Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 739 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Υπεξαίρεση. Περίληψη: Με το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε κατ’ ουσία η έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του πρωτόδικου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για να δικαστεί: α) για κακουργηματική υπεξαίρεση κατ’ εξακολούθηση 375 παρ. 1 εδ. β΄, 98 ΠΚ και β) για πλημμεληματική πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση. Μοναδικός λόγος αναιρέσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, αφού το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο άνω βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με την άνω κακουργηματική πράξη και τις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Αναφορικά δε με το άνω πλημμέλημα, που φέρεται ότι τέλεσε ο αναιρεσείων στις 17-7-02, 17-8-02 και 17-9-02 έχει υποπέσει ήδη αυτό σε παραγραφή, αφού από τότε μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών. Κατόπιν τούτων, α) αναιρεί εν μέρει για το άνω πλημμέλημα και παύει οριστικά ποινική δίωξη λόγω παραγραφής και β) απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση. Αριθμός 739/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή και Θεοδώρα Γκοΐνη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., περί αναιρέσεως του με αριθμό 839/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.422/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσος Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 446/7.11.2007 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την με αριθμό 19 από 23.7.2007 αίτηση του Χ, κατοίκου ....., οδός ..... αρ. ..., για αναίρεση του υπ'αριθμόν 839/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίπτεται κατ'ουσίαν η υπ'αριθμόν 40/21.5.2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμόν 398/19.4.2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς, για κακουργήματα, Εφετείου Θεσσαλονίκης για να δικαστεί για τις πράξεις της υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθηση, αντικειμένου που η συνολική του αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση μετά χρήσεως και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου νομότυπα και εμπρόθεσμα από κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένο λόγο και δη την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1δ Κ.Π.Δ.) και συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Οι προβαλλόμενοι αυτοί λόγοι, συνίστανται, όπως αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης, α) στο ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά και τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που ανέφερε στην έφεσή του και δεν έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα της διαδικασίας και δη τις υπ'αριθμ. 98/2005 και 37/2006 διατάξεις των Εισαγγελέων Πρωτοδικών και Εφετών Θεσσαλονίκης αντίστοιχα, ούτε έλαβε υπόψη ότι ούτος δεν είχε εισπράξει από πελάτες της επιχείρησης τα χρηματικά ποσά για τα οποία κατηγορείται ότι υπεξαίρεσε από τον ΟΠΑΠ, β) ότι οι οφειλές προς τη ΔΕΗ και τον ΟΤΕ ρυθμίστηκαν, ενώ ως προς το αδίκημα της πλαστογραφίας δεν αναφέρει το βούλευμα τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τη χρήση των πλαστών εγγράφων. Από τη διάταξη της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 375 Π.Κ, στην οποίαν ορίζεται ότι "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους" σαφώς προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου σ'αυτή εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς το ξένο, κατά τις διατάξεις του Αστικού Δικαίου, κινητό πράγμα να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στη κατοχή του δράστη και ο τελευταίος να το ιδιοποιηθεί παρανόμως κατά το χρόνο που βρίσκεται στη κατοχή του, δηλαδή να το ενσωματώσει στην περιουσία του και να το εξουσιάζει και διαθέτει ως κύριος, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του δράστη (θέληση ή αποδοχή), ο οποίος εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εξωτερικεύει τη βούλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Περαιτέρω, κατά το εδάφ. β', η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης υπερβαίνει σε ποσό τα 73.000 €. Περαιτέρω από το άρθρο 216 παρ. 1 Π.Κ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι το γεγονός αυτό το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση του πλαστού εγγράφου συνιστά επιβαρυντική περίσταση (Α.Π. 2328/2004 Π.Χ ΝΕ σελ. 811, Α.Π. 858/2004 ΠΧ ΝΕ σελ. 322). Εξάλλου, έλλειψη της απαιτουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. ε' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο έκρινε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις που έκανε το δικαστικό συμβούλιο, για να καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι από τα πραγματικά αυτά περιστατικά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να στηριχθεί κατά του κατηγορουμένου κατηγορία για ορισμένη αξιόποινη πράξη (Α.Π. 924/1999 ΠΧ Ν/2000 σελ. 429). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 474/2004 ΠΧ ΝΕ σελ. 152). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση και με την ορθή αναφορά του στην εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε ότι από το αποδεικτικό υλικό που νομότυπα συγκεντρώθηκε από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε κατόπιν εγκλήσεως των Ψ1 και Ψ2 και αφού προηγήθηκε προκαταρκτική εξέταση και εκδόθηκε η υπ'αριθμόν 98/2005 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την υπ'αριθμ. 37/2006 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα εξής: Οι Ψ1 και Ψ2 που διατηρούσαν πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ, συνέστησαν με τον αναιρεσείοντα Χ αφανή εταιρία για να αναπτύξουν τις εργασίες του άνω πρακτορείου. Με τον καιρό ο αναιρεσείων κέρδισε την απόλυτη εμπιστοσύνη των εταίρων του και διαχειρίζετο εν λευκώ τα οικονομικά της εταιρίας έως ότου το καλοκαίρι του 2002 οι εταίροι του ανακάλυψαν ότι ενώ είχε εισπράξει από πολλούς πελάτες-καταναλωτές χρήματα προς εξόφληση των λογαριασμών ΔΕΗ και ΟΤΕ δεν τα απέδωσε στους Οργανισμούς αυτούς αλλά τα ενθυλάκωσε, πετώντας τα αποκόμματα των λογαριασμών. Συνολικά υπεξαίρεσε το ποσό των 2.055 ευρώ από συνδρομητές του ΟΤΕ και 3.363 ευρώ από συνδρομητές της ΔΕΗ. Παράλληλα όμως δημιουργήθηκε τεράστιο πρόβλημα και με παρακράτηση ποσών που έπρεπε να αποδοθούν στον Ο.Π.Α.Π. ΑΕ που ανέρχονταν σε 192.077, 67 ευρώ και περιλαμβάνεται στο από 25-9-06 έγγραφο του Ο.Π.Α.Π. Επί πλέον ο αναιρεσείων στις 17-7-2002, 17-8-2002 και 17-9-2002 έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του Ψ2 στις υπ'αριθμόν ....., ..... και ..... επιταγές ποσού 5.500, 5.500 και 5.000 ευρώ και τις χρησιμοποίησε θέτοντας αυτές σε κυκλοφορία. Ακολούθως το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του εκκαλουμένου βουλεύματος 389/19-4-2007 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, όπου ορθώς γίνεται η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πλήρη, σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις παρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 98, 375 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο ΠΚ και 216 παρ. 1 ΠΚ με τις οποίες ορθώς κατηγορήθηκε ο αναιρεσείων, ουδεμία δε αντίφαση υπάρχει μεταξύ διατακτικού και σκεπτικού και ούτω δεν υφίστατο έλλειψη αιτιολογίας και θα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί η με αριθμό 19/23-7-2007 αίτηση του Χ, κατοίκου ....., περί αναιρέσεως του υπ'αριθμόν 839/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. 2) Να επιβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας αυτής στον άνω αιτούντα. Αθήνα 5 Οκτωβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση κι έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 375 παρ.1 εδ. α' Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, που περιλαμβάνει τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εξωτερικεύει την πρόθεσή του αυτή. Κατά την παράγραφο δε 1 εδ. β' του ίδιου πιο πάνω άρθρου 375 Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του ν.2721/1999, η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (ήδη 73.000 ευρώ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή, και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, μεταβίβαση η κατάργηση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβευπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά απόαυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δενυποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με τηνέννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως ηεσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα ηεσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, ηπαράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικούμέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισηςτων αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται ηαναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικούμε το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Και γ)Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματικήαναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελικήπρόταση και δι' αυτής και στην πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που έχει ενσωματωθεί στο πρωτόδικο βούλευμα, στο οποίο συμπληρωματικά αναφέρεται, στην οποία (πρόταση) εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητατα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύριαανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από ταοποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν τηνπαραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και ηκρίση του Συμβουλίου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 839/2007 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής συμπληρωματικά στο πρωτόδικο βούλευμα, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στο ίδιο πιο πάνω βούλευμα αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγμα-τικά περιστατικά: ""Οι μηνυτές, Ψ1 και Ψ2, διατηρούσαν πρακτο-ρείο ΠΡΟ-ΠΟ, επί της οδού ....., καθώς είχε παραχωρηθεί από το έτος 1976 στην πρώτη εξ' αυτών σχετική άδεια εκμετάλλευσης. Περί τον μήνα Μάρτιο του έτους 2001 συνέστησαν αφανή εταιρία με τον κατηγορούμενο Χ, προκειμένου να αναβαθμίσουν την επιχείρηση, να ανανεώσουν τα συστήματα συμμετοχής σε παιχνίδια του ΟΠΑΠ και υπό την οικονομική διεύθυνση του τελευταίου, την βοήθεια των γνωριμιών του στο χώρο του αθλητισμού, αλλά και τις οικονομικές διευκολύνσεις που χάριν αυτού θα μπορούσε να απολαμβάνει το πρακτορείο, λόγω των σχέσεων του με διευθυντικά στελέχη Τραπεζικών Ιδρυμάτων, να το μετατρέψουν από μία επιχείρηση με φθίνουσα πορεία σε ένα από τα καλύτερα πρακτορεία στην πόλη της ..... . Στην αρχή οι σχέσεις των μηνυτών και του κατηγορουμένου ήταν άριστες, πραγματοποιήθηκε δε ανακαίνιση του πρακτορείου, το οποίο λειτούργησε ικανοποιητικά για ένα έτος περίπου. Στο μεταξύ ο κατηγορούμενος είχε κερδίσει σε τέτοιο βαθμό την εμπιστοσύνη των μηνυτών, ώστε να έχει πρόσβαση στο ταμείο και τους υπολογιστές και να διαχειρίζεται εν λευκώ τα οικονομικά της επιχείρησης. Σταδιακά. άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα, καθώς οι μηνυτές ανακάλυψαν πως από το καλοκαίρι του έτους 2002 έως και την Άνοιξη του 2003, ο κατηγορούμενος, ενώ είχε εισπράξει από πολλούς πελάτες - καταναλωτές χρήματα προς εξόφληση λογαριασμών της Δ.Ε.Η. και του Ο.Τ.Ε., δεν απέδιδε αυτά, όπως όφειλε, στους παραπάνω Οργανισμούς Κοινής Ωφελείας, ενθυλακώνοντας διάφορα χρηματικά ποσά και πετώντας τα αποκόμματα των λογαριασμών. Όταν άρχισαν να διαμαρτύρονται οι συνδρομητές ότι, αν και είχαν πληρώσει τους λογαριασμούς, διακόπηκαν οι συνδέσεις τους, αποκαλύφθηκε η κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση μεγάλων χρηματικών ποσών. Χαρακτηριστικά, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα και μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου του έτους 2003, εμφανίστηκαν στα γραφεία της Δ.Ε.Η της περιοχής της Ανατολικής Θεσ/νίκης, είκοσι οκτώ
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.