Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 780 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (Ν. 1882/1990) - Στοιχεία του εγκλήματος. Τέτοιο χρέος αποτελεί και η επιβαλλόμενη με πρωτόκολλα του αρμόδιου δασάρχη ειδική αποζημίωση του άρθρου 114 του Ν.1892/1990 για ανέγερση και διατήρηση κτίσματος ενός δασικής εκτάσεως. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου και απόρριψη ισχυρισμών του για αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου 114 Ν. 1892/1990 και για ακυρότητα της βεβαιώσεως των χρεών. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως. Αριθμός 780/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αλεξάκο, περί αναιρέσεως της 39437/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1143/09. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990/ όπως είχε αντικατασταθεί από 11-9-1997 με το άρθρο 23 παρ, 1 του Ν. 2523/1997 και ίσχυε πριν τη νέα αντικατάσταση του με το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004 "η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών
(3)συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο
(2)μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως" κατά τις διακρίσεις των εδαφίων α', β' και γ' της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλόμενου χρέους και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Ειδικά στο εδάφιο γ' προβλέπεται ότι η ανωτέρω παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, εφόσον το ποσόν της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τέσσερα εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (4,500.000) δρχ., όταν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένους αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) Η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαίως με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Αν δεν αναφέρονται στην απόφαση όλα τα παραπάνω στοιχεία, ιδρύεται λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ . Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 71 του ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 46 του ν. 2145/1993, "1. Εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος ... την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος ... ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση ... και με χρηματική ποινή ...", ενώ, κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου 71 του ν. 998/1979, "2. ... Η δασική αρχή διατάσσει και, εν αρνήσει του υπόχρεου, εκτελεί άνευ ετέρας διατυπώσεως την κατεδάφισιν των κτισμάτων". Εξ άλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 114 του ν. 1892/ 1990. "1. Απαγορεύεται η ανέγερση οικοδομών, κτισμάτων και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων εντός δημοσίων ή ιδιωτικών δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαϊά...", ενώ, κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου , "2. Ανεγερθείσες ή ανεγειρόμενες οικοδομές, κτίσματα και πάσης φύσεως εγκατασταθείς στις ανωτέρω εκτάσεις κατεδαφίζονται υποχρεωτικά κατόπιν αποφάσεως του οικείου νομάρχη από την τεχνική υπηρεσία της νομαρχίας με την συνδρομή της δασικής υπηρεσίας". Κατά την παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 2145/ 1993, "3. Η απόφαση περί κατεδαφισεως εκδίδεται μετά από κλήτευση προ δύο
(2)τουλάχιστον εργασίμων ημερών, του φερομένου ως κυρίου ή νομέα ή κατόχου ή του εργολάβου της οικοδομής, του κτίσματος ή της εγκαταστάσεως. Η κλήτευση αυτή ενεργείται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Κατά της αποφάσεως του νομάρχη περί κατεδαφισεως επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του προέδρου του διοικητικού πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου, εντός πέντε
(5)ημερών από την κοινοποίηση της στον προσφεύγοντα ή από την τοιχοκόλληση της στο κτίσμα ... Η προσφυγή συζητείται υποχρεωτικά εντός εξήντα
(60)ημερών από την κατάθεση της και η οριστική απόφαση εκδίδεται εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από τη συζήτηση και σε κάθε περίπτωση εντός εβδομήντα πέντε
(75)ημερών από την κατάθεση της προσφυγής. Η απόφαση κοινοποιείται με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου εντός δέκα
(10)ημερών από τη δημοσίευση της στους διαδίκους, στον οικείο δασάρχη και στον Υπουργό Οικονομικών, εφαρμοζομένου αναλόγως και για την κοινοποίηση αυτήν του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου. Οι επί της ... προσφυγής αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα ...", ενώ, κατά την παρ. 6 του αυτού άρθρου, "6. Οι προηγούμενες παράγραφοι 2 έως και 5 εφαρμόζονται αναλόγως και για περιπτώσεις κατεδάφισης κτιρίων ή εγκαταστάσεων, που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 71 του ν. 998/1979". Τέλος, κατά την αρχικώς μνημονευθείσα παρ. 5 του άρθρου αυτού, όπως ισχύει, "5.Από της κλητεϋσεως και μέχρι την κατεδάφιση ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος υποχρεούνται, εις ολόκληρον έκαστος, στην καταβολή ειδικής αποζημιώσεως που επιβάλλεται με πρωτόκολλα του οικείου δασάρχη, από τα οποία το πρώτο εκδίδεται και κοινοποιείται εφαρμοζόμενης αναλόγως και της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, εντός δέκα
(10)ημερών από την κοινοποίηση στο δασάρχη της δικαστικής αποφάσεως της παραγράφου 3. Της υποχρεώσεως αυτής απαλλάσσονται οι παραπάνω, προκειμένου περί οικοδομών, κτισμάτων ή εγκαταστάσεων εντός των δημόσιων δασών ή εκτάσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον αυτά παραδοθούν οικειοθελώς στο Δημόσιο προς κατεδάφιση με τη σύνταξη από το δασάρχη πρωτοκόλλου παραδόσεως και παραλαβής. Κατά των πρωτοκόλλων επιβολής αποζημιώσεως, τα οποία εκδίδονται ανά τρίμηνο μέχρι την κατεδάφιση ή την ως άνω οικειοθελή παράδοση, χωρεί προσφυγή εντός πέντε
(5)ημερών από την κοινοποίηση τους, ενώπιον του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου. Είναι απαράδεκτοι οι λόγοι προσφυγής κατά το μέρος που καλύπτονται από την απόφαση επί της προσφυγής κατά της πράξεως του νομάρχη περί κατεδαφίσεως, ως και εκείνοι που δεν αποδεικνύονται αμέσως. Η απόφαση αυτή του δικαστηρίου δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Τα ποσά των αποζημιώσεων που καθίστανται οριστικά, είτε γιατί δεν ασκήθηκε προσφυγή, είτε γιατί η ασκηθείσα απορρίφθηκε εν όλω ή εν μέρει, βεβαιώνονται στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. .εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974) και αποδίδονται ως έσοδο στο Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών. Το ύψος της αποζημιώσεως ανά τετραγωνικό μέτρο κτίσματος και ανά ημέρα διατηρήσεως αυτού ορίζεται σε διακόσιες
(200)δραχμές. ...Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ευθέως ή αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας". Η κατά την τελευταία αυτή διάταξη "ειδική αποζημίωση" αποτελεί, κατ* ουσία, διοικητική κύρωση επιβαλλόμενη για την ανέγερση και διατήρηση αυθαίρετης κατασκευής εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως και όχι αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση αλλότριας δασικής εκτάσεως, αφού μάλιστα μπορεί να επιβάλλεται και σε βάρος του ιδιοκτήτη αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.39437/2009 απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα :" Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τα όσα εξέθεσε ο πληρ.δικηγόρος του κατηγορουμένου και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι σε βάρος του κατηγορούμενου βεβαιώθηκαν διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, τα οποία με τις πρόσθετες επιβαρύνσεις τους ανέρχονται σε 188.034,66 ευρώ και τα οποία αναλυτικά προσδιορίζονται κατά ποσό, είδος, χρόνο βεβαίωσης κ.λπ. στον κατωτέρω επισυναπτόμενο πίνακα της ΔΟΥ ...και τα οποία κατέστησαν απαιτητά μετά δίμηνο από τότε που είχε οριστεί η εφάπαξ καταβολή τους και τα οποία ο κατηγορούμενος δεν έχει εξοφλήσει. Ειδικότερα (Ακολουθούν έξη
(6)πίνακες χρεών που περιέχουν είκοσι δύο
(22)μερικότερα χρέη συνολικού ύψους 188.034,66 ευρώ, τα οποία χρέη βεβαιώθηκαν, το πρώτο την 14-6-2000, το δεύτερο την 21-5-2002 και τα υπόλοιπα την 27-6-2003 και τα οποία έπρεπε να καταβληθούν εφάπαξ, το πρώτο την 31-7-2000, το δεύτερο την 28-6-2002 και τα υπόλοιπα την 31-7-2003)......Προβάλλεται δε ότι τα επίδικα πρωτόκολλα ερείδονται επί νόμου αντικειμένου στο Σύνταγμα. Προβάλλεται ειδικότερα ότι η διάταξη του άρθρου 114 παρ.5 του Ν.1892/1990 αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 24 παρ.1 και 117 παρ.3 του Συντάγματος κατά το μέρος της με το οποίο δεν επιβάλλει αποκλειστικά στην διοίκηση την υποχρέωση να προβεί με δικά της μέσα στην άμεση κατεδάφιση της κριθείσης ως αυθαιρέτως ανεγερθείσης εντός δάσους κατασκευής αλλ' επιρρίπτει το βάρος αυτό στον ίδιο τον ιδιώτη με την απειλή σοβαρών χρηματικών συνεπειών, με συνέπεια, παρά τους ορισμούς του Συντάγματος, να καθυστερεί η κατεδάφιση. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος δεδομένου ότι το Σύνταγμα, θεσπίζοντας την υποχρέωση του Κράτους να προστατεύει τα δάση και τις δασικές εκτάσεις από την αυθαίρετη αλλαγή χρήσεως τους και να απομακρύνει κάθε κατασκευή που αποκλείει ή περιορίζει την κατά προορισμό χρήση τους, ουδόλως αποκλείει την καθιέρωση νομοθετικού συστήματος προστασίας του δάσους που επιβάλλει, παραλλήλως προς τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Κράτους, την υποχρέωση αποκαταστάσεως του δάσους στον προκαλέσαντα την βλάβη σ' αυτό ιδιώτη επ' απειλή διοικητικών ή άλλων εις βάρος του κυρώσεων(βλ ΣτΕ 1785/2001,3879/2004 ΝΟΜΟΣ).Εξάλλου, κατά το σύστημα των παρ. 3 και 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990, ο αυθαιρέτως εγκαταστήσας κατασκευή εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως δύναται να προβεί στην καθαίρεση της και την αποκατάσταση του δάσους ,και με τον τρόπο αυτό δύναται να αποτρέψει με δικές του ενέργειες την καταβολή της ειδικής αποζημιώσεως .Περαιτέρω απορριπτέος είναι επίσης και ο άλλος ισχυρισμός του κατηγορουμένου ,σύμφωνα με τον οποίο οι πράξεις του Δασάρχη (πρωτόκολλα επιβολής ειδικής αποζημίωσης ) είναι ακυρωτέες και για το λόγο ότι τα σχετικά πρωτόκολλα δεν εκδόθηκαν για κάθε τρίμηνο όπως τούτο ορίζεται κατά το άρθρο 114 του ν.1882/1990 αλλά για μεγαλύτερα διαστήματα. Και τούτο διότι όπως προεκτέθηκε εφόσον πρόκειται για διοικητική διαφορά , ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να προσβάλλε ι. ασκώντας προσφυγή ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων, τα επίδικα πρωτόκολλα και να επιδιώξει την ακύρωση τους και ως εκ τούτου να εξαλειφθεί το χρέος του .Εφόσον αυτό δεν συμβεί το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό η δε μη καταβολή του επάγεται τις κυρώσεις του νόμου (ΑΠ 842/2006 ΠοινΔικ 2006,1228).Περαιτέρω, από την εκτίμηση των ίδιων ως άνω αποδεικτικών στοιχείων προέκυψε ότι το υπο οτοιχ.1 χρέος,ποσού 12.410,03 ευρω ,το οποίο δεν εξοφλήθηκε μετά διάστημα δύο μηνών ,απο τότε που είχε ορισθεί η καταβολή του ( 31/7/2000)έχει παρέλθει ήδη δετία και ως εκ τούτου έχει παραγραφεί( 111,112,113ΠΚ). Πρέπει συνεπώς ως προς το χρέος αυτό να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο .....διατακτικό της παρούσας". Ακολούθως το Δικαστήριο στο διατακτικό της αποφάσεώς του, αφενός έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για χρέος ύψους 12.410,03 ευρώ και αφετέρου κήρυξε αυτόν ένοχο για χρέη συνολικού ποσού 175.624,83 ευρώ και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλακίσεως δέκαπέντε
(15)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επι τριετίαν. Με αυτά που δέχτηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 25 του Ν.1882/1990 και 114 του Ν.1892/1990, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρει την Αρχή η οποία βεβαίωσε το χρέος, το χρόνο της βεβαίωσης, το ύψος αυτού, τον τρόπο πληρωμής του, το χρόνο καταβολής του και τη μη καταβολή του πέραν των δύο μηνών από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής, αλλά και μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως, σαφώς δε προκύπτει ότι καταδικάστηκε μόνο για το ποσό των 175.624,83 ευρώ, ενώ για το υπόλοιπο βεβαιωθέν ποσό έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη και έτσι δεν υπάρχει ασάφεια ως προς το ποσό για το οποίο καταδικάστηκε. Επίσης αναφέρει ότι το χρέος αυτό προέρχεται από πρωτόκολλα επιβολής ειδικής αποζημίωσης για την ανέγερση και διατήρηση αυθαίρετης κατασκευής εντός δασικής εκτάσεως. Τέλος αιτιολόγησε και την απόρριψη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 114 του Ν.1892/1990 και περί ακυρότητας της βεβαιώσεως των χρεών , επειδή τα πρωτόκολλα εκδόθηκαν για μεγαλύτερα του τριμήνου χρονικά διαστήματα. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Επίσης και η αιτίαση ότι υπάρχει ασάφεια στο αιτιολογικό της αποφάσεως, συνιστάμενη στο ότι αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη καταθέσεις μαρτύρων υπερασπίσεως ενώ τέτοιοι μάρτυρες δεν εξετάσθηκαν, είναι αβάσιμη, γιατί από τα πρακτικά προκύπτει σαφώς ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τέτοιες καταθέσεις, αφού δεν υπήρχαν, απλώς από παραδρομή δεν διαγράφτηκε στο έντυπο μέρος του αιτιολογικού η ένδειξη που αφορούσε σε μάρτυρες υπερασπίσεως. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθ.583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθ.59/2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ'αριθ.39437/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ