Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 738 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Αποδείξεων εκτίμηση. Περίληψη: Έννοια λόγων εφέσεως. Στοιχεία για να είναι ορισμένοι. Λόγος εφέσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Αρκεί να προβάλλεται ότι εξαιτίας του σφάλματος αυτού το δικαστήριο του πρώτου βαθμού κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό. Η Γραμματεία του Πρωτοδικείου είναι ενιαία και δεν είναι απαράδεκτη η έφεση που κατατίθεται στον γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου αντί του Πολυμελούς αντί του Πολυμελούς που εξέδωσε την απόφαση και αντιστρόφως. Λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αόριστος, και 8 εν μέρει αβάσιμος και εν μέρει απαράδεκτος. Επικυρώνει Εφ.Αθ. 182/2008/ Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας. Αριθμός 738/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσείοντων: 1)Δ. Κ. του Α., και 2) Γ. Κ. συζ. Δ., το γένος Γ. Ξ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γκρέκο. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ξ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσακαλία. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/3/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 403/2000 μη οριστική, 268/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 182/2008 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/4/2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 5/1/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.ΑΠ 32/1996). Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση ιδίας κυριότητας που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και στη συνέχεια να δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτων αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, στηριζόμενη σε παράγωγο τρόπο (δωρητήριο συμβόλαιο από τους αληθείς κυρίους γονείς του), παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ. Ο ερευνώμενος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού, μολονότι παρατίθεται σ' αυτόν η πιο πάνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και εκτίθενται, επίσης, οι απόψεις των αναιρεσειόντων σε σχέση με την έννοια της εν λόγω διατάξεως, καθώς και η καταληκτική κρίση του Εφετείου, δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν η παραβίαση της προμνημονευόμενης ουσιαστικής διάταξης οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της και δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκε η φερόμενη ως παραβίαση του νόμου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό. Κατά τα λοιπά ο ίδιος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, επειδή πλήττει και μόνον την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, την εκτίμηση δηλαδή από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων σχετικά με τους ως άνω ισχυρισμούς των διαδίκων. ΙΙ. Το δικόγραφο της έφεσης, σύμφωνα με το άρθρο 520 παρ.1 του ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχει, εκτός από τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 118-120 ΚΠολΔ στοιχεία, και τους λόγους της έφεσης. Οι λόγοι της έφεσης αποτελούν παράπονα κατά της εκκαλούμενης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά η πραγματικά σφάλματα του δικαστή, και πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι να καθορίζονται δηλαδή σ' αυτούς με πληρότητα οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην εκκαλούμενη απόφαση, ώστε να μπορεί ο δικαστής να κρίνει για το νόμιμο και το βάσιμό τους. Τέτοιος λόγος εφέσεως, αναγόμενος σε σφάλμα του δικαστή, είναι και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Το σφάλμα της απόφασης ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται, αλλ' αρκεί να προβάλλεται ότι εξαιτίας του σφάλματος αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ), είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης μετά από καθολική εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης και όχι μόνο με βάση τα μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος που συνδέονται με αυτή. Αν δεν υπάρχει στην έφεση ένας τουλάχιστον λόγος σαφής και ορισμένος, το δικόγραφό της είναι άκυρο και η έφεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, η κατάθεση του δικογράφου της έφεσης, η οποία αποτελεί πράξη της προδικασίας του ενδίκου μέσου, γίνεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την εκκαλούμενη απόφαση (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ). Εξάλλου η γραμματεία του πρωτοδικείου είναι ενιαία, οι ίδιοι δε δικαστικοί υπάλληλοι εκτελούν καθήκοντα γραμματέα του Πολυμελούς και του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Συνεπώς έφεση κατ' αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου δεν είναι απαράδεκτη αν ασκήθηκε ενώπιον του γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και αντιστρόφως (ΑΠ 599/2003). Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή και άρα σε ισχυρισμό που δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 14/2004). Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους παρακάτω ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς τους όπως αυτοί εκτιμώνται, που πρότειναν με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι ότι το Εφετείο έπρεπε ν' απορρίψει την από 16-5-2007 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 268/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή του, α)επειδή το δικόγραφο της έφεσης δεν περιέχει έναν τουλάχιστον ορισμένο λόγο εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης και σε κάθε περίπτωση, αν θεωρηθεί ότι περιέχεται σ' αυτή ο λόγος της κακής εκτίμησης των αποδείξεων, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτό τα σφάλματα της εκκαλούμενης απόφασης που οδήγησαν σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, και β)επειδή η κατάθεση του δικογράφου της πιο πάνω έφεσης έγινε στο γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και όχι στον γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, το οποίο εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος αναφορικά με την πρώτη (υπό α') από τις πιο πάνω αιτιάσεις είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, εκτιμώντας ορθά το δικόγραφο της έφεσης, δέχθηκε ότι περιέχεται σ' αυτό σαφής και ορισμένος λόγος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς, λήφθηκε υπόψη ο ως άνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων από το Εφετείο και απορρίφθηκε σιωπηρά. Εν πάση περιπτώσει ο λόγος αυτός αναφορικά με την ίδια αιτίαση είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) στο παρόν στάδιο εκτίμηση του δικογράφου της έφεσης σαφώς προκύπτει ότι περιέχεται σ' αυτήν λόγος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, στον οποίο το σφάλμα της πρωτόδικης απόφασης, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται και άρα ο σχετικός ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ως μη νόμιμος, δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος αναφορικά με τη δεύτερη (υπό β' ) από τις πιο πάνω αιτιάσεις είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, λόγω του ενιαίου της γραμματείας του Πρωτοδικείου, έφεση κατά της απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου δεν είναι απαράδεκτη αν ασκήθηκε ενώπιον του γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά συνέπειαν δε ο σχετικός ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ως μη νόμιμος, δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέλος, οι επικαλούμενες στην αρχή του αναιρετηρίου αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 12 και 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι παντελώς αόριστες, αφού δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο σε τι συνίστανται οι πλημμέλειες αυτές, δεν προσδιορίζονται δηλαδή τα σφάλματα του Εφετείου που δημιουργούν τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως. ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (αρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-4-2009 αίτηση των Δ. Κ. και Γ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 182/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.