Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 763 / 2009 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Πλαστά και εικονικά τιμολόγια. Απόλυτη ακυρότητα, από κατάθεση μάρτυρα και παράσταση πολιτικής αγωγής. Δίωξη δίχως τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. ΑΡΙΘΜΟΣ 763/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη, περί αναιρέσεως της 1152/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρόδου. Το Τριμελές Πλημ/κείο Ρόδου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και τους από 9-1-09 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1437/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 εδ. α' του Ν.2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών
(3)μηνών, κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του αυτού άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Επίσης εικονικό είναι και το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται αντικειμενικώς έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση η αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ.1 περ. η' του Ν.1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 21& 1 και 2 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι, ειδικά επί των προβλεπομένων από τα άρθρα 17 και 18 αδικημάτων της φοροδιαφυγής για μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών αντιστοίχως, η ποινική δίωξη δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού Δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε, ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής. Αντίθετα, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 η ποινική δίωξη δεν εξαρτάται από τυχόν άσκηση προσφυγής ενώπιον διοικητικού Δικαστηρίου και αντίστοιχης τελεσίδικης κρίσης αυτού αλλά, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του εδ. γ' της &2 του άνω άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (ΔΟΥ) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία η εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1152/2008 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυ-μπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη και ειδικότερα στη ....., κατά τις διαχειριστικές περιόδους των ετών 2000, 2001 και 2003, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 4-7-2000 έως 26-8-2002, όπως αυτό αναλυτικότερα εξειδικεύεται κατωτέρω, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού αδικήματος, με πρόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 19 του Ν.2523/1997 και "πιο συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω αναφερόμενο τόπο και στους κάτωθι λεπτομερώς αναγραφόμενους χρόνους, σε γενόμενο έλεγχο που έγινε στην επιχείρηση του επί της οδού ......, στις 30-1-2003 από αρμόδιους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ, ο ως άνω κατηγορούμενος ελεύθερος επαγγελματίας (εργολάβος οικοδομών), καταλήφθηκε να έχει αποδεχθεί και καταχωρήσει στα βιβλία του, κατά τη διαχειριστική περίοδο του έτους 2000 τριάντα τέσσερα
(34)δελτία Αποστολής-Τιμολόγια, αξίας, χωρίς ΦΠΑ, δραχμών 115.366.784 ή 338.567,23 Ευρώ, κατά τη διαχειριστική περίοδο του έτους 2001, είκοσι πέντε Δελτία Αποστολής αξίας χωρίς ΦΠΑ, δραχμών 71.157.280 ή 208.825,47 Ευρώ και για τη χρήση του έτους 2002 εκατόν έξι
(106)Δελτία Αποστολής- Τιμολόγια και φορτωτικές αξίας, χωρίς ΦΠΑ, 479.510,03 Ευρώ, συνολικά δε για τα ανωτέρω τρία έτη φορολογικά στοιχεία συνολικής αξίας 1.026.902,73 Ευρώ, από προμηθευτές τα οποία άπαντα ήταν πλαστά ή εικονικά, καθώς για τους λόγους που κατωτέρω εκτίθενται, αφορούσαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους. Συγκεκριμένα: 1) Για το έτος 2000 Α) Τα υπ' αριθ. 1)... 2)... Τιμολόγια - Δελτία Αποστολής συνολικής αξίας 79.126.784 δραχμών, τα οποία φέρουν ως εκδότρια την εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΝΕΑ ΑΡΤΕΜΙΣ ΚΕΧ ΕΠΕ". Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν αύξοντες αριθμούς από 113 έως 149 και διάτρηση με τα στοιχεία ....., είναι πλαστά και εικονικά, καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και με βάση τον κωδικό διάτρησης αυτά θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί στη ΔΟΥ ...., ωστόσο κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η ανωτέρω επιχείρηση στελέχη τιμολογίων Δελτίων Αποστολής με αύξοντες αριθμούς από 101-150, στις 28-7-1000 και συνεπώς τα γνήσια φορολογικά στοιχεία έπρεπε να φέρουν διάτρηση με την ένδειξη "....", πέρα δε αυτών η ως άνω επιχείρηση ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη καθόσον για τα κρίσιμο χρονικό διάστημα δε διενεργούσε εμπορικές συναλλαγές, ούτε απασχολούσε προσωπικό για την εκτέλεση των εργασιών της και συνεπώς, όλες οι συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολο τους Β) Τα υπ' αριθ. 1)..., 2)..... Τιμολόγια Δελτία Αποστολής συνολικής αξίας 21.980.000 δραχμών τα οποία φέρουν ως εκδότρια τη ....... Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν αύξοντες αριθμούς από 28 έως 36 και διάτρηση με τα στοιχεία ".....", είναι πλαστά και εικονικά καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και αυτά θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί το μήνα Μάϊο του 2000 από τη Β ΔΟΥ ...., εντούτοις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η ανωτέρω επιχειρηματίας δεν θεώρησε κανένα φορολογικό στοιχείο στην ως άνω Οικονομική Υπηρεσία και συνεπώς οι φερόμενες συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολό τους. Γ) Τα υπ' αριθμ. 1)..., 2).... "Δελτία - Αποστολής Τιμολόγια, συνολικής αξίας 14.260.000 δραχμών τα οποία φέρουν ως εκδότρια τη ...... Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν αύξοντες αριθμούς από 709 έως 725 και διάτρηση με στοιχεία ".....", είναι πλαστά και εικονικά καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και αυτά θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1999 από τη ΔΟΥ .... Αθηνών, εντούτοις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η ανωτέρω επιχειρηματίας δεν θεώρησε κανένα φορολογικό στοιχείο στην ως άνω Οικονομική Υπηρεσία με τα εν λόγω στοιχεία, αλλά Δελτία Αποστολής με αύξοντες αριθμούς από 1 έως 50 σειράς Δ και Ε και συνεπώς οι φερόμενες συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολο τους II) Για το έτος 2001 Α) Τα υπ' αριθ. 1)..., 2)..... Δελτία-Αποστολής Τιμολόγια, συνολικής αξίας δραχμών 51.877.280 τα οποία φέρουν ως εκδότη το ..... Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν, διάτρηση με στοιχεία "....." είναι πλαστά και εικονικά καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και αυτά 6α έπρεπε να είχαν θεωρηθεί το μήνα Μάϊο 2001 από τη ΔΟΥ .... εντούτοις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ο εν λόγω επιχειρηματίας, δεν έχει θεωρήσει καθόλου βιβλία και στοιχεία και συνεπώς οι φερόμενες συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολό τους. Β)Τα υπ'αριθ. 1)...,2)... Δελτία - Αποστολής Τιμολόγια, συνολικής αξίας δραχμών 19.280.000 τα οποία φέρουν ως εκδότη το ..... Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν αύξοντες αριθμούς από 505 έως 536Α και διάτρηση με στοιχεία "....", είναι πλαστά και εικονικά καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και αυτά θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί το μήνα Ιούλιο του έτους 2001 από τη ΔΟΥ ..... εντούτοις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ο εν λόγω επιχειρηματίας, δεν έχει θεωρήσει καθόλου βιβλία και στοιχεία από το Φεβρουάριο του 2001 και εντεύθεν και συνεπώς οι φερόμενες συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολο τους. III) Για τα έτος 2002 Α) Τα υπ' αριθ. 1)..., 2)...Δελτία - Αποστολής Τιμολόγια, συνολικής αξίας σε Ευρώ 120.057,62 τα οποία φέρουν ως εκδότρια την μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ATHNAN ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ". Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν αύξοντες αριθμούς από 113 έως 175Α και διάτρηση με στοιχεία "......", είναι πλαστά και εικονικά καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και αυτά θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί τον Ιανουάριο του έτους 2002 από τη ΔΟΥ .... εντούτοις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, η εν λόγω επιχείρηση ήταν αρμοδιότητας ΔΟΥ ....., από 3-9-2001, πέραν δε αυτού η επιχείρηση αυτή δεν έχει θεωρήσει καθόλου βιβλία και στοιχεία έως το χρόνο διενέργειας του ελέγχου, και συνεπώς οι φερόμενες συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολο τους. Β) Τα υπ' αριθ. 1)..., 2)... Δελτία Αποστολής- Τιμολόγια συνολικής αξίας Ευρώ 168.630,24 τα οποία φέρουν ως εκδότη το ...... Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν αύξοντες αριθμούς από 597 έως 671 Α και διάτρηση με στοιχεία "....", είναι πλαστά και εικονικά καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και αυτά θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί τον Ιανουάριο του έτους 2002 από τη ΔΟΥ ...., εντούτοις κατά το κρίσιμο χρονικό- διάστημα, ο εν λόγω επιχειρηματίας δεν έχει θεωρήσει καθόλου βιβλία και στοιχεία έως το χρόνο διενέργειας του ελέγχου, ούτε έχει θεωρήσει ποτέ χειρόγραφα στοιχεία σειράς Α με αριθ. από 597 - 671 και συνεπώς οι φερόμενες συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολο τους. Γ) Τα υπ' αριθ. 1)...,2)... Δελτία Αποστολής-Τιμολόγια συνολικής αξίας Ευρώ 129.533,60 τα οποία φέρουν ως εκδότη το... Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν αύξοντες αριθμούς από 801 έως 1033 Α και διάτρηση με στοιχεία ".....", είναι πλαστά και εικονικά καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και αυτά θα έπρεπε, να είχαν θεωρηθεί το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2002 από τη ΔΟΥ .... εντούτοις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ο εν λόγω επιχειρηματίας, δεν έχει θεωρήσει καθόλου βιβλία και στοιχεία από το Φεβρουάριο του 2001 και εντεύθεν και συνεπώς οι φερόμενες συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολο τους. Δ) Τις υπ' αριθ. 1)..., 2).... Φορτωτικές συνολικής αξίας Ευρώ 17.498,95 οι οποίες φέρουν ως εκδότη τον .... και αποστολέα τον ...... Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν αύξοντες αριθμούς από 777 έως 793 και διάτρηση με στοιχεία ".....", είναι πλαστά και εικονικά καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και αυτά θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί το μήνα Ιανουάριο του έτους 2002 από τη ΔΟΥ .... εντούτοις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ο εν λόγω επιχειρηματίας, δεν έχει θεωρήσει καθόλου βιβλία και στοιχεία από το Νοέμβριο του έτους 1998 και εντεύθεν και συνεπώς οι φερόμενες συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολό τους. Ε) Τις υπ' αριθ. 1)..., 2)... Φορτωτικές συνολικής αξίας Ευρώ 43.789,62 οι οποίες φέρουν ως εκδότη τον .... και αποστολείς την "ΑΤΗΝΑΝ ΕΠΕ" και τον ...... Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία που φέρουν αύξοντες αριθμούς από 1004 έως 1029 και από 902 έως 923 Α και διάτρηση με στοιχεία "...., ...., ....", είναι πλαστά και εικονικά καθόσον από γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι, αν και αυτά θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί το μήνα Ιανουάριο του έτους 2002 από τη ΔΟΥ .... εντούτοις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ο εν λόγω επιχειρηματίας, δεν έχει θεωρήσει φορολογικά στοιχεία με τις ανωτέρω ενδείξεις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα αλλά έχει θεωρήσει μόνο φορτωτικές με αύξοντα αριθμό από 1401 έως 1800 σειράς Α και ουδέποτε εκτός σειράς και συνεπώς οι φερόμενες συναλλαγές στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες στο σύνολό τους. Στην κρίση αυτή το Δικαστήριο καταλήγει από την συνεκτίμηση όλων των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων (καταθέσεις μαρτύρων αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία των κατηγ/νων) και ιδίως από τη σαφή και με έμμεσο λόγο γνώσης κατάθεση του υπαλλήλου του ΣΔΟΕ ..... οποίος έκανε έλεγχο στην επιχείρηση του κατηγ|νου και με σαφήνεια εκθέτει λεπτομερώς όλα τα ανωτέρω. Δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης καθότι το Δικαστήριο στηρίζεται στο ανωτέρω αποδεικτικό υλικό το οποίο είναι επαρκές για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης και το σχετικό αίτημα του κατηγ/νου είναι απορριπτέο ως αβάσιμο. Με βάση τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία οι επιχειρήσεις που φέρονται ως εκδότες των παραπάνω στοιχείων είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες και μοναδικός σκοπός σύστασής τους ήταν η διάθεση των φορολογικών στοιχείων τους. Καμμία δεν βρέθηκε να λειτουργεί στις διευθύνσεις που έχουν δηλωθεί ως έδρες τους. Ακόμη κανείς υπεύθυνος των ανωτέρω επιχειρήσεων δεν βρέθηκε και ορισμένα από τα φερόμενα ως επιχειρηματίες πρόσωπα αρνούνται μεταφορά οικοδομικών υλικών στην Κω και έκδοση των ανωτέρω πλαστών και εικονικών στοιχείων. 0 ίδιος ο κατηγ/νος ο οποίος είχε αναλάβει σημαντικά έργα μεγάλου κατασκευαστικού κόστους στο .... στήριξε την προμήθεια των υλικών σε πρόσωπα προμηθευτές που όπως ισχυρίσθηκε δεν γνώριζε χωρίς να είναι σε θέση να δώσει πειστική εξήγηση για ποιο λόγο για την μεταφορά όλων αυτών των υλικών δεν υπάρχουν φορτωτικές ή άλλα μεταφορικά έγγραφα ούτε κατονόμασε ποιοί ήταν οι αντιπρόσωποι που λάμβαναν τις παραγγελίες ή κατέβαλε τα χρηματικά ποσά. Η λήψη και καταχώριση των ανωτέρω πλαστών και εικονικών τιμολογίων στα βιβλία του κατηγ/νου έγινε εκ μέρους του για να ωφεληθεί ο ίδιος και παράλληλα να ζημιωθεί το Ελληνικό Δημόσιο τα ανωτέρω ποσά Φ.Π.Α. και φόρου εισοδήματος και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, που δίκασε ως εφετείο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών τιμολογίων κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 98 ΠΚ και 19 παρ. 1, 3, 4, 21 παρ. 2 του ν.2523/1997, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 παρ.3 του ν.2753/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση, Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκθέτει και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, εκτίθεται στην εν λόγω απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, που θεμελιώνει την αξιόποινη πράξη της αποδοχής των άνω εικονικών τιμολογίων, αιτιολογείται δε επαρκώς και η γνώση του για το ανύπαρκτο των συναλλαγών και χρηματικών απαιτήσεων που αναφέρονται σ' αυτά. Ακόμη επαρκώς αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου, ως προς την απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου 1) για την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, προκειμένου να τελεσιδικήσουν αποφάσεις επί των ασκηθεισών προσφυγών του και 2) τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης με την ειδικότερη, αντίστοιχα, αιτιολογία, η οποία διαλαμβάνεται στην απόφαση του, ότι "η ποινική δίωξη δεν εξαρτάται από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής και από την τυχόν άσκηση προσφυγής ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου και αντίστοιχης τελεσιδίκου κρίσης αυτού και η όποια κρίση του διοικητικού δικαστηρίου ουδόλως δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προχωρήσει στην εκδίκαση του ποινικού σκέλους της υποθέσεως και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, ελλείψει οριστικοποίησης της φορολογικής εγγραφής, καθώς και το σχετικό αίτημα αναβολής του κατηγορουμένου, προκειμένου να προσκομιστεί η σχετική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου επί ασκηθείσας προσφυγής του κατηγορουμένου", και "Δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης καθότι το Δικαστήριο στηρίζεται στο ανωτέρω αποδεικτικό υλικό, το οποίο είναι επαρκές, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης και το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου είναι απορριπτέο". Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, κατά την οποία το δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις, δεχθέν ότι για την άσκηση της ποινικής δίωξης δεν ήταν αναγκαία η προηγούμενη τελεσίδικη επίλυση της φορολογικής διαφοράς ή η πάροδος της προθεσμίας προσφυγής, είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αβάσιμη. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ. πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά τα λοιπά με τον άνω, πρώτο, λόγο αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 174 του Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", οποιοσδήποτε οικονομικός υπάλληλος (Οικονομικός Επιθεωρητής, υπάλληλος Τελωνείου, Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών, Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος), όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για λαθρεμπορία ή συμμετέχει σ' αυτές, δεν αποκλείεται να εξετασθεί ως μάρτυρας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Με το άρθρο 30 παρ. 23 του Ν. 3296/14.12.2004 "Φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, φορολογικοί έλεγχοι και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 254/14.12.2004) ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού (174 του ν. 2960/2001), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται ανάλογα κατά περίπτωση και στο σύνολο των υποθέσεων του προσωπικού της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (πρώην ΣΔΟΕ), ανεξάρτητα από τον κλάδο που ανήκουν. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο ακροατήριο του δικαστηρίου που εξέδωκε την προσβαλλόμενη απόφαση εξετάσθηκε ως μάρτυρας ο ....., υπάλληλος του ΣΔΟΕ, ο οποίος άσκησε καθήκοντα ελεγκτή κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση και συνυπέγραψε την έκθεση ελέγχου, παρά την εναντίωση που προέβαλαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος, δια των οποίων αυτός εκπροσωπήθηκε στη δίκη εκείνη, επικαλούμενοι το άρθρο 211 ΚΠΔ, η οποία (εναντίωση) και απορρίφθηκε ενόψει της διατάξεως του άρθρου 174 του ν. 2960/2001. Η διάταξη αυτή κατά το χρόνο εξετάσεως του μάρτυρα αυτού ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου (18-4-2008) ετύγχανε αναλόγου εφαρμογής και για την προκειμένη (φορολογικής φύσεως) υπόθεση, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 30 παρ. 23 του ν. 3296/14.12.2004. Επομένως, δεν έλαβε χώρα ακυρότητα από την εξέταση του εν λόγω μάρτυρα, ο δε τέταρτος, (εκτιμώμενος), από το άρθρο 510 $ 1 Α' του ΚΠΔ λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με τους δεύτερο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο λόγους της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ.1 Α', Β', Ε', ΣΤ' και 2 του ΚΠΔ και ειδικότερα οι αιτιάσεις ότι 1) απαραδέκτως παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο, δι' απευθείας κλήσεως με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να απολογηθεί και να προτείνει μάρτυρες, 2) το κλητήριο θέσπισμα που του επιδόθηκε είναι άκυρο 3) προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα από την παράσταση στο ακροατήριο ως πολιτικώς ενάγοντος του υπαλλήλου του ΣΔΟΕ ..... για λογαριασμό του Δημοσίου 4) το Μονομελές, αλλά και το Τριμελές Πλημ/κείο Ρόδου, δίχως να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, ανακάλεσαν προηγούμενες αποφάσεις των, με τις οποίες είχαν διατάξει την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης έως την τελεσίδικη κρίση των Διοικητικών Δικαστηρίων για την επίδικη φορολογική διαφορά 5) το δικαστήριο, ως προς την περί ενοχής κρίση του, δεν δεσμεύτηκε από το περιεχόμενο των πορισμάτων του 54ου ΤΕΚ Ρόδου στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση από τον έφορο Ρόδου 6) η ποινική δίωξη σε βάρος του είναι απαράδεκτη, εκ του ότι προηγήθηκε άλλη ποινική δίωξη σε βάρος του γιου του, για την ίδια πράξη, η οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη με την 4456/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου και 7) αν και ο Διευθυντής ΣΔΟΕ ..., με την ....αναφορά ζήτησε την παραπομπή του για μία από τις πράξεις αποδοχής πλαστών και εικονικών τιμολογίων, ο Εισαγγελεύς με την άσκηση της ποινικής δίωξης χαρακτήρισε την πράξη ως κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα. Οι αιτιάσεις αυτές, πλην της δεύτερης και της τρίτης, δεν θεμελιώνουν κάποιο από τους παραπάνω λόγους και τούτο γιατί 1) η απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο δεν προκαλεί κάποια ακυρότητα, για την οποία να ιδρύεται λόγος αναιρέσεως 2) το δικαστήριο ανακαλεί, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τις παρεμπίπτουσες περί αναβολής αποφάσεις του και κρίνει κυριαρχικά αν συντρέχει περίπτωση αναβολής κατά τη διάταξη του άρθρου 61 του ΚΠΔ 3) το Δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο πορισμάτων διοικητικών αρχών 4) η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε εναντίον άλλου προσώπου για την ίδια πράξη, και κηρύχθηκε απαράδεκτη δεν κωλύει την άσκηση αυτής εναντίον άλλου προσώπου και 5) ο ορθός η μη χαρακτηρισμός της πράξης από τον Εισαγγελέα, δεν δημιουργεί κάποια ακυρότητα. Τέλος οι με στοιχ'. 2 και 3 παραπάνω αιτιάσεις είναι αβάσιμες, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, 1) όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ'αυτήν πρακτικά, ενώπιον του Δικαστηρίου που την εξέδωσε δεν ασκήθηκε πολιτική αγωγή ούτε παραστάθηκε κάποιος και ειδικά το Ελληνικό Δημόσιο ως πολιτικώς ενάγον και 2) δεν προσδιορίζεται η συγκεκριμένη έλλειψη του κλητηρίου θεσπίσματος από την οποία προκλήθηκε η επικαλούμενη ακυρότητα του και ακόμη αυτή δεν προτάθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του κατηγορουμένου, δια των οποίων αυτός εκπροσωπήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, όπως προκύπτει από την 7241/2007 απόφαση του και συνεπώς, ως σχετική, καλύφθηκε. Τέλος, αβάσιμος είναι και ο από το άρθρο 510 παρ.1 Η' του ΚΠΔ, πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Δικαστήριο υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, με την παράλειψη του να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, γιατί από το χρόνο που τελέστηκε η πράξη του κατηγορουμένου (4-7-2000 έως 26-8-2002) μέχρι την εκδίκαση της από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (18-4-2008), ο οποίος είναι κρίσιμος χρόνος, δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολο της, η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί ο αναίρεσε ίων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-7-2008 αίτηση του ..... και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμό 1152/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ