Ε' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία, άλλως εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων το άρθρου 19§§1, 3 και 4 του ν. 2523/1997, συνισταμένη στη αντίφαση μεταξύ σκεπτικού, στο οποίο γίνεται δεκτό ότι τα τιμολόγια ήταν πλαστά, και διατακτικού, στο οποίο αναφέρεται ότι αυτά ήταν εικονικά, ενώ το πλαστό φορολογικό στοιχείο, η αποδοχή του οποίου δεν συνιστά ποινικό αδίκημα, αποκλείεται να χαρακτηρισθεί και εικονικό, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά την παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, όπως το εδ. γ' αυτού αντικαταστάθηκε με την παρ.3 του άρθρ.12 του ν. 2753/1999, "η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα. Η ποινική δίωξη δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής. Κατ` εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995 (ΦΕΚ 211 Α). Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα
Η' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ.4 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της καταθέσεώς του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο καταθέσεως που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ., δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ', η οποία ιδρύει τον
παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα επέρχεται και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο, που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Από την άποψη αυτή, στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο του εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, το δε έγγραφο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε στο σκεπτικό ότι "ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι τα κατωτέρω αναφερόμενα στοιχεία τα παρείχε στην INFACT ΑΕ ο λογιστής αυτής Ζ με τον οποίο συνδέεται με συγγενική εξ αγχιστείας σχέση και για το λόγο τούτο είχε σε αυτόν εμπιστοσύνη για τις ενέργειές του και ότι ο ίδιος δεν γνώριζε για την εικονικότητα των στοιχείων καταρρίπτεται από το γεγονός ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε αναφέρει στους υπαλλήλους της ελεγκτικής αρχής ότι κατέβαλε στο λογιστή για τα φορολογικά αυτά στοιχεία το ποσόν που αντιστοιχούσε στο ΦΠΑ, καθώς και ποσόν 10% της αξίας των τιμολογίων αυτών, γεγονός που ανέφερε και ο Ζ ερωτηθείς από τους ελεγκτές, σχετικά δε κατέθεσε και σήμερα ο μάρτυρας Φ". Από την παραδοχή αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στήριξε την κρίση του για την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος στα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ένορκες ενώπιον του ακροατηρίου μαρτυρικές καταθέσεις των Φ και Ξ, από τις οποίες προκύπτουν τα φερόμενα ως λεχθέντα στους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ από τον κατηγορούμενο και από τον Ζ, και όχι ευθέως στην ένορκη κατάθεση του ίδιου του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ως μάρτυρος, ενώπιον των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, ούτε στη μαρτυρική κατάθεση του Ζ, που δεν αναγνώσθηκε. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως της ένορκης καταθέσεως του αναιρεσείοντος και της μαρτυρικής καταθέσεως του Ζ ενώπιον των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, που δεν αναγνώσθηκαν, έχει αποτραπεί, αφού οι καταθέσεις αυτές δεν έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως για την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού και, συνακόλουθα, ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Επομένως, ο τρίτος (τελευταίος),
Α' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28 Ιουλίου 2009 (με αριθ. πρωτ. 6181/2009) αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ` αριθ. 62886/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.