Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 747 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Πραγματογνωμοσύνη. Περίληψη: Κακουργηματική Πλαστογραφία και Απάτη. Αναίρεση με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ως προς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων. Η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του ανακριτή ή του δικαστηρίου της ουσίας και δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως. Απορρίπτει την αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 747/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 409/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 768/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 436/19.9.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθμ. 67/10-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθ. 409/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθ. 3390/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των αξιοποίνων πράξεων: α) της πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση, από δράστη που ενεργεί κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, βλάπτοντας τρίτους και β) της απάτης κατ'εξακολούθηση από δράστη που ενεργεί κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, η δε προξενηθείσα συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Εναντίον του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ'αριθ. 409/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 31-3-2008, η δε αίτηση ασκήθηκε την 10-4-2008, δηλαδή μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ δεκαήμερη προθεσμία, αυτοπροσώπως από τον ίδιο ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η υπ'αριθ. 67/10-4-2008 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακουργήματα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
- Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Κ.Π.Δ. όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο, εγγράφου που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και, περαιτέρω, σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, αδιαφόρου όντως αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε (ΑΠ 1230/2007, ΑΠ 118/2008). Κατάρτιση πλαστού εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ, υπάρχει όταν εξυπαρχής συντίθεται έγγραφο, το οποίο το πρώτον διατυπώνεται από το ενεργητικό υποκείμενο και εμφανίζεται ότι προέρχεται από τρίτο πρόσωπο (ΑΠ 415/2007). Η πλαστογραφία, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 α' Ν.2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2 Ν.2721/1999, προσλαμβάνει τον χαρακτήρα του κακουργήματος και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν, ως άμεσο αποτέλεσμα της πράξεώς του, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτο ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, ή διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τελικώς ο σκοπός του οφέλους ή της βλάβης του τρίτου. Στην περίπτωση τελέσεως της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με το ύψος του οφέλους ή της ζημίας και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 εδάφιο πρώτο Ν. 2721/1999 και για όσες πράξεις τελέσθηκαν μετά την 3-6-1999, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου της πράξεως, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 1855/2006, ΑΠ 980/2007). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντα, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο, πράξη παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει δηλαδή, ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποία (υλική αντιστοιχία) προκύπτει φανερά ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης, ως εγκλήματος περιουσιακής μεταθέσεως (ΑΠ 1288/2008, ΑΠ 1056/2008). Εξάλλου κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' ΠΚ, όπως το τελευταίο αυτό (στ) προστέθηκε με το άρθρο 1 Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως και τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ'επάγγελμα απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και στην περίπτωση διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 548/2008, ΑΠ 118/2008, ΑΠ 111/2008).
- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ή του συμβουλίου (ΑΠ 1095/2007, ΑΠ 842/2007, ΑΠ 544/2005). β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. 'Ετσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006, ΑΠ 1479/2004). Η αιτιολογία δηλαδή του βουλεύματος συμπληρώνεται, ως προς τις ελλείψεις που τυχόν υπάρχουν, από το διατακτικό, στο οποίο περιέχεται η αξιόποινη πράξη, για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος. Τούτο δε ισχύει, προκειμένου, ειδικότερα, για παραπεμπτικό βούλευμα, όχι μόνο για το πρωτοβάθμιο, αλλά και για το δευτεροβάθμιο, όταν με αυτό επικυρώνεται το πρώτο (ΑΠ 429/1986 ΠΧ ΛΣΤ' 639). Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, εφόσον όμως σ'αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 770/2007, ΑΠ 1071/2001). Είναι επίσης επιτρεπτή η συμπληρωματική (και όχι εξ ολοκλήρου) αναφορά στο πρωτόδικο βούλευμα. Η κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλομένους από τον κατηγορούμενο αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής και στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί καταστάσεως ανάγκης. Συγκεκριμένα κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 και 32 παρ. 1 ΠΚ τόσο στην περίπτωση της καταστάσεως ανάγκης για τον αποκλεισμό του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, όσο και στην περίπτωση της καταστάσεως ανάγκης για τον αποκλεισμό του καταλογισμού, απαιτείται να υπάρχει, εκτός άλλων, και κίνδυνος παρών και αναπότρεπτος κατ'άλλο τρόπο, παρά μόνο με την προσβολή ξένου αγαθού. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει άλλος τρόπος σωτηρίας του κινδυνεύοντος αγαθού, χωρίς την προσβολή του ξένου αγαθού, δεν υφίσταται κατάσταση ανάγκης, είτε ως λόγος άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, είτε ως λόγος άρσεως του καταλογισμού. Επί πλέον το προσβαλλόμενο με την πράξη ξένο έννομο αγαθό πρέπει να είναι μικρότερης κατ'είδος και σπουδαιότητα αξίας σε σχέση με το απειλούμενο (ΑΠ 1983/2001). Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 1074/2006).
- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε με δικές του αποκλειστικά σκέψεις, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και πρσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατά την κύρια ανάκριση που διενεργήθηκε και περατώθηκε νόμιμα, από τα έγγραφα που συγκεντρώθηκαν, από την απολογία του κατηγορουμένου και το έγγραφο υπόμνημά του και από όλα γενικά τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία, έστω και αν αυτά δεν μνημονεύονται ρητά και ειδικά (πλην της από 29-5-2003 ένορκης εξέτασης του εκκαλούντος ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του ΣΔΟΕ), προέκυψαν τα ακόλουθα περιστατικά: Κατόπιν ανώνυμης τηλεφωνικής καταγγελίας στο πρώην ΣΔΟΕ-Περιφερειακή Δ/νση Αττικής, για την εκτέλεση αξιοποίνων πράξεων εκ μέρους του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα ότι αυτός που διατηρούσε οδοντιατρείο επί της οδού ......, χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές του κλεμμένες πιστωτικές κάρτες και εισέπραττε τα αντίστοιχα ποσά των συναλλαγών, προανακριτικοί υπάλληλοι της υπηρεσίας αυτής διενήργησαν νομότυπα έρευνα στο ιατρείο του και διαπιστώθηκε μεγάλος αριθμός συναλλαγών δια μέσου πιστωτικών καρτών που αφορούσαν την παροχή εκ μέρους του οδοντιατρικών υπηρεσιών σε αλλοδαπούς ασθενείς. Από την επεξεργασία των στοιχείων αυτών, εκτός των φορολογικών παραβάσεων, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος στο διάστημα από 30-8-2002 μέχρι 21-9-2002 πραγματοποίησε με διάφορες πιστωτικές κάρτες με το διακριτικό τίτλο VISA, που ανήκαν σε αλλοδαπούς και είχαν εκδοθεί στο εξωτερικό, εξήντα εννιά
(69)συναλλαγές, συνολικού ποσού 179.340 ευρώ, η αξία δε και η συχνότητα των συναλλαγών αυτών υπερέβαινε κατά πολύ τις συνήθεις συναλλαγές του επαγγέλματος του για το συγκεκριμένο μικρό σχετικό χρονικό διάστημα και πολλές από τις συναλλαγές αυτές είχαν πραγματοποιηθεί με τη χρήση της ίδιας πιστωτικής κάρτας και εντός χρονικού διαστήματος ολίγων λεπτών. Συγκεκριμένα, πραγματοποιήθηκαν οι ακόλουθες συναλλαγές για δήθεν παρασχεθείσες οδοντιατρικές εργασίες, παρατιθέμενες κατ' αριθμό κάρτας, κάτοχο, ημέρα και ώρα συναλλαγής και ποσό σε ευρώ: ......(αναφερονται στοιχεία πιστωτικών καρτών). Εκδότριες των πιστωτικών καρτών ήσαν αλλοδαπές τράπεζες, οι οποίες και αναζήτησαν από την έχουσα αναλάβει τη διαχείριση των σχετικών συναλλαγών με βάση τους κανονισμούς λειτουργίας της πιστωτικής κάρτας ΑΕ "ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΡΤΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" αντίγραφα τριάντα πέντε
(35)συνολικά συναλλαγών μεταξύ των κατόχων των καρτών και του εκκαλούντος κατηγορουμένου, συνολικού ποσού 107.380 ευρώ, και στη συνέχεια, προδήλως κατόπιν αιτήματος των κατόχων τους, αμφισβήτησαν εννιά
(9)συναλλαγές συνολικού ποσού 34.800 ευρώ, ήτοι τις ανωτέρω συναλλαγές με αύξοντες αριθμούς 3 και
- Σύμφωνα δε και με την κατάθεση της υπαλλήλου της ανωτέρω εταιρείας...... κατά το ποσό αυτό υπέστη ζημία η εταιρεία, δοθέντος ότι το εν λόγω ποσό κατέβαλε η ίδια στον κατηγορούμενο, όπως είχε σχετική συμβατική υποχρέωση, πλην όμως, ενόψει της αμφισβήτησης, δεν καταβλήθηκε σ' αυτή αντίστοιχα από τις εκδότριες των καρτών τράπεζες, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 144.540 ευρώ καταβλήθηκε σ' αυτή κανονικά από τις εκδότριες Τράπεζες, με αντίστοιχη ζημία των κατόχων των καρτών, που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν τα ποσά στις τράπεζες. Από το ως άνω ποσό των 179.340 ευρώ καταβλήθηκε στον κατηγορούμενο από τη συνεργαζόμενη με την ως άνω διαχειρίστρια των καρτών εταιρεία Γενική Τράπεζα ποσό 173.959,80 ευρώ, μετ' αφαίρεση της προμήθειας της Τράπεζας ποσού 5.380 ευρώ. Πλέον συγκεκριμένα, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, ενεργώντας βάσει σχεδίου, προμηθευόταν από άγνωστα πρόσωπα κλαπείσες πιστωτικές κάρτες VISA, που ανήκαν αποκλειστικά σε αλλοδαπούς, έκανε χρήση αυτών, προβαίνοντας σε συναλλαγές, στις οποίες εμφανιζόταν ο ίδιος ως αντισυμβαλλόμενος, παρέχοντας δήθεν οδοντιατρικές υπηρεσίες και αφού έθετε, χωρίς δικαίωμα, επί των αποδείξεων των συναλλαγών που εκδίδονταν από το ηλεκτρονικό μηχάνημα συναλλαγών την υπογραφή των κατόχων των καρτών, τις υπέβαλε στη συνεχεία στη Γενική Τράπεζα με την οποία συνεργαζόταν, εισπράττοντας τα αντίστοιχα ποσά των αποδείξεων. Η κατάρτιση των πλαστών αυτών αποδείξεων, επί των οποίων ο κατηγορούμενος έθεσε δυσανάγνωστη υπογραφή των κατόχων των καρτών, χωρίς δικαίωμα ή τη συναίνεση τους, έγινε προκειμένου να παραπλανήσει με τη χρήση αυτών τους αρμοδίους υπαλλήλους της ΑΕ "ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΡΤΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" ότι πρόκειται για υπαρκτές συναλλαγές που αφορούσαν την παροχή οδοντιατρικών υπηρεσιών και να εισπράξει δια μέσου της συνεργαζόμενης με αυτή Γενικής Τράπεζας το προαναφερόμενο ποσό των 173.959,80 ευρώ, με βλάβη αφενός της περιουσίας της εταιρείας Γενική Καρτών και Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών κατά το ποσό των 34.800 ευρώ, αφετέρου δε της περιουσίας των λοιπών κατόχων των πιστωτικών καρτών, των οποίων οι συναλλαγές δεν αμφισβητήθηκαν, κατά το ποσό των 144.540 ευρώ, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, κάνοντας ακολούθως χρήση αυτών (αποδείξεων), με την προσκόμιση τους στους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρείας, προκειμένου να του καταβληθεί το ανωτέρω ποσό. Από την επανειλημμένη δε τέλεση της πράξης αυτής της πλαστογραφίας προκύπτει σαφώς σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Περαιτέρω, παρέστησε ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της ίδιας εταιρείας ότι οι προσκομισθείσες 69 αποδείξεις συναλλαγών με πιστωτικές κάρτες, συνολικού ποσού 179.340 ευρώ, αφορούσαν δήθεν υπαρκτές συναλλαγές μεταξύ του ίδιου και των κατόχων των πιστωτικών καρτών για την παροχή εκ μέρους των οδοντιατρικών υπηρεσιών και τους έπεισε να του καταβάλουν το ως άνω συνολικό ποσό των 173.959,80 ευρώ, ενώ, αν γνώριζαν την αλήθεια, ότι δηλαδή επρόκειτο για συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν εν αγνοία των κατόχων των πιστωτικών καρτών, δεν θα του κατέβαλαν το χρηματικό αυτό ποσό, με αποτέλεσμα να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος κατά το ως άνω χρηματικό ποσό που εισέπραξε και να βλάψει αντίστοιχα την περιουσία της εταιρείας Γενική Καρτών και Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών και των λοιπών κατόχων των καρτών κατά τα προαναφερόμενα ποσά. Προέκυψε, επίσης, ότι οι ως άνω συναλλαγές από τον αύξοντα αριθμό 22 έως και 27 πραγματοποιήθηκαν με τη χρήση της πιστωτικής κάρτας δια μέσου του ηλεκτρονικού μηχανήματος POS και χωρίς τη λήψη αντιγράφου της κάρτας με μηχανικό μέσο, όπως συνέβη στις λοιπές συναλλαγές, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι η πιστωτική κάρτα βρισκόταν κατά το χρόνο της συναλλαγής στην κατοχή του εκκαλούντος ενώ στις λοιπές περιπτώσεις πιθανότατα έγινε πληκτρολόγηση του αριθμού της κάρτας, χωρίς αυτή να βρίσκεται στην κατοχή του, έτσι ώστε να προλάβει να προβεί στη συναλλαγή πριν από την ακύρωση από τον κάτοχο της και ότι σε μεταγενέστερο χρόνο από την πληκτρολόγηση, όταν η κάρτα είχε περιέλθει πλέον στην κατοχή του λήφθηκε αντίγραφο της με μηχανικό μέσο, ώστε η συναλλαγή να ολοκληρωθεί κατά τρόπο σύμφωνο με τους όρους των συμβάσεως που ο ίδιος υπέγραψε και να είναι εξαιρετικά δυσχερής η αμφισβήτηση της συναλλαγής από τον κάτοχο της. Λόγω του γεγονότος αυτού, για τις συναλλαγές με αύξοντες αριθμούς 22 έως 27 δεν εμφανίζεται στις σχετικές αποδείξεις η ταυτότητα των κατόχων των πιστωτικών καρτών που χρησιμοποιήθηκαν, ενώ από τις σχετικές αποδείξεις διαπιστώνεται ότι οι υπογραφές που φέρονται να ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο, κάτοχο της πιστωτικής κάρτας, είναι ανόμοιες, αν και τέθηκαν με διαφορά ολίγων λεπτών στις σχετικές αποδείξεις. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται απολογούμενος ότι οι συναλλαγές της 30-8-2002, που έγιναν με τη χρήση τριών διαφορετικών καρτών, αφορούσαν πραγματικές υπηρεσίες προς του αλλοδαπούς με τα ονόματα ...., ... και ..... Ότι οι δύο πρώτοι κατά την επίσκεψή τους στο ιατρείο του χρησιμοποίησαν το μηχάνημα ηλεκτρονικών συναλλαγών της Γενικής Τράπεζας και πραγματοποίησαν εν αγνοία του διάφορες συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ότι στη συνέχεια του αποκάλυψαν την πράξη τους και απειλώντας τη ζωή του και τη ζωή των μελών της οικογένειας του, εμφανιζόμενοι ως πράκτορες μυστικών υπηρεσιών, με δυνατότητα να πραγματοποιήσουν τις απειλές τους, τον εξανάγκασαν να ανεχθεί την παράνομη χρήση του κατεχόμενου από τον ίδιο μηχανήματος συναλλαγών, πραγματοποιώντας συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, στη συνέχεια δε τον συνόδευαν στην Τράπεζα για να εισπράξει το ποσό των συναλλαγών, από το οποίο παρακρατούσε ποσό 10% ενώ το υπόλοιπο παρέδιδε σ' αυτούς και ότι ουδέποτε έθεσε ο ίδιος την υπογραφή του στις αποδείξεις συναλλαγών. Ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός περί καταστάσεως ανάγκης κρίνεται εντελώς αβάσιμος, καθόσον ουδέν αναφέρει για την ταυτότητα των ανωτέρω προσώπων, περιοριζόμενος σε αόριστη αναφορά μικρών ονομάτων, παρά το ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, με τα πρόσωπα αυτά είχε επαφές επί μακρό σχετικά διάστημα, ενώ δεν εξηγεί για ποιόν λόγο δεν κατήγγειλε τις σε βάρος του πράξεις μετά την εξαφάνιση των προσώπων αυτών, προκειμένου να παράσχει, έστω και εκ των υστέρων, βοήθεια στους κατόχους των πιστωτικών καρτών, που είχαν χρησιμοποιηθεί εν αγνοία τους και υποχρεώθηκαν να καταβάλουν μεγάλα χρηματικά ποσά που δεν όφειλαν. Αν τα πράγματα ήσαν όπως ο κατηγορούμενος εμφανίζει, θα είχε αποκαλύψει στους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ την εγκληματική δραστηριότητα των προσώπων αυτών, την οποία απέκρυψε, ισχυριζόμενος ότι οι τότε σύμβουλοί του, λογιστής και δικηγόρος, των οποίων την ταυτότητα δεν αποκαλύπτει, δεν τον ενημέρωσαν ότι θα αντιμετώπιζε σοβαρά ποινικά αδικήματα, παρά μόνον φορολογικό πρόβλημα. Ούτε επίσης α) θα προέβαινε σε καταχώριση ορισμένων από τις ανωτέρω συναλλαγές στο βιβλίο ασθενών του ιατρείου του, πράξη στην οποία προέβη προκειμένου να συγκαλύψει την εγκληματική του δραστηριότητα και να καταστήσει αληθοφανείς τις εν λόγω συναλλαγές και β) θα αγνοούσε για χρονικό διάστημα ενός έτους την εξώδικη διαμαρτυρία της παθούσας ....., αν και επικοινώνησε με τον αρμόδιο υπάλληλο της εταιρείας ING, που είχε εκδώσει την πιστωτική κάρτα, ονόματι ....., στον οποίο ανέφερε ψευδώς ότι η συναλλαγή (υπ' αριθ. 12 του πίνακα) αφορούσε παροχή οδοντιατρικών υπηρεσιών σε Ισπανούς τουρίστες, παραπλανηθείς προφανώς από το ονοματεπώνυμο αυτής, υπηκόου Φιλιππίνων, η πιστωτική κάρτα της οποίας εκλάπη την 10-9-2002 και ώρα 19.30 και χρησιμοποιήθηκε την ίδια ημέρα και ώρα 20.29' πριν η κάτοχός της προλάβει να ζητήσει την ακύρωσή της.-
- Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και της απάτης κατ'εξακολούθηση σε βαθμό, επίσης, κακουργήματος. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου υπ'αριθ. 3390/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών, για τα οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. γ' και στ', 14, 26, 27, 94, 98, 216 παρ. 1, 3 και 386 παρ. 1, 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση και της απάτης κατ'εξακολούθηση. Περαιτέρω πλήρως αιτιολογείται η κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των ανωτέρω εγκλημάτων, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της πλαστογραφίας προκύπτει σαφώς σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Η μη αναφορά των περιστάσεων αυτών και κατά την περιγραφή του εγκλήματος της απάτης οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή, αφού από το σύνολο του αιτιολογικού προκύπτει καθαρά ότι ο αναιρεσείων με τη συνολική εγκληματική συμπεριφορά του, απέβλεπε αποκλειστικά στον πορισμό ειδοσήματος, πράγμα μάλιστα, το οποίο καταδεικνύεται και από την προηγούμενη παραδοχή του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι αυτός (αναιρεσείων), "ενεργώντας βάσει σχεδίου, προμηθευόταν από άγνωστα πρόσωπα κλαπείσες πιστωτικές κάρτες VISA, που ανήκαν αποκλειστικά σε αλλοδαπούς, έκανε χρήση αυτών, προβαίνοντας σε συναλλαγές, στις οποίες εμφανιζόταν ο ίδιος ως αντισυμβαλλόμενος, παρέχοντας δήθεν οδοντιατρικές υπηρεσίες κ.λ.π.". 'Αλλωστε και η παραδοχή του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι τόσο η πράξη της πλαστογραφίας, όσο και εκείνη της απάτης, τελέσθηκαν κατ'εξακολούθηση, οδηγεί από μόνη της στο συμπέρασμα ότι υφίσταται επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών και επομένως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή του προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του (ΑΠ 487/2007). Όλα δε αυτά ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η μη παράθεση στο αιτιολογικό του προσβαλλομένου βουλεύματος των περιστατικών που συγκροτούν τις ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της απάτης, παραδεκτώς συμπληρώνεται, σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, από το διατακτικό του επικυρωθέντος με το προσβαλλόμενο βούλευμα πρωτοδίκου υπ'αριθ. 3390/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο οποίο αναλυτικώς εκτίθενται οι περιστάσεις αυτές. Αξίζει, τέλος, να αναφερθεί και το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλλομένου βουλεύματος το συνολικό περιουσιακό όφελος που σκοπήθηκε και η συνολική περιουσιακή ζημία που προξενήθηκε, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, γεγονός που από μόνο του προσδίδει στις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις του αναιρεσείοντα τον χαρακτήρα του κακουργήματος. Εξ άλλου στο προσβαλλόμενο βούλευμα περιγράφεται με πληρότητα η περιουσιακή βλάβη, την οποία υπέστησαν από την εγκληματική συμπεριφορά του αναιρεσείοντα, τόσο η εταιρεία "Γενική Καρτών και Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών", ανερχόμενη στο ποσό των 34.800 ευρώ, όσο και οι κάτοχοι των πιστωτικών καρτών που χρεώθηκαν, ανερχόμενη στο ποσό των 144.540 ευρώ. Τέλος με σαφείς και εκτενείς αιτιολογίες απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί καταστάσεως ανάγκης. 'Ολες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που προβάλλονται στα πλαίσια των παραπάνω λόγων, με τις οποίες επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου.
- Από τις διατάξεις των άρθρων 183, 274, 307 περ. α' και 309 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης απόκειται στην κρίση του ανακριτή ή του δικαστηρίου του ουσίας, η δε άρνηση του ανακριτή να ικανοποιήσει αίτημα του κατηγορουμένου για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης παρέχει στον τελευταίο δικαίωμα προσφυγής στο δικαστικό συμβούλιο προς άρση της διαφωνίας και δεν επάγεται ακυρότητα της προδικασίας, ούτε θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά του βουλεύματος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 ΚΠΔ (ΑΠ 487/2007). Συνεπώς η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντα, σύμφωνα με την οποία ο ανακριτής σιγή απέρριψε το επανειλημμένως υποβληθέν αίτημά του για τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, που να δικαιολογεί την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα 8άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθ. 67/10-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθ. 409/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 14 Ιουλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη με αριθμό 67/10-4-2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ' αριθμό 409/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεσή του, κατά του υπ' αριθμό 3390/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για τα Κακουργήματα) Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτιος των πράξεων: α) της πλαστογραφίας με χρήση, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και β) της απάτης κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η προξενηθείσα συνολική ζημία, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (216 παρ.1, και 3β και 386 παρ.1-3α του ΠΚ.), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Από το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών, που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου
- Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας, που προβλέπεται στο εδάφιο α της παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 περ. α του Ν. 2408/1996 και διαμορφώθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος των πιο πάνω πράξεων, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ο τρίτος, με βλάβη του οποίου επιδιώκεται το περιουσιακό όφελος, όσο και ο άλλος, τον οποίο σκόπευε να βλάψει ο δράστης (που μπορεί να είναι πρόσωπο φυσικό ή νομικό ή το Δημόσιο), καθώς, και η βλάβη του τρίτου, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας τους, να μνημονεύονται ειδικώς στο παραπεμπτικό βούλευμα, ή να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία σαφώς να συνάγεται τούτο. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία, από μόνη της, αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 25.000.000 δραχμές. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας, δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο, του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 περ. στ' του Π.Κ. "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος". Από τις εν λόγω διατάξεις, σε συνδυασμό προς αυτή του άρθρου 216 του Π.Κ., προκύπτει ότι για την "κατ' επάγγελμα" τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν είτε επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, είτε πρώτη φορά τέλεση της πράξεως, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά με διαμορφωμένη οργανωτική υποδομή για επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον, υποκειμενικά δε απαιτείται σκοπός του υπαιτίου να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση πράξεων πλαστογραφίας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ' υπαρχής την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε, συντρεχόντων και των λοιπών όρων, θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει, σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (αρθρ. 98 ΠΚ), το οποίο συγκροτείται όταν συντρέχουν στο ίδιο πρόσωπο περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις του ίδιου εγκλήματος, ενυπάρχει οπωσδήποτε και το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενός και του αυτού εγκλήματος. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του συμβουλίου, ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή, η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, τα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν ανώνυμης τηλεφωνικής καταγγελίας στο πρώην ΣΔΟΕ-Περιφερειακή Δ/νση Αττικής, για την εκτέλεση αξιοποίνων πράξεων εκ μέρους του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα ότι αυτός που διατηρούσε οδοντιατρείο επί της οδού ......, χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές του κλεμμένες πιστωτικές κάρτες και εισέπραττε τα αντίστοιχα ποσά των συναλλαγών, προανακριτικοί υπάλληλοι της υπηρεσίας αυτής διενήργησαν νομότυπα έρευνα στο ιατρείο του και διαπιστώθηκε μεγάλος αριθμός συναλλαγών δια μέσου πιστωτικών καρτών που αφορούσαν την παροχή εκ μέρους του οδοντιατρικών υπηρεσιών σε αλλοδαπούς ασθενείς. Από την επεξεργασία των στοιχείων αυτών, εκτός των φορολογικών παραβάσεων, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος στο διάστημα από 30-8-2002 μέχρι 21-9-2002 πραγματοποίησε με διάφορες πιστωτικές κάρτες με το διακριτικό τίτλο VISA, που ανήκαν σε αλλοδαπούς και είχαν εκδοθεί στο εξωτερικό, εξήντα εννιά
(69)συναλλαγές, συνολικού ποσού 179.340 ευρώ, η αξία δε και η συχνότητα των συναλλαγών αυτών υπερέβαινε κατά πολύ τις συνήθεις συναλλαγές του επαγγέλματος του για το συγκεκριμένο μικρό σχετικό χρονικό διάστημα και πολλές από τις συναλλαγές αυτές είχαν πραγματοποιηθεί με τη χρήση της ίδιας πιστωτικής κάρτας και εντός χρονικού διαστήματος ολίγων λεπτών. Συγκεκριμένα, πραγματοποιήθηκαν οι ακόλουθες συναλλαγές για δήθεν παρασχεθείσες οδοντιατρικές εργασίες, παρατιθέμενες κατ' αριθμό κάρτας, κάτοχο, ημέρα και ώρα συναλλαγής και ποσό σε ευρώ:......(αναφέρονται στοιχεία πιστωτικών καρτών). Εκδότριες των πιστωτικών καρτών ήσαν αλλοδαπές τράπεζες, οι οποίες και αναζήτησαν από την έχουσα αναλάβει τη διαχείριση των σχετικών συναλλαγών με βάση τους κανονισμούς λειτουργίας της πιστωτικής κάρτας ΑΕ "ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΡΤΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" αντίγραφα τριάντα πέντε
(35)συνολικά συναλλαγών μεταξύ των κατόχων των καρτών και του εκκαλούντος κατηγορουμένου, συνολικού ποσού 107.380 ευρώ, και στη συνέχεια, προδήλως κατόπιν αιτήματος των κατόχων τους, αμφισβήτησαν εννιά
(9)συναλλαγές συνολικού ποσού 34.800 ευρώ, ήτοι τις ανωτέρω συναλλαγές με αύξοντες αριθμούς 3 και 19. Σύμφωνα δε και με την κατάθεση της υπαλλήλου της ανωτέρω εταιρείας ..... κατά το ποσό αυτό υπέστη ζημία η εταιρεία, δοθέντος ότι το εν λόγω ποσό κατέβαλε η ίδια στον κατηγορούμενο, όπως είχε σχετική συμβατική υποχρέωση, πλην όμως, ενόψει της αμφισβήτησης, δεν καταβλήθηκε σ' αυτή αντίστοιχα από τις εκδότριες των καρτών τράπεζες, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 144.540 ευρώ καταβλήθηκε σ' αυτή κανονικά από τις εκδότριες Τράπεζες, με αντίστοιχη ζημία των κατόχων των καρτών, που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν τα ποσά στις τράπεζες. Από το ως άνω ποσό των 179.340 ευρώ καταβλήθηκε στον κατηγορούμενο από τη συνεργαζόμενη με την ως άνω διαχειρίστρια των καρτών εταιρεία Γενική Τράπεζα ποσό 173.959,80 ευρώ, μετ' αφαίρεση της προμήθειας της Τράπεζας ποσού 5.380 ευρώ. Πλέον συγκεκριμένα, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, ενεργώντας βάσει σχεδίου, προμηθευόταν από άγνωστα πρόσωπα κλαπείσες πιστωτικές κάρτες VISA, που ανήκαν αποκλειστικά σε αλλοδαπούς, έκανε χρήση αυτών, προβαίνοντας σε συναλλαγές, στις οποίες εμφανιζόταν ο ίδιος ως αντισυμβαλλόμενος, παρέχοντας δήθεν οδοντιατρικές υπηρεσίες και αφού έθετε, χωρίς δικαίωμα, επί των αποδείξεων των συναλλαγών που εκδίδονταν από το ηλεκτρονικό μηχάνημα συναλλαγών την υπογραφή των κατόχων των καρτών, τις υπέβαλε στη συνεχεία στη Γενική Τράπεζα με την οποία συνεργαζόταν, εισπράττοντας τα αντίστοιχα ποσά των αποδείξεων. Η κατάρτιση των πλαστών αυτών αποδείξεων, επί των οποίων ο κατηγορούμενος έθεσε δυσανάγνωστη υπογραφή των κατόχων των καρτών, χωρίς δικαίωμα ή τη συναίνεση τους, έγινε προκειμένου να παραπλανήσει με τη χρήση αυτών τους αρμοδίους υπαλλήλους της ΑΕ "ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΡΤΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" ότι πρόκειται για υπαρκτές συναλλαγές που αφορούσαν την παροχή οδοντιατρικών υπηρεσιών και να εισπράξει δια μέσου της συνεργαζόμενης με αυτή Γενικής Τράπεζας το προαναφερόμενο ποσό των 173.959,80 ευρώ, με βλάβη αφενός της περιουσίας της εταιρείας Γενική Καρτών και Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών κατά το ποσό των 34.800 ευρώ, αφετέρου δε της περιουσίας των λοιπών κατόχων των πιστωτικών καρτών, των οποίων οι συναλλαγές δεν αμφισβητήθηκαν, κατά το ποσό των 144.540 ευρώ, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, κάνοντας ακολούθως χρήση αυτών (αποδείξεων), με την προσκόμιση τους στους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρείας, προκειμένου να του καταβληθεί το ανωτέρω ποσό. Από την επανειλημμένη δε τέλεση της πράξης αυτής της πλαστογραφίας προκύπτει σαφώς σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Περαιτέρω, παρέστησε ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της ίδιας εταιρείας ότι οι προσκομισθείσες 69 αποδείξεις συναλλαγών με πιστωτικές κάρτες, συνολικού ποσού 179.340 ευρώ, αφορούσαν δήθεν υπαρκτές συναλλαγές μεταξύ του ίδιου και των κατόχων των πιστωτικών καρτών για την παροχή εκ μέρους των οδοντιατρικών υπηρεσιών και τους έπεισε να του καταβάλουν το ως άνω συνολικό ποσό των 173.959,80 ευρώ, ενώ, αν γνώριζαν την αλήθεια, ότι δηλαδή επρόκειτο για συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν εν αγνοία των κατόχων των πιστωτικών καρτών, δεν θα του κατέβαλαν το χρηματικό αυτό ποσό, με αποτέλεσμα να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος κατά το ως άνω χρηματικό ποσό που εισέπραξε και να βλάψει αντίστοιχα την περιουσία της εταιρείας Γενική Καρτών και Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών και των λοιπών κατόχων των καρτών κατά τα προαναφερόμενα ποσά. Προέκυψε, επίσης, ότι οι ως άνω συναλλαγές από τον αύξοντα αριθμό 22 έως και 27 πραγματοποιήθηκαν με τη χρήση της πιστωτικής κάρτας δια μέσου του ηλεκτρονικού μηχανήματος POS και χωρίς τη λήψη αντιγράφου της κάρτας με μηχανικό μέσο, όπως συνέβη στις λοιπές συναλλαγές, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι η πιστωτική κάρτα βρισκόταν κατά το χρόνο της συναλλαγής στην κατοχή του εκκαλούντος ενώ στις λοιπές περιπτώσεις πιθανότατα έγινε πληκτρολόγηση του αριθμού της κάρτας, χωρίς αυτή να βρίσκεται στην κατοχή του, έτσι ώστε να προλάβει να προβεί στη συναλλαγή πριν από την ακύρωση από τον κάτοχο της και ότι σε μεταγενέστερο χρόνο από την πληκτρολόγηση, όταν η κάρτα είχε περιέλθει πλέον στην κατοχή του λήφθηκε αντίγραφο της με μηχανικό μέσο, ώστε η συναλλαγή να ολοκληρωθεί κατά τρόπο σύμφωνο με τους όρους των συμβάσεως που ο ίδιος υπέγραψε και να είναι εξαιρετικά δυσχερής η αμφισβήτηση της συναλλαγής από τον κάτοχο της. Λόγω του γεγονότος αυτού, για τις συναλλαγές με αύξοντες αριθμούς 22 έως 27 δεν εμφανίζεται στις σχετικές αποδείξεις η ταυτότητα των κατόχων των πιστωτικών καρτών που χρησιμοποιήθηκαν, ενώ από τις σχετικές αποδείξεις διαπιστώνεται ότι οι υπογραφές που φέρονται να ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο, κάτοχο της πιστωτικής κάρτας, είναι ανόμοιες, αν και τέθηκαν με διαφορά ολίγων λεπτών στις σχετικές αποδείξεις. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται απολογούμενος ότι οι συναλλαγές της 30-8-2002, που έγιναν με τη χρήση τριών διαφορετικών καρτών, αφορούσαν πραγματικές υπηρεσίες προς του αλλοδαπούς με τα ονόματα ...., ....και ..... Ότι οι δύο πρώτοι κατά την επίσκεψή τους στο ιατρείο του χρησιμοποίησαν το μηχάνημα ηλεκτρονικών συναλλαγών της Γενικής Τράπεζας και πραγματοποίησαν εν αγνοία του διάφορες συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ότι στη συνέχεια του αποκάλυψαν την πράξη τους και απειλώντας τη ζωή του και τη ζωή των μελών της οικογένειας του, εμφανιζόμενοι ως πράκτορες μυστικών υπηρεσιών, με δυνατότητα να πραγματοποιήσουν τις απειλές τους, τον εξανάγκασαν να ανεχθεί την παράνομη χρήση του κατεχόμενου από τον ίδιο μηχανήματος συναλλαγών, πραγματοποιώντας συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, στη συνέχεια δε τον συνόδευαν στην Τράπεζα για να εισπράξει το ποσό των συναλλαγών, από το οποίο παρακρατούσε ποσό 10% ενώ το υπόλοιπο παρέδιδε σ' αυτούς και ότι ουδέποτε έθεσε ο ίδιος την υπογραφή του στις αποδείξεις συναλλαγών. Ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός περί καταστάσεως ανάγκης κρίνεται εντελώς αβάσιμος, καθόσον ουδέν αναφέρει για την ταυτότητα των ανωτέρω προσώπων, περιοριζόμενος σε αόριστη αναφορά μικρών ονομάτων, παρά το ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, με τα πρόσωπα αυτά είχε επαφές επί μακρό σχετικά διάστημα, ενώ δεν εξηγεί για ποιόν λόγο δεν κατήγγειλε τις σε βάρος του πράξεις μετά την εξαφάνιση των προσώπων αυτών, προκειμένου να παράσχει, έστω και εκ των υστέρων, βοήθεια στους κατόχους των πιστωτικών καρτών, που είχαν χρησιμοποιηθεί εν αγνοία τους και υποχρεώθηκαν να καταβάλουν μεγάλα χρηματικά ποσά που δεν όφειλαν. Αν τα πράγματα ήσαν όπως ο κατηγορούμενος εμφανίζει, θα είχε αποκαλύψει στους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ την εγκληματική δραστηριότητα των προσώπων αυτών, την οποία απέκρυψε, ισχυριζόμενος ότι οι τότε σύμβουλοί του, λογιστής και δικηγόρος, των οποίων την ταυτότητα δεν αποκαλύπτει, δεν τον ενημέρωσαν ότι θα αντιμετώπιζε σοβαρά ποινικά αδικήματα, παρά μόνον φορολογικό πρόβλημα. Ούτε επίσης α) θα προέβαινε σε καταχώριση ορισμένων από τις ανωτέρω συναλλαγές στο βιβλίο ασθενών του ιατρείου του, πράξη στην οποία προέβη προκειμένου να συγκαλύψει την εγκληματική του δραστηριότητα και να καταστήσει αληθοφανείς τις εν λόγω συναλλαγές και β) θα αγνοούσε για χρονικό διάστημα ενός έτους την εξώδικη διαμαρτυρία της παθούσας ..., αν και επικοινώνησε με τον αρμόδιο υπάλληλο της εταιρείας ING, που είχε εκδώσει την πιστωτική κάρτα, ονόματι ...., στον οποίο ανέφερε ψευδώς ότι η συναλλαγή (υπ' αριθ. 12 του πίνακα) αφορούσε παροχή οδοντιατρικών υπηρεσιών σε Ισπανούς τουρίστες, παραπλανηθείς προφανώς από το ονοματεπώνυμο αυτής, υπηκόου Φιλιππίνων, η πιστωτική κάρτα της οποίας εκλάπη την 10-9-2002 και ώρα 19.30 και χρησιμοποιήθηκε την ίδια ημέρα και ώρα 20.29' πριν η κάτοχός της προλάβει να ζητήσει την ακύρωσή της.- Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και της απάτης κατ'εξακολούθηση σε βαθμό, επίσης, κακουργήματος. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου υπ'αριθ. 3390/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών, για τα οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. γ' και στ', 14, 26, 27, 94, 98, 216 παρ. 1, 3 και 386 παρ. 1, 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση και της απάτης κατ'εξακολούθηση. Περαιτέρω πλήρως αιτιολογείται η κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των ανωτέρω εγκλημάτων, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της πλαστογραφίας προκύπτει σαφώς σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Η μη αναφορά των περιστάσεων αυτών και κατά την περιγραφή του εγκλήματος της απάτης οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή, αφού από το σύνολο του αιτιολογικού προκύπτει καθαρά ότι ο αναιρεσείων με τη συνολική εγκληματική συμπεριφορά του, απέβλεπε αποκλειστικά στον πορισμό ειδοσήματος, πράγμα μάλιστα, το οποίο καταδεικνύεται και από την προηγούμενη παραδοχή του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι αυτός (αναιρεσείων), "ενεργώντας βάσει σχεδίου, προμηθευόταν από άγνωστα πρόσωπα κλαπείσες πιστωτικές κάρτες VISA, που ανήκαν αποκλειστικά σε αλλοδαπούς, έκανε χρήση αυτών, προβαίνοντας σε συναλλαγές, στις οποίες εμφανιζόταν ο ίδιος ως αντισυμβαλλόμενος, παρέχοντας δήθεν οδοντιατρικές υπηρεσίες κ.λ.π.". 'Αλλωστε και η παραδοχή του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι τόσο η πράξη της πλαστογραφίας, όσο και εκείνη της απάτης, τελέσθηκαν κατ'εξακολούθηση, οδηγεί από μόνη της στο συμπέρασμα ότι υφίσταται επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών και επομένως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή του προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του (ΑΠ 487/2007). Όλα δε αυτά ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η μη παράθεση στο αιτιολογικό του προσβαλλομένου βουλεύματος των περιστατικών που συγκροτούν τις ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της απάτης, παραδεκτώς συμπληρώνεται, σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, από το διατακτικό του επικυρωθέντος με το προσβαλλόμενο βούλευμα πρωτοδίκου υπ'αριθ. 3390/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο οποίο αναλυτικώς εκτίθενται οι περιστάσεις αυτές. Αξίζει, τέλος, να αναφερθεί και το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλλομένου βουλεύματος το συνολικό περιουσιακό όφελος που σκοπήθηκε και η συνολική περιουσιακή ζημία που προξενήθηκε, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, γεγονός που από μόνο του προσδίδει στις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις του αναιρεσείοντα τον χαρακτήρα του κακουργήματος. Εξ άλλου στο προσβαλλόμενο βούλευμα περιγράφεται με πληρότητα η περιουσιακή βλάβη, την οποία υπέστησαν από την εγκληματική συμπεριφορά του αναιρεσείοντα, τόσο η εταιρεία "Γενική Καρτών και Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών", ανερχόμενη στο ποσό των 34.800 ευρώ, όσο και οι κάτοχοι των πιστωτικών καρτών που χρεώθηκαν, ανερχόμενη στο ποσό των 144.540 ευρώ. Τέλος με σαφείς και εκτενείς αιτιολογίες απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί καταστάσεως ανάγκης. 'Ολες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που προβάλλονται στα πλαίσια των παραπάνω λόγων, με τις οποίες επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου. Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος- κατηγορούμενου και απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή του, που άσκησε κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς (για Κακουργήματα) Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί, ως υπαίτιος: α) της κακουργηματικής πλαστογραφίας και β) της κακουργηματικής απάτης, από την οποία το συνολικό όφελος που επιδίωξε και αντίστοιχα η συνολική περιουσιακή ζημία που προξένησε, υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, επίσης δε τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 στ', 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98, 216 παρ.1, 3β και 386 παρ.1 και 3α του ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ του Κ.Π.Δ), είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Περαιτέρω, αιτιολογείται πλήρως η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των παραπάνω πράξεων, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της πλαστογραφία προκύπτει σαφώς ο σκοπός για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Η μη αναφορά των επιβαρυντικών αυτών περιστάσεων και κατά την περιγραφή του ετέρου εγκλήματος της απάτης, οφείλεται σε προφανή παραδρομή, αφού από το σύνολο του αιτιολογικού προκύπτει αναμφισβήτητα ότι ο αναιρεσείων με τη συνολική αξιόποινη συμπεριφορά του, απέβλεπε αποκλειστικά και μόνο στον πορισμό εισοδήματος, γεγονός το οποίο καταδεικνύεται και από την προηγούμενη παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι ο αναιρεσείων "ενεργώντας βάσει σχεδίου, προμηθευόταν από άγνωστα πρόσωπα κλαπείσες πιστωτικές κάρτες VISA που ανήκαν αποκλειστικά σε αλλοδαπούς, έκανε χρήση αυτών, προβαίνοντας σε συναλλαγές, στις οποίες εμφανιζόταν ο ίδιος ως αντισυμβαλλόμενος, παρέχοντας δήθεν οδοντιατρικές υπηρεσίες κλπ". Σε κάθε, όμως, περίπτωση και η παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ότι τόσο η πράξη της πλαστογραφίας, όσο και αυτή της απάτης, τελέσθηκαν κατ' εξακολούθηση, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών και ως εκ τούτου προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος καθώς και σταθερή ροπή του προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Τέλος, η μη παράθεση στο αιτιολογικό των επιβαρυντικών περιστάσεων, αναφορικά με το έγκλημα της απάτης, παραδεκτά συμπληρώνεται, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, από το διατακτικό του επικυρωθέντος με το προσβαλλόμενο βούλευμα, πρωτοδίκου με αριθμό 3390/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο οποίο γίνεται λεπτομερής αναφορά των περιστάσεων αυτών. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί και το γεγονός ότι σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος το συνολικό όφελος που σκοπήθηκε από τον δράστη και η συνολική περιουσιακή ζημία που προξενήθηκε, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, γεγονός το οποίο από μόνο του προσδίδει στις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις τον κακουργηματικό χαρακτήρα. Ακόμη, αιτιολογείται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η περιουσιακή βλάβη που υπέστησαν, από την εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου, τόσο η εταιρεία με την επωνυμία " Γενική Καρτών και Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών",, που ανέρχεται στο ποσό των 34.800 ευρώ, όσο και οι κάτοχοι των πιστωτικών καρτών που χρεώθηκαν με τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 144.450 ευρώ. Τέλος, αιτιολογείται πλήρως στο προσβαλλόμενο βούλευμα, η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, περί καταστάσεως ανάγκης. Ενόψει αυτών, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (484 παρ.1 στοιχ. β'και δ' του Κ.Π.Δ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς και η αίτησή του στο σύνολό της. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, είναι απαράδεκτες. Από τις διατάξεις των άρθρων 183, 274, 307 περ. α' και 309 παρ.1 του Κ.Π.Δ προκύπτει ότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κρίση του ανακριτή ή του δικαστηρίου της ουσίας, η δε άρνηση του ανακριτή να ικανοποιήσει αίτημα του κατηγορουμένου για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης παρέχει στον τελευταίο δικαίωμα προσφυγής στο δικαστικό συμβούλιο προς άρση της διαφωνίας και δεν επάγεται ακυρότητα της προδικασίας, ούτε θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά του βουλεύματος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 Κ.Π.Δ. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως της κατά το άρθρο 484 παρ.1στοιχ.α' του Κ.Π.Δ, απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας για το λόγο ότι ο ανακριτής σιγή απέρριψε το αίτημα αυτής για την διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό 67/10-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ....., για αναίρεση του υπ' αριθμό 409/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται, σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου
- Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ