και απορρίφθηκε η αίτηση της συζύγου του αιτούντος κατά του εγκαλούντος για λήψη ασφαλιστικών μέτρων προσημείωσης υποθήκης, σχετικά με το δήθεν διεκδικούμενο ακίνητο και εξασφάλιση απαιτήσεως από τις δήθεν καταβολές των κατηγορουμένων για τίμημα ακινήτου. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, δεν προκύπτουν νέα στοιχεία, γεγονότα ή αποδείξεις, και μάλιστα άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, που να καθιστούν φανερό ότι ο αιτών και η σύζυγός του είναι αθώοι της άνω πράξεως της πλαστογραφίας για την οποία καταδικάστηκαν, αλλά απλώς ζητείται στην ουσία η επανεκτίμηση των ίδιων αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν και στο δικάσαν Δικαστήριο, πράγμα ανεπίτρεπτο. Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-3-2007 και την από 24-5-2007 συμπληρωματική αίτηση του ..... για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 1381/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου
  1. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.