← Ελλάδα

ΑΠ 727/2009 — Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 727 / 2009 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα. Περίληψη: Υπεξαίρεση. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Απόρριψη αναιρετικού λόγου για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω μη προσδιορισμού της ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων. ΑΡΙΘΜΟΣ 727/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αβραάμ Ιορδανίδη, περί αναιρέσεως της 60875/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Παπαγιάννη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1979/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Έλλειψη της κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά ούτε η αξιολογική συσχέτισή τους. Στην προκειµένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και με μνεία των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: " ... Η κατηγορουμένη, στο ..., στις 27-10-2003, παράνομα ιδιοποιήθηκε το χρηματικό ποσό των 640 ευρώ που περιήλθε στην κατοχή της και συγκεκριμένα αν και το παραπάνω ποσό αποτελούσε τίμημα πώλησης εμπορευμάτων του καταστήματος της εγκαλούσης και όφειλε να το αποδώσει σ' αυτήν, δεν έπραξε τούτο αλλά το παρακράτησε και το καρπώθηκε παράνομα. Ειδικότερα, το χρηματικό ποσό των 640 ευρώ είχε παραδώσει ο οδηγό της εταιρίας στις 27-10-2003 στην κατηγορουμένη η οποία ήταν υπάλληλος της επιχείρησης εμπορίας χρωμάτων, σιδηρικών και ηλεκτρικών ειδών που διατηρεί η εγκαλούσα Ψ1 στην οδό ..., ασκώντας και χρέη ταμία του καταστήματος. Εξάλλου η κατηγορούμενη απολογούμενη κατέθεσε ότι έλαβε το ως άνω χρηματικό ποσό από τον εν λόγω οδηγό. Ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, λοιπόν, ότι το ως άνω ποσό ιδιοποιήθηκε η κατηγορουμένη η οποία ουδέποτε το απέδωσε στη δικαιούχο του δηλ. την Ψ1..". Με τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και επέβαλε σ' αυτή ποινή φυλακίσεως τριών

(3)μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο την κήρυξε ένοχη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ.1 του ΠΚ την οποία σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία ώστε να στερήσει την απόφασή του νομίμου βάσεως. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η αιτιολογία της αποφάσεως είναι ελλειπής επειδή δεν γίνεται σ' αυτήν μνεία κάποιου συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου στο οποίο στήριξε την καταδικαστική κρίση της, είναι αβάσιμη αφού, κατά τα προεκτεθέντα, στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως γίνεται σαφής αναφορά σε μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'του ΚΠΔ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος 2.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, αρκεί να αναφέρονται τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του εγγράφου, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ ως άνω δικαιώματά του, ως προς το περιεχόμενό του. Η αναγραφή όμως στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και το περιεχόμενό τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα και συγκεκριμένα "... την πρωτόδικη απόφαση με τα πρακτικά και τα έγγραφα... " χωρίς την παραμικρή καταγραφή των επί μέρους εγγράφων που αναγνώσθηκαν, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά τους και περί του αν πράγματι αναγνώσθηκαν. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί διότι, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, τα αναγνωσθέντα έγγραφα στα οποία στήριξε την κρίση του το δικαστήριο, είναι αυτά που αναφέρονται στην επισκοπούμενη απόφασή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την οποία, καθ' όλο το περιεχόμενο της, ανέγνωσε το δικαστήριο και δη α) φωτοαντίγραφα δώδεκα
(12)τιμολογίων β) η από 21-6-2004 έκθεση εξετάσεως μάρτυρα γ) η από 22-1-2004 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση δ) το Νο 506759 έγγραφο του Τ.ΠΔ ε) η από 5-7-04 αγωγή στ) η από 28-12-04 αγωγή και ζ) η από 21-9-04 μήνυση. Τα έγγραφα αυτά προσδιορίζονται με απόλυτη σαφήνεια, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους και περί του ότι αυτά ανεγνώσθησαν και έλαβε γνώση του περιεχομένου τους. Επομένως, αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας για την προεκτεθείσα αιτία. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ) και τη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας Ψ1 (άρθρα 583 ΚΠΔ, 176,183 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 60875/2008 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας την οποία ορίζει σε πεντακόσια
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαρτίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.