Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 730 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Δικηγορική αμοιβή. Περίληψη: Δικηγορική αμοιβή με εργολαβική συμφωνία. Καθορισμός αμοιβής σε περίπτωση ανάκλησης της εντολής. Στοιχεία για το ορισμένο της σχετικής αγωγής από τον Δικηγόρο κατά του εντολέα λόγω ανάκλησης της εργολαβικής συμφωνίας. Περίπτωση αόριστης αγωγής, εφόσον για τον προσδιορισμό του ύψους της συγκεκριμένης απαιτήσεως δεν εκτίθεται κατά τρόπο ορισμένο η αγωγή την οποία κατά την εργολαβική συμφωνία, θα συνέτασσε ο δικηγόρος και τα στοιχεία που καθιστούν πιθανή την ευδοκίμησή της. Αξίωση διαφυγόντος κέρδους. Στοιχεία για το ορισμένο της σχετικής αξίωσης. Χρηματική ικανοποίηση νομικών προσώπων. Στοιχεία για το ορισμένο της σχετικής αξίωσης.(Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης κατά της 1196/2014 αποφ ΜονΕφΑθ) Αριθμός 730/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Απόστολο Παπαγεωργίου Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "Κ. και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία" ως καθολικής διαδόχου των απαιτήσεων του δικηγόρου Δ. Κ., όπως νομίμως εκπροσωπείται και εδρεύει στην Αθήνα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δ. Κ. και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Υπό εκκαθάριση εταιρείας με την επωνυμία "Γ.Δ. και Σία ΕΕΒΕ" που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστρια Β. Δ., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Παπαχαραλάμπους και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1196/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας διάβασε την από 27-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε να καταδικαστεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Kατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του, κυρωθέντος με το ν.δ.3026/1954, προϊσχύσαντος Κώδικα των Δικηγόρων, που σύμφωνα με το άρθρο 24 του ΕισΝΑΚ, έχει εν προκειμένω εφαρμογή, διότι η εντολή για τις ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας στον δικαιοπάροχο αυτής δικηγόρο, από την αναιρεσίβλητη και η παροχή των αντιστοίχων υπηρεσιών έλαβαν χώρα πριν από την κατάργηση του εν λόγω Κώδικα και τη θέση σε ισχύ του νέου Κώδικα των Δικηγόρων με το άρθρο 166 του ν. 4194/2013, επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου, η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή. Σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, πριν δηλαδή από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την εξωδικαστική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, εφαρμόζονται όσα στο άρθρο 170 του πιο πάνω Κώδικα ορίζονται, δηλαδή αν η ανάκληση της εντολής είναι αδικαιολόγητη, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στο δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή του, αν δε αυτή είναι δικαιολογημένη, αλλά από λόγους που δεν παρέχουν δικαίωμα άσκησης αγωγής κατά το άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, έχει υποχρέωση να καταβάλει στο δικηγόρο τις δαπάνες που αυτός έχει πραγματοποιήσει προς εκτέλεση της εντολής και μέχρι την ανάκληση αυτής, καθώς και την, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τον ίδιο Κώδικα, αμοιβή αυτού για τις μέχρι τότε ενέργειές του. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι σε περίπτωση εργολαβίας δίκης, στην οποία υπάρχει συμφωνία περί αμοιβής, αν η εντολή προς το δικηγόρο ανακληθεί αδικαιολόγητα, ο τελευταίος δικαιούται τη συμφωνημένη αμοιβή υπό την προϋπόθεση ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής, θα διεξήγε επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή με βεβαία κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για τον εντολέα του τελεσίδικης απόφασης. Για το ορισμένο και κατά συνέπεια το παραδεκτό της συγκεκριμένης αγωγής, απαιτείται, κατά τους ορισμούς και την έννοια των άρθρου 170 του ίδιου Κώδικα Δικηγόρων, σε συνδυασμό μ` εκείνες των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ να αναφέρεται σαφώς στο δικόγραφο αυτής, εκτός των άλλων και το ακριβές αντικείμενο της διαφοράς δηλαδή να αναφέρονται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία προκύπτει το ύψος της οφειλομένης και δικαιουμένης αμοιβής με βάση τη σύμβαση της εργολαβίας. Διαφορετικά η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, η οποία δεν θεραπεύεται ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, όταν διαπιστωθεί δε από το Δικαστήριο υποχρεώνει τούτο στην απόρριψή της για το λόγο αυτό (AΠ 1496/2010). Εξ άλλου, κατά τα άρθρα 297 - 298 ΑΚ, ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα. Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία),καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί δηλαδή η αφηρημένη επανάληψη των ως άνω εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε του συνολικώς φερόμενου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλ’ απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να μπορεί να διαταχθεί απόδειξη (Ολ. ΑΠ 20/1992, ΑΠ 979/2014, 104/2014). Ειδικότερα για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, συνισταμένου σε απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει (και αρκεί) να αναφέρονται στο δικόγραφο της όλα εκείνα τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει, ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική αυτή δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό (ολ. ΑΠ 22/1995). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 932 ΑΚ, επί αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Χρηματική ικανοποίηση δικαιούνται και τα νομικά πρόσωπα, εφόσον προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη ή το εμπορικό τους μέλλον ή η φήμη τους και επομένως τις περιπτώσεις αυτές με τα αντίστοιχα θεμελιωτικά αυτών συγκεκριμένα περιστατικά, ώστε να είναι ορισμένη η σχετική αγωγή, πρέπει να επικαλείται ειδικά (και στην συνέχεια να αποδεικνύει) το ενάγον νομικό πρόσωπο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση, διαφορετικά η αγωγή είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 111 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ, αόριστη (ΑΠ 382/2011). Τέλος κατά το άρθρο 559, αριθ. 14 του ΚΠολΔ, η απόφαση είναι αναιρετέα, "αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας και ως προς το εάν ορθά έκρινε την αγωγή ως ορισμένη ή αόριστη (ΑΠ 441/2014). Στην ένδικη, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα αστική εταιρία με την επωνυμία "Κ. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" εξέθετε μεταξύ άλλων τα εξής: "Η, τελούσα ήδη σε εκκαθάριση, εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρία με την επωνυμία "Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕΒΕ", δια του νομίμου εκπροσώπου της (ήδη αποβιώσαντος), Γ.Δ., στις 15.6.2006, δυνάμει συμβάσεως εντολής, ανέθεσε στον δικηγόρο Δ. Κ., που τότε διατηρούσε ατομικό γραφείο, ειδικό σε θέματα αθέμιτου ανταγωνισμού, των απαιτήσεων του οποίου αυτή είναι καθολική διάδοχος, την διεκπεραίωση υπόθεσής της κατά της εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΣΤΛΕ ΕΛΛΑΣ ΑΕ", για αποζημίωση από παράνομη, αθέμιτη και καταχρηστική (λόγω δεσπόζουσας θέσης) συμπεριφορά, που υπέστη από την εταιρία αυτή. Ότι ο ως άνω δικηγόρος αποδέχτηκε την εντολή και συμφωνήθηκε, ως αμοιβή του ποσοστό 20% καθαρό επί του συνολικού ποσού που θα εισπραχθεί, ότι η συμφωνία ισχύει μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης και ότι σε περίπτωση μη επιτυχούς έκβασης της δίκης, ο εντολοδόχος δεν δικαιούται καμία άλλη αμοιβή. Ότι σε εκτέλεση της ως άνω εντολής, ο Δ. Κ. προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή ενέργειες σχετικές με την εκμετάλλευση από την ΝΕΣΤΛΕ ΑΕ της δεσπόζουσας θέσης της στην αγορά, σε βάρος της εναγόμενης εταιρίας για τα προϊόντα καφέ που η τελευταία εμπορευόταν, αναγκαίες προς υποστήριξη της αποζημιωτικής αγωγής, που, κατά τη συμφωνία τους, θα ασκούσε, σχέδιο της οποίας με ιστορικό και νομικό μέρος, είχε συντάξει από το Δεκέμβριο του έτους 2006 και το είχε δώσει στον διαχειριστή της εναγομένης, αλλά ο τελευταίος δεν του προσκόμιζε και άλλα αποδεικτικά στοιχεία, καθόσον δεν αρκούσαν τα προσκομισθέντα (καταστάσεις πελατείας για κάποια έτη, ενώ έπρεπε να προσκομιστούν καταστάσεις όλων των ετών χρονικού διαστήματος 1995-2006, κόστος πωληθέντος καφέ και τιμές πώλησης, κόστος διαφημίσεων, για τα έτη 1995 έως 2002, διότι υπήρχαν για τα έτη 2003 και εφεξής), για τον προσδιορισμό της θετικής και αποθετικής ζημίας, για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, τα οποία στοιχεία ουδέποτε προσκομίστηκαν. Ότι στις 29.7.2007 είχε αποστείλει στην ΝΕΣΤΛΕ για λογαριασμό της εναγομένης, εξώδικη όχληση με την οποία ζητούσε την καταβολή από την πρώτη στη δεύτερη, ποσού 15.000.000 στο οποίο με πρόχειρους υπολογισμούς ανήρχετο η θετική και αποθετική ζημία της και 5.000.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αυτή υπέστη από τις παράνομες ενέργειές της. Ότι στις 12.9.2007 απεστάλη στον δικαιοπάροχο της ενάγουσας δικηγόρο τηλεομοιοτυπικά, επιστολή της εναγομένης, με την οποία εκείνη ανακαλούσε την από 15.6.2006 εντολή της προς αυτόν, επικαλούμενη καθυστέρηση άσκησης της αποζημιωτικής αγωγής, έλλειψη εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του και διαφωνία για την ακολουθητέα στρατηγική. Ότι η ανάκληση αυτή, δεδομένου ότι η εντολή είχε συμφωνηθεί ανέκκλητη, είναι αδικαιολόγητη κατ’ άρθρο 170 Κώδικα περί Δικηγόρων και έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο. Ότι εξ αιτίας της αδικαιολόγητης ανάκλησης εμποδίστηκε η άσκηση της αγωγής και η μετά βεβαιότητας προσδοκώμενη πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως της επιτυχημένης διεξαγωγής της συγκεκριμένης δίκης μέχρι τελεσιδικίας". Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε κατά την κυρία βάση της αγωγής να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα, ως καθολική διάδοχο των απαιτήσεων του δικηγόρου Δ. Κ., από τη συνολική αμοιβή του, η οποία βάσει της ανωτέρω συμφωνίας τους ανερχόταν σε 4.000.000 ευρώ (20% των 20.000.000),το ποσό του 1.000.000 ευρώ, επιφυλασσόμενη για το υπόλοιπο ποσό των 3.000.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 1.7.2010 (επίδοση όμοιας αγωγής από την οποία παραιτείτο), άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επικουρικά ζητούσε να της καταβάλει το ποσό των 135.975 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, άλλως το ποσό των 37.525 ευρώ για τις στην αγωγή αναφερόμενες ενέργειες εξώδικες και δικαστικές υπολογιζόμενες με εύλογη ωριαία αμοιβή, με το νόμιμο τόκο, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 61/2013 απόφασή του, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την κύρια βάση της και κατόπιν παραδοχής της ένστασης του άρθρου 102 του Κώδικα περί δικηγόρων, για διογκωμένη απαίτηση, αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 800.000 ευρώ. Κατά της πρωτόδικης απόφασης άσκησε έφεση η εναγομένη και αντέφεση η ενάγουσα. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την αντέφεση, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση και απέρριψε την αγωγή κατά την κυρία βάση της ως αόριστη. Έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή κατά την κύρια βάση της, ήταν πράγματι αόριστη, καθόσον δεν αναφέρονταν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν την θετική και αποθετική ζημία της εναγομένης, αλλά και τα περιστατικά που θεμελίωναν την αξίωση της για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της, τα οποία θα αποτελούσαν τη βάση της αγωγής που θα ασκούσε στα πλαίσια της δοθείσας εντολής ο Δ. Κ., ώστε το ύψος της αιτούμενης απαίτησης να προσδιορίζεται στο ποσό των 20.000.000 ευρώ. Ειδικότερα, ενώ έπρεπε, δεν αναφέρονταν στην ένδικη αγωγή συγκεκριμένα στοιχεία, που θα διαλαμβάνονταν και στην αγωγή, που θα ασκείτο κατά της ΝΕΣΤΛΕ, όπως καταστάσεις πελατείας, ετήσια έσοδα πριν και μετά τις ενέργειες της ΝΕΣΤΛΕ σε βάρος της εναγομένης, ώστε να προκύπτει η πτωτική τάση των εσόδων της και η απώλεια της πελατείας της, καθώς και η ύπαρξη και το ύψος της απαιτήσεως για θετική και αποθετική ζημία του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος που αναφερόταν στην αγωγή, περαιτέρω δε και το είδος της προσβολής από την παράνομη και υπαίτια πράξη της ΝΕΣΤΛΕ, αν δηλαδή προσβλήθηκε η εμπορική της πίστη ή το εμπορικό της μέλλον ή η φήμη της, και τα αντίστοιχα θεμελιωτικά των προσβολών αυτών συγκεκριμένα περιστατικά, για τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ώστε να αναμένεται η επιτυχής έκβαση της δίκης που θα ανοιγόταν, έως την τελεσιδικία, κατά το ποσό των 20.000.000 ευρώ, επί του οποίου υπολογίζόταν και η αμοιβή της ενάγουσας που αξίωνε με την ένδικη αγωγή και η εναγόμενη να δύναται να αμυνθεί σχετικά με τη διόγκωση ή μη της απαίτησης και συνακόλουθα της αιτούμενης αμοιβής. Επομένως με το να απορρίψει το εφετείο την αγωγή, ως αόριστη, κατά την κυρία βάση της, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, και ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 14 (αληθώς και όχι και 1) ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Από τα άρθ. 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης, αλλά και των κατ` ιδίαν λόγων αυτής, θεμελιώνεται δε στην βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από την προσβαλλομένη απόφαση και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς για τον αναιρεσείοντα συνέπειας. Επομένως, αν οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 145/ 2014, 927/2014). Εξ άλλου κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του προϊσχύοντος Κώδικα των Δικηγόρων (ν.δ.3026/1954), που, κατά τα προαναφερόμενα, έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, "ο Δικηγόρος δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης δικαστηριακής ή άλλης την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβήν διά πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον". Κατά δε το άρθρο 98 του ίδιου Κώδικα "
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.