Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 740 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Κ.Ο.Κ.. Περίληψη: Ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης: α) για σωματική βλάβη από αμέλεια κατά συρροή και β) για παράβαση του άρθρου 42 παρ. 1, 49, 6γ΄ του ΚΟΚ (Ν. 2696/99). Το άνω Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της παραβάσεως του άρθρου 42 παρ. 1 του ΚΟΚ, γιατί η αλκοομέτρηση έγινε με αεριοχρωματική μέθοδο και όχι με αιμοληψία του αναιρεσείοντος δεν είναι αυτοτελής, αλλ’ αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός και κατά συνέπεια δεν υποχρεούτο το Δικαστήριο να απαντήσει, εντεύθεν δε εκ περισσού απάντησε το Δικαστήριο στον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Όχι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για το ότι δόθηκε ο λόγος επί της ποινής μόνο στον ένα εκ των δύο συνηγόρων. Αριθμός 740/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 2317/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ....., κάτοικο ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλκιβιάδη Παναγόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.9.2006 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 24.9.2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1535/
- Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 28 ΠΚ, σαφώς προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτήν πλημμελήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ' αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μέτρια συνετός και ενσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες, που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε από τις προσωπικές περιστάσεις και τις ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του παραπάνω εγκλήματος που διαπράχθηκε. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η αμέλεια διακρίνεται σε ασυνείδητη, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προβλέπει μεν ότι από την συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 1 έως 3 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999), όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της κατωτέρω αναφερομένης αξιόποινης πράξεως, απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό, ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που, σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσεώς τους, ενδέχεται να επηρεάζουν την οδηγητική ικανότητα του οδηγού. Θεωρείται ότι ο ελεγχόμενος οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό του υπερβαίνει τα 0,5 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,5 gr/l). Με τις κοινές αποφάσεις της παραγράφου 5 του παρόντος μπορεί να ορισθεί και μικρότερο ποσοστό (παρ. 1). Τα αρμόδια αστυνομικά όργανα μπορούν σε κάθε περίπτωση να ασκούν έλεγχο για τη διαπίστωση υπάρξεως οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά την παράγραφο 1 στον οργανισμό των οδηγών (παρ. 2). Έλεγχος για τη διαπίστωση της μέθης του οδηγού γίνεται υποχρεωτικά σε περίπτωση θανατηφόρου ατυχήματος, επί δε σωματικής βλάβης γίνεται, εφόσον υπάρχουν ενδείξεις χρήσεως οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά την παράγραφο 1, με την χρησιμοποίηση κάθε κατάλληλου επιστημονικού μέσου. Με τον αυτό τρόπο διαπιστώνεται και η μέθη πεζού στις ίδιες πιο πάνω περιπτώσεις (παρ. 3). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο έλεγχος για τη διαπίστωση της υπάρξεως οινοπνεύματος στον οργανισμό των οδηγών γίνεται σε κάθε περίπτωση από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, όμως ο έλεγχος αυτός καθιερώνεται ως υποχρεωτικός μεν για τις περιπτώσεις θανατηφόρων ατυχημάτων, ενώ, όταν πρόκειται για ατύχημα με σωματικές βλάβες, ο έλεγχος είναι προαιρετικός και γίνεται όταν υπάρχουν ενδείξεις χρήσεως οινοπνεύματος, η διαπίστωση δε της μέθης ή της χρήσεως τοξικών ουσιών γίνεται με τη χρησιμοποίηση κάθε κατάλληλου επιστημονικού μέσου. Περαιτέρω στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι η οδήγηση του οχήματος γίνεται από οδηγό που βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος τοξικών ουσιών η φαρμάκων κατά την παράγραφο 1, υποχρεούται αυτός να δέχεται την εξακρίβωση της καταστάσεως αυτής. Σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, λαμβάνεται πάντοτε από τα θανόντα πρόσωπα αίμα για εξέταση, από δε τους ζώντες, εάν δεν υπάρχουν ειδικοί παθολογικοί λόγοι που να το εμποδίζουν. Για την ύπαρξη η μη των προβαλλόμενων πιο πάνω λόγων χρειάζεται ιατρική πιστοποίηση. Με το τελευταίο εδάφιο της εν λόγω παραγράφου, καθιερώνεται υποχρεωτικός από τα αρμόδια όργανα έλεγχος της υπάρξεως οινοπνεύματος ή άλλων τοξικών ουσιών με τη λήψη αίματος, αλλά μόνο όταν πρόκειται για θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα και μόνο για τους θανόντες, ενώ για τους ζώντες ορίζεται υπό ποίες προϋποθέσεις υποχρεούνται να ανεχθούν τον τρόπο αυτό ελέγχου, χωρίς να αποκλείεται σε όλες τις άλλες περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων η δυνατότητα διαπίστωσης της χρήσεως οινοπνεύματος η άλλων τοξικών ουσιών και με οποιοδήποτε άλλο επιστημονικό μέσο. Άλλωστε, στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου γίνεται ρητά λόγος για τη χρησιμοποίηση κάθε επιστημονικού μέσου. Ενισχύεται δε η άποψη αυτή και από την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημοσίας Τάξεως και Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι διαπίστωσης της χρήσεως οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά την παράγραφο 1 από τον ελεγχόμενο οδηγό καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια. Σε εκτέλεση της εξουσιοδοτικής αυτής διατάξεως, είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 13382/Φ705.11/4δ της 25/26-11-1977 (ΦΕΚ Β-1266) κοινή απόφαση των Υπουργών Δημοσίας Τάξεως και Συγκοινωνιών, η οποία τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 1330/Φ.705-11/4 παρ. Θ715-2-1985 (ΦΕΚ Β-174) των ιδίων Υπουργών. Οι αποφάσεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά τη ψήφιση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2094/1992), ενώ υπό την ισχύ του νέου Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999) και μέχρι τον χρόνο τελέσεως της κατωτέρω αναφερομένης αξιόποινης πράξεως δεν είχε εκδοθεί κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 5 του εν λόγω Κώδικα η προβλεπόμενη κοινή υπουργική απόφαση. Όμως, η κατάργηση του εξουσιοδοτικού ν. 2094/1992 και του άρθρου 112 αυτού που, τις είχε διατηρήσει σε ισχύ, δεν επέφερε την κατάργηση και των ανωτέρω αποφάσεων, που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού η του προϊσχύσαντος ν. 614/
- Και αυτό γιατί η κατάργηση νομοθετικής εξουσιοδοτικής διατάξεως αφορά κατ' αρχήν το μέλλον, υπό την έννοια ότι αποκλείεται η έκδοση νέων διοικητικών πράξεων με βάση τις καταργηθείσες διατάξεις, πλην όμως οι κανονιστικές πράξεις που είχαν εκδοθεί διατηρούν την ισχύ τους, εφόσον δεν απαγγέλλεται από το νόμο ρητώς η κατάργηση και αυτών. Με τις ανωτέρω αποφάσεις ορίζεται ότι η εξακρίβωση της χρήσεως οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών στους οδηγούς κατά την οδήγηση οχημάτων, ή σε περιπτώσεις ατυχημάτων στους οδηγούς και σε θύματα πεζούς περιλαμβάνει τρία στάδια. Τα πρώτο στάδιο αναφέρεται στην ανίχνευση των υπόπτων, το δεύτερο στην εξέταση των υπόπτων από τους αρμόδιους προανακριτικούς υπαλλήλους, το οποίο, εκτός των άλλων, περιλαμβάνει και περιγράφει τη δοκιμασία με ΑΛΚΟΤΕΣΤ, και το τρίτο στη μέθοδο ποσοτικού προσδιορισμού του οινοπνεύματος. Η δοκιμασία με ΑΛΚΟΤΕΣΤ, η οποία αναφέρεται στην απόφαση υπό στοιχ. Α', συνίσταται στην εξακρίβωση οινοπνεύματος στον εκπνεόμενο από τον ελεγχόμενο οδηγό αέρα μέσα σε ειδική συσκευή, χωρίς να γίνεται ποσοτικός προσδιορισμός, ο οποίος, αν στον εκπνεόμενο αέρα αποδειχθεί η ύπαρξη οινοπνεύματος, γίνεται στη συνέχεια με αιμοληψία και με τις προϋποθέσεις και τον τρόπο που περιγράφεται στην απόφαση. Περαιτέρω υπό στοιχ. Β' αναφέρεται η ανίχνευση οινοπνεύματος με την ηλεκτρονική συσκευή αεροχρωματογράφο, με τον οποίο γίνεται ακριβής προσδιορισμός της ποσοστιαίας αναλογίας του οινοπνεύματος στο αίμα. Και τέλος υπό στοιχ. Γ' αναφέρεται ότι για τον ποσοτικό προσδιορισμό του οινοπνεύματος στο αίμα μπορεί να χρησιμοποιηθούν και άλλες μέθοδοι αναγνωρισμένες επιστημονικώς. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η διαπίστωση αν ένας οδηγός έκανε χρήση οινοπνεύματος, καθώς και ο ποσοτικός προσδιορισμός του οινοπνεύματος στο αίμα, μπορεί να γίνει, όχι μόνο με ένα τρόπο εκείνο της αιμοληψίας και της εξετάσεως αίματος, αλλά και με άλλους επιστημονικούς τρόπους, δηλαδή με συσκευές που, εκτός από τον αεροχρωματογράφο, έχουν τη τεχνική δυνατότητα να κάνουν και ποσοτικό προσδιορισμό, όπως αυτό ορίζεται στην παραπάνω απόφαση υπό στοιχ. Γ'. Η εξέταση του αίματος προβλέπεται υποχρεωτικώς στην περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος, με τους όρους που προαναφέρθηκαν, αλλά και όταν η συσκευή ΑΛΚΟΤΕΣΤ περιορίζεται μόνο στην ανίχνευση οινοπνεύματος στο αίμα, χωρίς τη δυνατότητα περαιτέρω ποσοτικού προσδιορισμού. Όταν, όμως, χρησιμοποιείται συσκευή εκπνεόμενου αέρα, η οποία έχει τη δυνατότητα και του ποσοτικού προσδιορισμού, τότε στις λοιπές περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων ή και στις περιπτώσεις απλής οδήγησης δεν επακολουθεί το στάδιο της αιμοληψίας και της εξετάσεως αίματος. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2317/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά την 1.7.2001 και ώρα 04.20, ο κατηγορούμενος, έχοντας αναλώσει οινοπνευματώδη ποτά και περιεκτικότητα οινοπνεύματος στο αίμα του 1,49%ο (βλ. από 1-7-2001 έκθεση εξέτασης των Υπ/μου Β' .... και Αρχιφύλακα ....), δηλαδή σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης οποιουδήποτε οδηγού αυτοκινήτου, οδηγούσε το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ..... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο σε ανώνυμη οδό στα .... και στο σημείο διασταύρωσής της με την Επ.Ο. .... δεν ακινητοποίησε το όχημά του πριν από τη διασταύρωση αυτή, μολονότι υπήρχε από την κατεύθυνση πορείας του στο σημείο της διασταύρωσης, πινακίδα (STOP) υποχρεωτικής διακοπής πορείας, αλλά συνέχισε ανέλεγκτα την πορεία του, παραβιάζοντας την προτεραιότητα της κανονικώς κινούμενης στην οδό ....υπ' αριθμόν κυκλοφορίας .... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, οδηγούμενης από τον παθόντα .... με συνεπιβαίνοντα τον δεύτερο παθόντα ...... Αποτέλεσμα της αντικανονικής εισόδου του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου στη διασταύρωση ήταν να αποκλείσει αυτός με το όχημά του το ρεύμα πορείας της μοτοσυκλέτας. να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα και να τραυματισθούν αμφότεροι οι επιβαίνοντες στη μοτοσυκλέτα, οι οποίοι υπέστησαν, ο μεν Απ. .... αιμορραγική θλάση στα βασικά γάγγλια, ο δε ..... κατάγματα δεξιάς κερκίδας και κνήμης. Όλα τα ανωτέρω περιστατικά προκύπτουν από τις ένορκες καταθέσεις των παθόντων και τα ευρήματα που συνέλεξε η Αστυνομική αρχή στον τόπο του ατυχήματος (βλ. έκθεση αυτοψίας με συνοδευτικό σχεδιάγραμμα) και είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου (και του μάρτυρα ....) ότι δεν ήταν εντοπίσιμη και ορατή η μοτοσυκλέτα των παθόντων λόγω χαμηλού φωτισμού της. Εκτός αν η αντίληψη του κατηγορουμένου (αν είναι ειλικρινής) υπαγορεύθηκε από την κατάσταση μέθης που διατελούσε. Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ακυρότητας της γενόμενης αλκοολομέτρησης με αεριοχρωματική μέθοδο και όχι με αιμοληψία, καθώς η ως άνω μέθοδος είναι νόμιμος τρόπος διαπίστωσης της περιεκτικότητας του αίματος σε οινόπνευμα των οδηγών οδικών οχημάτων, δεν ασκεί δε επιρροή η καθιέρωση της αεριοχρωματικής μεθόδου σε μεταγενέστερο χρόνο από την τέλεση της πράξης του κατηγορουμένου, δοθέντος ότι και υπό το προϊσχύον νομικό καθεστώς γινόταν δεκτή η μέθοδος αυτή, τόσο μάλλον όταν η μέθη προέκυπτε και από άλλα στοιχεία, όπως ενδεικτικά στην προκειμένη υπόθεση είναι το μεγάλο ποσοστό οινοπνεύματος στις δύο διαδοχικές μετρήσεις και η οδική συμπεριφορά του γενικά, όπως ανωτέρω περιγράφεται. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται". Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, ....., για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή και της παραβάσεως του άρθρου 42 παρ. 1, 4α, 6γ του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999) και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά
(7)μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 28, 94 παρ. 1, 314 παρ. 1α ΠΚ και άρθρ. 42 παρ. 1, 4α, 6γ του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999) σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες Υπουργικές αποφάσεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση, αφού δεν ήταν απαραίτητο να προηγηθεί και έλεγχος της υπάρξεως οινοπνεύματος με αιματοληψία του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, το Τριμελές Εφετείο εκθέτει στην προσβαλλόμενη απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περιστατικά και προσδιορίζει σαφώς τη μορφή της αμέλειάς του, η οποία εκτίθεται στο σκεπτικό και έχει τον χαρακτήρα της μη συνειδητής αμέλειας, ενώ δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών της, να διαλάβει α) την απόσταση, από την οποία μπορούσε να αντιληφθεί ο αναιρεσείων την κίνηση του οδηγού της ειρημένης δίκυκλης μοτοσυκλέτας, β) την ταχύτητα, με την οποία έβαινε αυτός (αναιρεσείων) και γ) το σημείο της οδού, όπου έλαβε χώρα η σύγκρουση των οχημάτων. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της παραβάσεως του άρθρου 42 παρ. 1 του ΚΟΚ, γιατί η αλκοολομέτρηση έγινε με αεριοχρωματική μέθοδο και όχι με αιμοληψία, είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής και κατά συνέπεια δεν ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο να απαντήσει, εντεύθεν δε, ως εκ περισσού, απάντησε στον εν λόγω ισχυρισμό του. Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 42 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999), σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες Υπουργικές αποφάσεις, επειδή, για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης αυτής πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, το Δικαστήριο αρκέστηκε, για την εξακρίβωση και τον ποσοτικό προσδιορισμό της περιεχόμενης στο αίμα του αιθυλικής αλκοόλης, στη χρησιμοποίηση από τα αστυνομικά όργανα συσκευής ελέγχου του εκπνεόμενου αέρα, χωρίς να έχει προηγηθεί και έλεγχος με τη λήψη αίματος από αυτόν, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 369 παρ. 3 ΚΠοινΔ, κατά την οποία ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος, και της διατάξεως του άρθρου 371 παρ. 3 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία, αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, γίνεται αμέσως κατόπιν συζήτηση για την ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί, σαφώς συνάγεται ότι κατά τη συζήτηση περί της επιβλητέας ποινής τελευταίος πρέπει να λάβει το λόγο ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, επί περισσοτέρων δε συνηγόρων του κατηγορουμένου, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, αρκεί να λάβει το λόγο και ένας απ' αυτούς και, κατά συνέπεια, δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 σοτιχ. δ' ΚΠοινΔ, εάν κατά τη συζήτηση περί της επιβλητέας ποινής έλαβαν το λόγο όχι οι περισσότεροι συνήγοροι του κατηγορουμένου ή ο κατηγορούμενος, αλλά μόνον ένας από τους συνηγόρους του τελευταίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά τη συζήτηση που έγινε για την επιβλητέα ποινή, μετά την κήρυξη ως ενόχου του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, τελευταίος έλαβε το λόγο ένας από τους συνηγόρους αυτού, ο οποίος και ζήτησε να του επιβληθεί το ελάχιστο όριο της ποινής. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά τον οποίο, εφόσον κατά τη συζήτηση περί της επιβλητέας ποινής στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο δεν δόθηκε ο λόγος και στον έτερο των συνηγόρων του, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24.9.2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και η δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24.9.2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, του ....., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2317/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα α) στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ, και β) στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ....., εκ πεντακοσίων
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ