← Ελλάδα

ΑΠ 715/2009 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ε.Σ.Δ.Α., Πολιτική αγωγή, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 715 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ε.Σ.Δ.Α., Πολιτική αγωγή, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Αίτηση αναίρεσης βουλεύματος, που απέρριψε ως απαράδεκτη έφεση του πολιτικώς ενάγοντος από τον τελευταίο. Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη, γιατί ο πολιτικώς ενάγων, μετά την ισχύ του ν. 3160/30-6-2003, κατά τα άρθρα 476 παρ. 2 και 482 παρ. 1, 483 ΚΠΔ, δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος που απορρίπτει έφεσή του ή κατά απαλλακτικού για τον κατηγορούμενο βουλεύματος (ΑΠ 2408/2008, 1599/2008). Οι ως άνω ρυθμίσεις και μετά το Ν. 3160/2003, που ανάγονται στην προθεσμία, το παραδεκτό και στις διατυπώσεις και απαγορεύσεις για την άσκηση εφέσεως και αναιρέσεως από τον πολιτικώς ενάγοντα, δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 2 παρ. 1 του έβδομου (7ου) Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με τον Ν. 1705/1987 και κατά το οποίο κάθε πρόσωπο, που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη σε ποινή, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης της απόφασης από ανώτερο δικαστήριο, αλλά η άσκηση και οι λόγοι αυτού του δικαιώματος διέπονται από τον νόμο, ούτε αντίκεινται στις Συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 8, 20 παρ. 1 και 93, ούτε και στη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, για πρόσβαση στη δικαιοσύνη και δίκαιη δίκη, όπως υποστηρίζει η πολιτικώς ενάγουσα, δεδομένου ότι, καθώς προκύπτει από τις δικονομικές ως άνω διατάξεις, ο κοινός νομοθέτης μπορεί να ρυθμίζει την προθεσμία, τον τρόπο, τις διατυπώσεις και τους λόγους και τους όρους ασκήσεως του ενδίκου μέσου, εκφράζοντας το γενικό και δημόσιο συμφέρον και στην επιτάχυνση της δικαιοσύνης, αρκεί να μην ακυρώνεται ή να μην συρρικνώνεται το συναφές δικαίωμα του κατηγορουμένου, ενόψει, μάλιστα, του ότι, ούτε το Σύνταγμα, ούτε και η ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, θεσπίζουν δικαίωμα, χωρίς διατυπώσεις και χρονικούς περιορισμούς, ασκήσεως οποιουδήποτε ένδικου μέσου (ΑΠ 1988/2005, 271/2002). Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. ΑΡΙΘΜΟΣ 715/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - πολιτικώς ενάγουσας Ψ, κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπανδρουλάκη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1357/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους:

  1. Χ1,
  2. Χ2,
  3. Χ3,
  4. Χ4 και
  5. Χ
  6. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1733/
  7. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 542/25.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1α ΚΠΔ, την με αριθμό 154/2008 αίτηση αναίρεσης, της πολιτικώς ενάγουσας Ψ, κατοίκου ....., οδός ..... αρ. ..., (ασκηθείσα διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Ιωάννη Παπανδρουλάκη κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης), κατά του με αριθμό 1357/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκτός των άλλων εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Εξάλλου κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου όπως αντικαταστάθηκε με το Ν. 3160/2003 "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν είναι πλέον επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης από τους διαδίκους σε περίπτωση κατά την οποία η απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτο γίνεται με βούλευμα. Στη προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, κήρυξε απαράδεκτη, την με αριθμό 35/2008 έφεση της αναιρεσείουσας κατά του με αριθμό 3738/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε η αναιρεσείουσα πολιτικώς ενάγουσα την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν προβλέπεται νόμω όπως εκτίθεται παραπάνω. Κατά συνέπεια, η αίτηση αυτή αναίρεσης είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1-2, 513 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η με αριθμό 154/2004 αίτηση αναίρεσης της πολιτικώς ενάγουσας Ψ, κατοίκου ....., οδός ....., κατά του με αριθμό 1357/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 12 Νοεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Σπ. Παντελής Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠοινΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα και στον πολιτικώς ενάγοντα, δεν δίδεται πλέον, μετά δηλαδή το ν. 3160/2003, που ισχύει από τη δημοσίευσή του (κατά το άρθρο 61 αυτού) στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 30-6-2003, και με τα άρθρα 38 και 41 παρ. 1 του οποίου, αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 2 και 482 παρ. 1, αντίστοιχα, του ΚΠοινΔ, δικαίωμα αναιρέσεως κατά του βουλεύματος με το οποίο απορρίπτεται το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, ούτε και κατά του απαλλακτικού βουλεύματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει σχετικά Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της πολιτικώς ενάγουσας, ασκήθηκε στις 15-9-2008, δηλαδή μετά την ισχύ του αναφερόμενου νόμου και στρέφεται κατά του με αριθμό 1357/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η με αριθμ.35/2008 έφεσή της, κατά του με αριθμό 3738/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αποφασίσθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των σε αυτό πέντε κατηγορούμενων, για τις σε βαθμό πλημμελήματος διωχθείσες πράξεις, της ψευδούς βεβαιώσεως, ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση. Εν όψει όμως του ότι, κατά το χρόνο ασκήσεως της άνω αιτήσεως στις 15-9-2008, μετά δηλαδή την ισχύ του ν. 3160/2003, ο οποίος είναι κρίσιμος για το παραδεκτό της, η πολιτικώς ενάγουσα, δεν έχει δικαίωμα αναιρέσεως κατά οιουδήποτε βουλεύματος, η αίτηση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Οι ως άνω υπό του νόμου ρυθμίσεις, που ανάγονται στην προθεσμία, το παραδεκτό, στις διατυπώσεις και απαγορεύσεις για την άσκηση εφέσεως και αναιρέσεως από τον πολιτικώς ενάγοντα, δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 2 παρ. 1 του έβδομου (7ου) Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με τον Ν. 1705/1987 και κατά το οποίο κάθε πρόσωπο, που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη "σε ποινή", έχει το δικαίωμα της επανεξετάσεως της αποφάσεως από ανώτερο Δικαστήριο, αλλά η άσκηση και οι λόγοι αυτού του δικαιώματος, διέπονται από το νόμο. Ούτε αντίκεινται στις Συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 8, 20 παρ.1 και 93, ούτε και στη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, για ακώλυτη πρόσβαση στη δικαιοσύνη, όπως υποστηρίζει η πολιτικώς ενάγουσα, δεδομένου ότι, καθώς προκύπτει από τις ως άνω δικονομικές διατάξεις, (άρθρα 463,476,482 ΚΠοινΔ), ο κοινός νομοθέτης, εκφράζοντας το γενικό και δημόσιο συμφέρον και στοχεύοντας στην επιτάχυνση της δικαιοσύνης, μπορεί να ρυθμίζει την προθεσμία, τον τρόπο, τις διατυπώσεις, τους λόγους και τους όρους ασκήσεως του ενδίκου μέσου, αρκεί να μην ακυρώνεται ή να μην συρρικνώνεται το συναφές δικαίωμα του κατηγορουμένου και του πολιτικώς ενάγοντος, ενόψει, μάλιστα, του ότι, ούτε το Σύνταγμα, ούτε και η ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, θεσπίζουν δικαίωμα, χωρίς διατυπώσεις και χρονικούς περιορισμούς, ασκήσεως οποιουδήποτε ένδικου μέσου. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας - πολιτικώς ενάγουσας, η οποία, μετά σχετική ειδοποίησή της, παραστάθηκε στο Συμβούλιο τούτο και εξέθεσε δια συνηγόρου, τους παραπάνω ισχυρισμούς της και τις απόψεις της στο ακροατήριο προφορικά, και δια εγγράφου υπομνήματος, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η πολιτικώς ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα(άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ.1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ.154/15-9-2008 αίτηση της Ψ για αναίρεση του με αριθ. αριθμό 1357/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.