← Ελλάδα

ΑΠ 732/2009 — Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδορκία μάρτυρα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 732 / 2009 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδορκία μάρτυρα. Περίληψη: Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδή δήλωση στην Αρχή (άρθρο 230 ΠΚ) και ψευδορκία μάρτυρα (άρθρο 224 παρ. 2 ΠΚ). Δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από την αποδεικτική αξιοποίηση της ψευδούς καταθέσεως, αφού αυτή αποτελεί στοιχείο της κατηγορίας για ψευδορκία. ΑΡΙΘΜΟΣ 732/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κόκκαλη, περί αναιρέσεως της 1251/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με συγκατηγορούμενο τον .... Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 19/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 230 του ΠΚ όποιος, χωρίς να καθιστά άλλον ύποπτο, παριστάνει εν γνώσει του ψευδώς στην αρχή ότι τελέσθηκε κάποιο κακούργημα η πλημμέλημα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. με την ποινή της παρ. 1 αυτού τιμωρείται όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη θεμελίωση των εγκλημάτων αυτών απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος ο οποίος στην περίπτωση μεν του άρθρου 230 ΠΚ περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταγγελία είναι ψευδής, στην περίπτωση δε της ψευδορκίας μάρτυρα τη γνώση ότι αυτά που κατέθεσε ο κατηγορούμενος είναι ψευδή ή στο ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει. 2.- 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στις περιπτώσεις των άνω εγκλημάτων της παραβάσεως του άρθρου 230 ΠΚ και ψευδορκίας μάρτυρος, η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.1251/2007 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Λάρισσας η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε για ψευδή δήλωση προς την αρχή (άρθρο 230 ΠΚ) και για ψευδορκία μάρτυρα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που φέρονται ως αναγνωσθέντα, καθώς και την απολογία της κατηγορουμένης προέκυψαν τα εξής: " ...Α) Στις 17-8-2002 η κατηγορουμένη, χωρίς να καταστήσει άλλον ύποπτο, παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στην αρχή ότι τελέσθηκε κάποιο πλημμέλημα. Συγκεκριμένα, υπέβαλε στους ανακριτικούς υπαλλήλους της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Λάρισσας έγκληση κατ' αγνώστων, με την οποία παρέστησε σ' αυτούς ότι κατά το χρονικό διάστημα από 14 έως 17-8-2002, οι άγνωστοι αυτοί, αφού παραβίασαν την υπόγεια πόρτα του επί της οδού ... καταστήματός της (καφενείου-σνακ μπαρ), αφαίρεσαν από αυτό 45 έως 50 ηλεκρονικά παιγνιομηχανήματα, 200 φιάλες με διάφορα ποτά (ουίσκι-τζιν-βότκα κ.λ.π), αξίας 6.000 ευρώ καθώς και χρηματικό ποσό από την ταμειακή μηχανή του καταστήματος, δηλαδή, χωρίς να καταστήσει άλλον ύποπτο, παρέστησε σ' αυτούς ότι τελέσθηκε σε βάρος της το πλημμέλημα της κλοπής. Η καταγγελία αυτή ήταν ψευδής και η κατηγορουμένη το γνώριζε, καθόσον στην πραγματικότητα, όπως γνώριζε, ουδεμία διάρρηξη και κλοπή είχε λάβει χώρα στο πιο πάνω κατάστημά της. Β) Στον ίδιο παραπάνω χρόνο η κατηγορουμένη, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Συγκεκριμένα, εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Λάρισσας κατά την υποβολή της προμνησθείσας έγκλησης κατ' αγνώστων, κατέθεσε τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο Α' κατηγορία. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών σε συνδυασμό με την αναγνωσθείσα έκθεση του πραγματογνώμονα κατά την οποία δεν έλαβε χώρα η ως άνω κλοπή...". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και επέβαλε σ' αυτήν συνολική ποινή φυλακίσεως επτά

(7)μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Λάρισσας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις άνω διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στην κατηγορουμένη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 230 και 224 παρ.2 του Π.Κ τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Ειδικότερα, με τις εκ του πράγματος παραδοχές στο σκεπτικό της αποφάσεως αιτιολογείται η κρίση του δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη γνώριζε την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών τα οποία αυτή διέλαβε στην μηνυτήρια αναφορά της και βεβαίωσε ενόρκως εξεταζόμενη ως μάρτυρας, αφού το περιστατικό της κλοπής δέχεται η απόφαση, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση της, ουδέποτε έλαβε χώρα. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του Κ.Π.Δ δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 3.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ. 4 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσής του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο κατάθεσης που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ. δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ', η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη το άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ο ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής. Παραβίαση της πιο πάνω αρχής της μη αυτοενοχοποιήσεως του κατηγορουμένου επέρχεται μόνο με την κατά τον προαναφερόμενο τρόπο αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των πιο πάνω μαρτυρικών αυτού καταθέσεων. Δεν ισχύει, όμως, αυτό όταν η κατάθεση συνιστά περιεχόμενο εγκλήσεως ή μηνύσεως ενώπιον των αρμοδίων ανακριτικών υπαλλήλων με την οποία καταγγέλλεται η τέλεση αξιοποίνου πράξεως, η οποία έγκληση-μήνυση είναι ψευδής και εξ αιτίας του γεγονότος τούτου ασκείται κατά του εγκαλέσαντος ποινική δίωξη. Στην περίπτωση αυτή η μήνυση και η εν συνεχεία αυτής ένορκη κατάθεση του μηνυτή εφόσον είναι ψευδείς, θεμελιώνουν αυτοτελές και διακρικό έγκλημα, διάφορο εκείνου το οποίο ψευδώς καταγγέλθηκε και συνεπώς εάν ασκηθεί για το τελευταίο έγκλημα ποινική δίωξη, η αποδεικτική αξιοποίηση από το δικαστήριο της μήνυσης και συναφούς ψευδούς καταθέσεως, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης που θεμελιώνουν οι άνω διατάξεις. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μεταξύ των άλλων αναγνωσθέντων εγγράφων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την από 17-8-2002 ένορκη κατάθεση της κατηγορουμένης η οποία δόθηκε σε συνέχεια της υπό την ίδια χρονολογία μηνύσεως της κατ' αγνώστων για κλοπή. Όμως, η μήνυση και η ψευδής κατάθεση συνιστούν περιεχόμενο των αδίκων πράξεων (άρθρα 224. παρ.2 και 230 ΠΚ) για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη και στοιχείο του συντασσόμενου για αυτές κατηγορητηρίου, η δε από το δικαστήριο αποδεικτική αξιοποίηση αυτών δεν εμπίπτει στην θεσπιζόμενη από τις παραπάνω διατάξεις απαγόρευση. Συνεπώς και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α'του ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να να απορριφθεί και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 14/22-12-2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1251/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισσας. Και Καταδικάζει την αναιρεείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαρτίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.