← Ελλάδα

ΑΠ 776/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Δόλος

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 776 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Δόλος. Περίληψη: Απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο. Στοιχεία του εγκλήματος. Αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου ο οποίος πυροβόλησε επανειλημμένως και από μικρή απόσταση κατά του παθόντος γνωρίζοντας και αποδεχόμενος το ενδεχόμενο του θανάτου αυτού, ο οποίος δεν επήλθε από εξωτερικά αίτια. Για τη θεμελίωση του αυτοτελούς ισχυρισμού του άρθρου 84 § 2ε ΠΚ, απαιτείται η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου και όχι όταν κρατείται στη φυλακή. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως. ΑΡΙΘΜΟΣ 776/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπακωνσταντόπουλο, περί αναιρέσεως της 384,396, 397,398/2009 αποφάσεως Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Κωφό και 2) την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείου Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1394/09. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, ενώ κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με κακή ελαττωμένη. Ως αρχή εκτέλεσης θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία αποτελεί τμήμα, εν όλω ή εν μέρει, της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που έχει αποφασίσει να τελέσει και που οδηγεί κατ' ευθείαν στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτή σε άμεση και αναγκαία σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη, να θεωρείται τμήμα αυτής, προς την οποία θα κατέληγε αμέσως, αν δεν ήθελε ανακοπεί για οποιαδήποτε λόγο. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση βρίσκεται σε απόπειρα, όταν εκείνος που το αποφάσισε, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεώς της, οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υπόστασης, δηλαδή στο θάνατο του άλλου. Έτσι, ως αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος αυτού θεωρείται και ο πυροβολισμός από μικρή απόσταση προς το σώμα του άλλου. Κατά το άρθρο 27 παρ. 1 του ΠΚ, με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και τα αποδέχεται, ενώ κατά το άρθρο 28 του ίδιου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, τόσο στον ενδεχόμενο δόλο (δεύτερη περίπτωση του άρθρου 27) όσο και στην ευσυνείδητη αμέλεια (δεύτερη περίπτωση του άρθρου 28) είναι κοινό το γνωστικό στοιχείο, δηλαδή γνώση της πιθανότητας (δυνατότητας) επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, διαφέρει όμως το βουλητικό στοιχείο, γιατί στον ενδεχόμενο δόλο ο δράστης αποδέχεται το ενδεχόμενο επέλευσης του αποτελέσματος, ενώ στην ενσυνείδητη αμέλεια πιστεύει ότι αυτό δεν θα επέλθει. Η αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος, ανάγεται μεν στον εσωτερικό κόσμο του δράστη, πλην όμως διαπιστώνεται από εξωτερικά στοιχεία της συμπεριφοράς του που βεβαιώνουν τέτοια αποδοχή. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. Αν δεν αναφέρονται τα ανωτέρω περιστατικά, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται αόριστος και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού ή να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη του. Μεταξύ των ως άνω ισχυρισμών περιλαμβάνονται και εκείνοι που αφορούν στη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων κατά το άρθρο 84 του ΠΚ, οι οποίο είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν αρκεί η επίκληση μόνο της νομικής διάταξης που προβλέπει την αντίστοιχη ελαφρυντική περίσταση ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο αυτή είναι γνωστή στη νομική ορολογία. Ειδικά για τη θεμελίωση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε του ΠΚ, πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή της στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 384- 396-397-398/2009 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις πράξεις της απόπειρας ληστείας κατά συναυτουργία, της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, της παράνομης οπλοφορίας, της οπλοχρησίας και της κατοχής ναρκωτικών για δική του αποκλειστική χρήση και επέβαλε σ' αυτούς τις αναφερόμενες στην απόφαση αυτή ποινές. Για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, στην οποία και μόνο αφορά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Στον τόπο και χρόνο που αναφέρονται στο διατακτικό, ο κατηγορούμενος, με συναυτουργό τον Ζ, επιβαίνοντες σε κλεμμένη μοτοσικλέτα, μετέβησαν σε υποκατάστημα της τράπεζας ALPHA BANK, προκειμένου να διαπράξουν ληστεία. Εκεί, ο μεν Ζ στάθηκε σε δεσπόζουσα θέση και με την απειλή δύο πιστολιών, τα οποία κρατούσε στραμμένα προς τους παρευρισκόμενους, ακινητοποίησε τους υπαλλήλους της τράπεζας και τους πελάτες αυτής, ο δε κατηγορούμενος, οπλισμένος με πιστόλι, εισήλθε στο χώρο των ταμείων και σε πολύ σύντομο χρόνο αφαίρεσε από τα συρτάρια όσα χαρτονομίσματα μπόρεσε να εντοπίσει, τα οποία ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 14.680 ευρώ (όπως προέκυψε από μεταγενέστερη καταμέτρηση) και τα τοποθέτησε σε σακούλα που είχε στα χέρια του. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος παρέδωσε τη σακούλα με τα χαρτονομίσματα στον Ζ και βγήκε πρώτος από το υποκατάστημα, με σκοπό να θέσει σε κίνηση τη μοτοσικλέτα, να παραλάβει με αυτήν το συνεργάτη του και να διαφύγουν. Όταν, όμως, και ο συναυτουργός κινήθηκε προς την έξοδο, δέχθηκε επίθεση από τον παρευρισκόμενο τεχνικό υπάλληλο (υδραυλικό) της τράπεζας Ψ1, ο οποίος προσπάθησε να τον ακινητοποιήσει. Οι δύο άνδρες συνεπλάκησαν και σε δευτερόλεπτα βρέθηκαν έξω από το υποκατάστημα και έπεσαν στο πεζοδρόμιο,... Αρκετοί παρευρισκόμενοι, βλέποντας τους δυο άνδρες να παλεύουν στο έδαφος, όρμησαν και άρχισαν να κτυπούν τον Ζ, ο οποίος προσπαθούσε, σθεναρώς, να απελευθερωθεί και να διαφύγει. Στο μεταξύ πλησίασε με τη μοτοσικλέτα ο κατηγορούμενος, ο οποίος, βλέποντας τον κίνδυνο σύλληψης, τον οποίο διέτρεχε ο συνεργάτης του, στάθμευσε, κατέβηκε από τη μοτοσικλέτα και, με άλλο πιστόλι που είχε παράνομα στην κατοχή του, πυροβόλησε μία ή δύο φορές στον αέρα, για να εκφοβίσει όσους προσπαθούσαν να ακινητοποιήσουν τον Ζ και να τους αναγκάσει να τον αφήσουν. Οι περισσότεροι απομακρύνθηκαν, αλλά κάποιοι συνέχισαν την προσπάθεια τους, νομίζοντας ότι τα πυρά είναι άσφαιρα. Ο κατηγορούμενος πυροβόλησε και πάλι, τη φορά αυτή προς την κατεύθυνση των ανδρών που βρίσκονταν στο έδαφος. Τότε κτυπήθηκε κάποιος από τους συμπλεκόμενους (δεν προέκυψε αν το βλήμα αυτό πέτυχε τον Ζ ή τον Ψ1 και σε ποιο μέρος του σώματος), οι παρευρισκόμενοι είδαν αίματα, βεβαιώθηκαν ότι πρόκειται για πραγματικά πυρά και απομακρύνθηκαν όλοι, πλην του Ψ1, ο οποίος επέμενε να συγκρατήσει τον Ζ. Ο τελευταίος φώναξε προς τον κατηγορούμενο την προτροπή "σκότωσε τον". Ο κατηγορούμενος πυροβόλησε τουλάχιστον άλλες τέσσερις φορές, στοχεύοντας τον Ψ1 και θέλοντας να τον πλήξει, προκειμένου να τον εξαναγκάσει να αφήσει τον Ζ. Όταν τελείωσαν τα φυσίγγια, που είχε στο όπλο του, πλησίασε και με τη λαβή του όπλου άρχισε να κτυπάει τον Ψ1 στο κεφάλι, λέγοντας του οργισμένα "άφησε τον". Συγχρόνως, όμως, συνειδητοποίησε ότι στενεύουν τα περιθώρια της προσωπικής του διαφυγής, οπότε επέστρεψε στη μοτοσικλέτα, με σκοπό να φύγει μόνος. Κάποιος κατάφερε να του ρίξει τη μοτοσικλέτα και ο κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή πεζός. Ύστερα από λίγο συνελήφθη από αστυνομικό που κατέφθασε, με τη βοήθεια και κάποιου πολίτη. Από τα πυρά του κατηγορουμένου τραυματίσθηκε θανάσιμα ο Ζ. Ο θάνατος του οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος, χωρίς να έχει πρόθεση θανατώσεως του συνεργάτη του, πυροβόλησε κατ' επανάληψη προς την κατεύθυνση, όπου εκείνος πάλευε με τον Ψ1 και, αν και είχε πρόθεση να πλήξει μόνο τον τελευταίο για να τον εξαναγκάσει να ελευθερώσει το συνεργάτη του, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, αστόχησε και έπληξε δύο φορές τον Ζ, στο θώρακα και την κοιλιά.... Από τα πυρά του κατηγορουμένου τραυματίσθηκε πολύ σοβαρά και ο Ψ1, ο οποίος επλήγη στο μηρό, στη μέση του και την κοιλιακή χώρα και στο πρόσωπο (το τελευταίο πλήγμα επήλθε από εξοστρακισμό της αντίστοιχης βολίδας). Κάποια από τις βολίδες που τον έπληξαν παραμένει ακόμη στο σώμα του, διότι οι γιατροί εκτίμησαν ότι η χειρουργική αφαίρεση της ενέχει κίνδυνο για τη ζωή του. Στην κατάθεσή του, ο παθών, που είναι ευτραφής, είπε ότι οι θεράποντες είχαν κάνει για την περίπτωση του το σχόλιο πως τον έσωσε το πάχος του, διότι άλλως το τραύμα στη μέση του και την κοιλιακή χώρα μπορούσε να αποβεί θανατηφόρο. Κατά την άσκηση της ποινικής δίωξης, η πράξη αυτή είχε χαρακτηρισθεί ως απόπειρα ανθρωποκτονίας. Με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου χαρακτηρίσθηκε, κατά πλειοψηφία, ως επικίνδυνη σωματική βλάβη. Με την έφεση και τους ισχυρισμούς του, ο κατηγορούμενος ζητεί να χαρακτηρισθεί ως ανθρωποκτονία από αμέλεια. Με την έφεση του εισαγγελέα επιδιώκεται να χαρακτηρισθεί και πάλι η πράξη ως απόπειρα ανθρωποκτονίας. Από τα όσα προαναφέρθηκαν ως αποδειχθέντα, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για το ότι ο κατηγορούμενος, μετά τις πρώτες βολές, που όπως προαναφέρθηκε ρίχθηκαν στον αέρα προς εκφοβισμό του πλήθους των συγκεντρωμένων πάνω από τον Ζ, πυροβολούσε στοχεύοντας κατά του Ψ1, με πρόθεση να τον πλήξει και να τον εξαναγκάσει να αφήσει το συνεργάτη του να διαφύγει (βλ. την απολογία του). Ως εκ τούτου, οποιοσδήποτε συλλογισμός περί αμελείας είναι ανεπέρειστος. Περαιτέρω, όμως, όταν ο κατηγορούμενος πυροβολούσε από μικρή απόσταση (περίπου 7 μέτρα) στοχεύοντας στο σώμα του Ψ1, άσχετα προς το αν αυτός επιθυμούσε μόνο να τον τραυματίσει με τρόπο που να τον υποχρεώνει να παραιτηθεί από την προσπάθεια συγκράτησης του Ζ (δηλαδή σοβαρά, διότι ένας επιπόλαιος τραυματισμός δεν θα επέφερε το ποθούμενο αποτέλεσμα), γνώριζε σαφώς, σύμφωνα όχι μόνο με την κοινή πείρα, αλλά και με τη δική του προηγούμενη εμπειρία στα όπλα (ένας άπειρος δεν κυκλοφορεί οπλισμένος, δεν διαπράττει ένοπλη ληστεία και δεν πυροβολεί κατ' επανάληψη εναντίον προσώπων, υπό τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν), ότι ήταν πολύ πιθανό να υπερβεί την πρόθεση του και αντί του σοβαρού τραυματισμού να επιφέρει την έσχατη των συνεπειών, δηλαδή το θάνατο του πληττόμενου. Αυτό το ενδεχόμενο, ακόμη και αν δεν το επιδίωκε (με την εκδοχή ότι δεν ήθελε να υπακούσει στην προτροπή του συνεργάτη του, που φώναζε "σκότωσε τον"), το αποδεχόταν πλήρως. Διότι σκοπός του ήταν η με κάθε τρόπο, άμεση, αποδέσμευση του Ζ. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν επήλθε το ενδεχόμενο αποτέλεσμα της θανάτωσης του Ψ1 από λόγους εξωτερικούς, δηλαδή μη συνδεόμενους με τη θέληση του κατηγορουμένου και συνιστάμενους στο ότι αφ' ενός από σύμπτωση και αφ' ετέρου λόγω του πάχους του παθόντος δεν επλήγη κάποιο ζωτικό όργανο του σώματος αυτού. Επομένως, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της πράξης αυτής είναι απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος γι' αυτήν, κατά παραδοχή της εφέσεως του Εισαγγελέα, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό". Με αυτά που δέχτηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1β, 42 παρ. 1 και 299 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε. Συγκεκριμένα αναφέρει α) ότι ο κατηγορούμενος πυροβόλησε επανειλημμένα από μικρή απόσταση (7 περίπου μέτρα) στοχεύοντας προς το σώμα του Ψ1 θέλοντας να τον τραυματίσει σοβαρά για τον αναγκάσει να αφήσει ελεύθερο το συνεργάτη του Ζ, β) ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε λόγω της εμπειρίας του περί τα όπλα, αλλά και από την κοινή πείρα, ότι με τους ανωτέρω πυροβολισμούς ήταν πολύ πιθανό να προκληθεί ο θάνατος του Ψ1, γ) ότι το ενδεχόμενο αυτό του θανάτου το αποδεχόταν πλήρως ο κατηγορούμενος που συνέχιζε να πυροβολεί, γιατί σκοπός του ήταν η με κάθε τρόπο άμεση απελευθέρωση του Ζ και δ) ότι δεν επήλθε το αποτέλεσμα του θανάτου του Ψ1 από λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του κατηγορουμένου, οι οποίοι και εκτίθενται στην απόφαση. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς τον χαρακτήρα της πράξεως αυτής ως απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο και όχι σωματικής βλάβης από αμέλεια, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου πρόβαλε τον παρακάτω αυτοτελή ισχυρισμό "Ελαφρυντικά αρ. 84 παρ. 2 ε'του ΠΚ. Διότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του και ειδικότερα: Πλήρως συντριμμένος από την ατυχή εξέλιξη πέραν πάσης θελήσεως του της απόπειρας ληστείας, που είχε ως αποτέλεσμα, χωρίς της θέληση του, το θάνατο του φίλου του και τον τραυματισμό του Ψ1 τα αληθή πραγματικά περιστατικά τα οποία επικυρώθηκαν με την πρωτόδικη απόφαση. Κατά τη μακρόχρονη παρουσία του στις φυλακές τρία περίπου έτη επιδεικνύει άριστη συμπεριφορά και, όπως προκύπτει από την προσαγόμενη σχετική βεβαίωση, παρακολουθεί μαθήματα ελληνικής γλώσσα για να τελειοποιήσει τη γραφή του. Το σπουδαιότερο όμως, ενώ σύμφωνα με το νόμο λαμβάνει άδειες από τη φυλακή όπου κρατείται, επιστρέφει πειθαρχώντας και αποδεικνύοντας ότι σέβεται τις δικαστικές αποφάσεις και αποδέχεται την δίκαιη τιμωρία όσων του συνέβησαν". Όπως διατυπώθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός, δεν περιέχει τα αναγκαία για τη θεμελίωσή του περιστατικά και συγκεκριμένα δεν αναφέρεται σε καλή συμπεριφορά υπό καθεστώς ελευθερίας του κατηγορουμένου και για μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού αυτός μετά την πράξη του κρατείται συνεχώς στη φυλακή και οι άδειες που λαμβάνει και βρίσκεται εκτός φυλακής είναι βραχυχρόνιες. Επομένως το Δικαστήριο δεν είχε, κατά τα προαναφερθέντα, υποχρέωση να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτού ούτε να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του δεχθέν ορθώς, ότι τα ως άνω επικληθέντα "δεν μπορούν να στηρίξουν παραδοχή για μεταγενέστερη μακροχρόνια καλή συμπεριφορά" και έτσι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, περί αναιτιολόγητης απόρριψης του εν λόγω ισχυρισμού, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, καθώς και τα έξοδα του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ και 176, 1783 του Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-9-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 384-396-397-398/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. καθώς και τα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.