Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 742 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της πλάνης. Παραδεκτή η ποινική δίωξη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη έκδοση αποφάσεως του Διοικητικού Δικαστηρίου, επί της προσφυγής. Απορρίπτει την αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 742/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούστου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κατοίκου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αντωνόπουλο, περί αναιρέσεως της 3101/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1262/
(2)τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικροτέρων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι : 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17,18, 19 και 21 παρ.2 του Ν.2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι προκειμένου περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου 2523/97), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησής της απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ευμενέστερη για τον δράστη των εγκλημάτων αυτών ρύθμιση, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του ν. 2523/1997, και επί εκείνων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται, προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης αλλά ούτε, σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσια οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, με την υπ' αριθμό 3101/2007 απόφασή του, καταδίκασε κατά πλειοψηφία τον αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 25 παρ.1 του Ν.1882/1990, δηλαδή για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο και συγκεκριμένα, ότι δεν κατέβαλε προς το Δημόσιο οφειλές συνολικού ύψους 2.601.169,45 ευρώ, που αφορούν λοιπούς φόρους και χρέη γενικά που έχουν βεβαιωθεί στην ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης και ήταν ληξιπρόθεσμα. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι η ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε κατά πλειοψηφία, και η οποία ασκήθηκε ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της ΔΥΟ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη, γιατί κατά της καταλογιστικής σε βάρος του πράξεως είχε ασκήσει εμπροθέσμως προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και όταν ασκήθηκε η ποινική δίωξη η υπόθεση ήταν εκκρεμής ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, στην περίπτωση του αναιρεσείοντος, ο οποίος καταδικάσθηκε κατά πλειοψηφία, για παραβίαση προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, δεν ήταν απαραίτητη η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης ή η τελεσίδικη επί της ασκηθείσας προσφυγής απόφαση του αρμοδίου Διοικητικού Δικαστηρίου, αλλά ούτε και η επισύναψη στην μηνυτήρια αναφορά αντιγράφων της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Επομένως, ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, για υπέρβαση εξουσίας, λόγω του ότι δεν κήρυξε απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη, αλλά προχώρησε στην έρευνα της υπόθεσης και τον καταδίκασε ως ανωτέρω, είναι αβάσιμος, συνακόλουθα δε αβάσιμος είναι και ο από το ίδιο άρθρο παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε, χωρίς αιτιολογία, τον προβληθέντα κατά τη συζήτηση ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου, για τους ίδιους λόγους, της εναντίον του ασκηθείσας ποινικής δίωξης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος παρ.3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο, είτε περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της απόφασης που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, είτε επαναλαμβάνει το διατακτικό, εφόσον αυτό δεν είναι λεπτομερές και δεν εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση επίσης εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε ότι: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο και από την υπόλοιπη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 30-3-2002 έως την 1-1-2005 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος καθυστέρησε ως υπόχρεος την καταβολή των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι και την ημέρα σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και συγκεκριμένα, κατά το άνω χρονικό διάστημα, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΑ ΠΡΑΤΗΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΗΣ "ΣΠΑΕ ΑΕ" καθυστέρησε, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, την καταβολή των ακόλουθων βεβαιωμένων, στις 17.9.2003, χρεών στη ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, που καταβάλλονται εφάπαξ, αφορούν φόρους και γενικά χρέη υπέρ του Δημοσίου και δη: α) ποσού 893.819,65 ευρώ, οικονομικού έτους 1992, β) ποσού 1.150.959,09 ευρώ, οικονομικού έτους 1993, γ) ποσού 140.016,23 ευρώ, οικονομικού έτους 1994, δ) ποσού 132.389,88 ευρώ, οικονομικού έτους 1994, ε) ποσού 256.985,77 ευρώ, οικονομικού έτους 1993 και στ) ποσού 26.875,74 ευρώ, οικονομικού έτους
- Δηλαδή δεν κατέβαλε στο Δημόσιο συνολικά ποσό 2.601.169,45 ευρώ. Τα παραπάνω ποσά, αναφέρονται αναλυτικά ως προς την αιτία για την οποία αυτά οφείλονται (κατά κεφάλαιο και προσαυξήσεις), αριθμό, και ημερομηνία έκδοσης της βεβαίωσης του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης (με βάση την οποία βεβαιώθηκε κάθε χρέος, τον τρόπο και ημερομηνία καταβολής του, στον συνημμένο στο κατηγορητήριο, πίνακα χρεών και συγκεκριμένα στα υπό στοιχείο 10, 11, 12, 21, 22 και 23 αυτού. Ο κατηγορούμενος προβάλει τον ισχυρισμό ότι η ασκηθείσα για τα προαναφερόμενα χρέη, σε βάρος του ποινική δίωξη είναι απαράδεκτη, καθόσον η εταιρία ΣΠΑΕ ΑΕ, έχει ασκήσει ήδη από 7.2.2003 προσφυγές ενώπιον Διοικητικών Δικαστηρίων, η συζήτηση των οποίων δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί και ως εκ τούτου του κατηγορουμένου, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν για τα εγκλήματα της φοροδιαφυγής, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του, δεν απαιτείται για την άσκηση της ποινικής διώξεως η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, αλλά ούτε, σε περιπτώσεις ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επ' αυτής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού Δικαστηρίου. Για τα άνω καταλογισθέντα σε βάρος της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας χρέη, επιδόθηκε από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης προς τον κατηγορούμενο - με την υπ' αριθμ. 637/2004 ειδοποίηση (βλ. την αριθμ. πρωτ. 11.673/3-6-2005 αίτηση ποινικής δίωξης), για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 22258/1-10-2004 έκθεση επιδόσεως, υπό την ιδιότητα αυτού ως διευθύνοντος συμβούλου της παραπάνω εταιρίας. Ο κατηγορούμενος πράγματι υπήρξε διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας "ΣΠΑΕ ΑΕ" έως και την 30.6.1995, οπότε και έληξε και τυπικά η προβλεπόμενη από το καταστατικό τριετής θητεία (28.6.1992 - 30.6.1995) του τελευταίου εκλεγέντος Δ.Σ. της ανωτέρω εταιρίας (βλ. ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ αριθμ. 4206/28-8-1992), σε κάθε δε περίπτωση μέχρι την παρέλευση εξαετίας από την εκλογή του, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 ν. 2190/1920 (Ολ. ΑΠ 5/2004 Ελλ. Δ/νη 2004/388), ήτοι έως την 30.6.1998, αφού δεν υπήρξε καμία πρόβλεψη στο καταστατικό τη εταιρίας, παράστασης της θητείας του Δ.Σ. μέχρις εκλογής νέου Διοικητικού Συμβουλίου, ενώ η υπόχρεη τούτη ανώνυμη εταιρία από το έτος 1993 ήταν αδρανής, μάλιστα δε με την υπ' αριθμ. 175189/12-5-2004 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης ανακλήθηκε η άδεια σύστασής της και τελεί έκτοτε σε καθεστώς εκκαθάρισης. Ωστόσο τα επίδικα, ως άνω χρέη γεννήθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, κατά τα οικονομικά έτη 1992, 1993, 1994, δηλαδή στο χρόνο που ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της "ΣΠΑΕ ΑΕ" και για το λόγο αυτό ασκήθηκε εναντίον του η ποινική δίωξη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 2 εδ. α και παρ. 3 του Ν. 1882/
- Επικαλούμενος, ο κατηγορούμενος ότι, τούτος δεν είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου, όταν του επιδόθηκε η προαναφερόμενη η ατομική ειδοποίηση και όφειλε το Δημόσιο με αίτησή του στα πολιτικά Δικαστήρια να προκαλέσει διορισμό προσωρινής διοίκησης της εταιρίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 5/2004 ο.π.) ισχυρίζεται ότι επίδοση της ατομικής τούτης ειδοποίησης δεν είναι νόμιμη, γεγονός που καθιστά άκυρη την απαιτούμενη για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, βεβαίωση των επίδικων χρεών. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου είναι μη βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν για το έγκυρο της ταμειακής βεβαίωσης, δεν θεσπίζεται ως όρος η (ατομική) ειδοποίηση του υπόχρεου. Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος, καθίσταται και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι τα επίδικα χρέη έχουν παραγραφεί και κατά συνέπεια εσφαλμένα έχουν βεβαιωθεί, γιατί ενόψει των προαναφερομένων διατάξεων τα εν λόγω χρέη αναφέρονται μεν στα οικονομικά έτη, 1992, 1993, 1994, 1992, 1993 και 1994, αντίστοιχα, πλην όμως βεβαιώθηκαν στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, την 17.9.2003, όπως προκύπτει από το πίνακα που αυτούσιος επισυνάπτεται, ενώ η αίτηση του προϊσταμένου της άνω Δ.Ο.Υ. για την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου φέρει από την ημερομηνία 3-6-2005 και η ποινική δίωξη ασκήθηκε από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Θεσσαλονίκης την 10-7-2005 και επομένως η παραγραφή της απαίτησης του Δημοσίου παραγράφεται το 2008, η δε παραγραφή του αδικήματος πέντε χρόνια μετά". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, κήρυξε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ένοχο κατά πλειοψηφία της πράξεως του άρθρου 25 του ν. 2523/1997, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά την επικρατήσασα σ' αυτό γνώμη, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 25 του ν. 2523/1997, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες της αποφάσεως, σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσείων με την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου και του νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΑ ΠΡΑΤΗΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΣΠΑΕ ΑΕ", καθυστέρησε την καταβολή βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων χρεών προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού 2.601.169,45 ευρώ, ιδιότητες τις οποίες αυτός είχε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Επιπρόσθετα, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα, ότι: α) είναι "απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του, γιατί δεν ήταν σύννομη η ταμειακή βεβαίωση, για το λόγο ότι από της 30-6-1995 είχε παύσει να ασχολείται με την εταιρεία και ότι τα επίδικα χρέη, δεν αφορούν τον ίδιο, αλλά αποτελούν φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρείας ΣΠΑΕ ΑΕ, η οποία από το έτος 1993, είναι απόλυτα αδρανής και της οποίας ήταν Διευθύνων Σύμβουλος ουσιαστικά έως τις αρχές του 1993", και β) ότι κακώς καταδικάσθηκε για τα υπ' αριθμό 24 και 25 χρέη του οικείου καταλόγου, που αφορούσαν χρηματικά ποσά, ύψους 58,33 και 64,76 ευρώ αντίστοιχα, λόγω του μη αξιόποινου των μερικότερων πράξεων, πρέπει να απορριφθούν για τους παρακάτω λόγους. Όσον αφορά την υπό στοιχείο (α) αιτίαση, είναι απαράδεκτη, αφού αυτή αποτελεί αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και γιατί ανάγεται στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας: Όσον αφορά δε την υπό στοιχείο (β) αιτίαση, είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, για το λόγο ότι τα ως άνω χρηματικά ποσά των 58,33 και 64,76 ευρώ αντίστοιχα, αφορούν έξοδα διοικητικής εκτελέσεως, τα οποία αναμφισβήτητα, λόγω του χαρακτήρα τους, ως επιρριπτόμενων φόρων, συνυπολογίζονται και συμπεριλαμβάνονται στο συνολικό ποσό χρεών. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως και ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η κατά τα παραπάνω επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί συγγνωστής νομικής πλάνης που προβλέπεται από το άρθρο 31 παρ. 2 του ΠΚ. Απαραίτητα στοιχεία του ισχυρισμού αυτού για να είναι ορισμένος, είναι, εκτός εκείνων που συνιστούν την ίδια την πλάνη και η προσωπική κατάσταση του δράστη που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με τη στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε επικουρικά τον ισχυρισμό ότι "ο κατηγορούμενος πρέπει να κριθεί ατιμώρητος, λόγω συνδρομής στο πρόσωπό του συγγνωστής νομικής πλάνης κατ' άρθρο 31 παρ. 2 του Π.Κ. Ειδικότερα δε γιατί ...από της εξαγοράς των μετοχών της ΣΠΑΕ ΑΕ από την εταιρία ΣΤ. ΖΑΜΠΕΤΟΓΛΟΥ ΑΕ το έτος 1993, έπαυσε να απασχολείται προσωπικά και ουσιαστικά με τη διοίκηση της εταιρείας ΣΠΑΕ ΑΕ, σε κάθε δε περίπτωση από της 30-6-1995 έληξε τυπικά η θητεία του τελευταίου εκλεγέντος Δ.Σ της ανωτέρω εταιρίας, ως και η θητεία του ως Διευθύνοντος Συμβούλου". Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, όπως διατυπώθηκε είναι αόριστος και απορριπτέος, αφού δεν προσδιορίζονται σ' αυτόν ειδικές συνθήκες συναφείς με την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, τη γνώση και την ικανότητά του, ώστε με τη στάθμιση και αυτών να σχηματίσει το Δικαστήριο πεποίθηση, ότι δεν μπορούσε να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα στον εν λόγω αόριστο ισχυρισμό, ως εκ περισσού δε διέλαβε στην απόφασή του διάταξη με την οποία απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό. Έτσι, τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με το σχετικό λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, για αναιτιολόγητη απόρριψη του ισχυρισμού του περί συγγνωστής νομικής του πλάνης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-6-2007 αίτηση του ....., κατοίκου ...., για αναίρεση της υπ' αριθμό 3101/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι