← Ελλάδα

ΑΠ 782/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδής καταμήνυση, Αναβολής αίτημα, Ψευδορκία μάρτυρα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Goo

§1περ.

Δ' και Η' ΚΠΔ, λόγους αναιρέσεως, για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος του και για υπέρβαση εξουσίας, η οποία συνίσταται στο ότι το δικαστήριο, μετά την αναιτιολόγητη απόρριψη του ως άνω αιτήματος, προχώρησε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος προς προβολήν τους, αφού αυτός, ως προς τον οποίο δεν επακολούθησε, κατά τα εκτεθέντα, έννομη επιβλαβής συνέπεια από την απόρριψη του αιτήματος του αναβολής της δίκης, εφόσον αυτός παρέστη κανονικά στις συνεδριάσεις που επακολούθησαν μετά τη διακοπή και, στο τέλος, απολογήθηκε, δεν προσδιόρισε δε στην υπό κρίση αίτηση ότι υπέστη συγκεκριμένη βλάβη από την κατά τα ανωτέρω απόρριψη του αιτήματος του αυτού. Κατά τη διάταξη του άρθρου 375§2 ΚΠΔ, όπως αντικ. από το άρθρο 32 του ν. 3160/2003, "το εφετείο όταν δικάζει πλημμελήματα μπορεί να διατάξει μία ή περισσότερες φορές τη διακοπή της συνεδρίασης έως δεκαπέντε ημέρες μέσα σε χρονικό διάστημα τριάντα το πολύ ημερών για ανυπέρβλητο κώλυμα που παρουσιάστηκε κατά τη διαδικασία, είτε από την πλευρά των δικαστών είτε από την πλευρά των διαδίκων ή για να προσαχθούν με τη βία οι μάρτυρες (άρθρο 231 παρ. 4)". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία διαφέρει από τη γενική διάταξη του άρθρου 349§1 εδ. β του ίδιου Κώδικα (που ρυθμίζει την περίπτωση διακοπής της δίκης, όταν αυτή διατάσσεται αντί για αναβολή, λόγω σημαντικών αιτίων και επιτρέπει αυτήν μέχρι δύο φορές σε διάστημα 15 ημερών συνολικά) και έχει ως σκοπό την αποπεράτωση των δικών που, είτε λόγω σοβαρότητας είτε λόγω βεβαρημένων πινακίων, δεν είναι δυνατόν να διεξαχθούν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, στο εφετείο, όταν δικάζει πλημμελήματα, η δίκη επί των οποίων δεν πρόκειται να διαρκέσει πέραν του μηνός (οπότε θα εφαρμοσθεί η παρ. 3 του ίδιου άρθρου) συγχωρείται διακοπή της συνεδριάσεως και πέραν των δύο φορών, η διάρκεια κάθε διακοπής δεν μπορεί να υπερβεί τις 15 ημέρες, οι δε διακοπές μπορούν να γίνουν μέσα σε χρονικό διάστημα 30 ημερών. Αν δε η τελευταία ημέρα της 15νθήμερης διακοπής είναι εξαιρετέα (ημέρα, δηλαδή, κατά την οποία δεν συνεδριάζουν τα δικαστήρια, Κυριακή ή αργία λόγω εορτής ή Σάββατο) κατ" άρθρο 168§1 ΚΠΔ, η συνεδρία-ση, μετά από διακοπή, μπορεί να ορισθεί την επόμενη εργάσιμη ημέρα, χωρίς από την, πέραν του 15νθημέρου, παράταση αυτή, να προκαλείται ακυρότητα ούτε να γίνεται υπέρβαση εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, το Τριμελές Εφετείο, όπως αναφέρθηκε, διέκοψε τη συνεδρίαση της 6.5.2009 για την επομένη ημέρα (7.5.2009) για να προσέλθει ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος. Στη συνέχεια, λόγω μη περατώσεως της δίκης, διέκοψε για την επομένη ημέρα (8.5.2009) και ώρα 13.00, κατόπιν δε, λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα της έδρας, διέκοψε για τις 25.5.2009 και ώρα 12.00, ήτοι την 17η ημέρα μετά την τελευταία διακοπή. Απέρριψε δε αίτημα του συνηγόρου του αναιρεσείοντος για συντομότερη διακοπή με την αιτιολογία ότι: "Από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε, ότι συντρέχει στο πρόσωπο του Εισαγγελέα της έδρας σημαντική αιτία αδυναμίας εμφάνισης του στο παρόν ακροατήριο του Δικαστηρίου, καθ' όσον μετέχει στη σύνθεση άλλου δικαστηρίου και δη του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α' Βαθμού το οποίο εκδικάζει υπόθεση 28-4-2009 και της οποίας η εκδίκαση συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Επισημαίνεται, ότι το σημαντικό αίτιο, που προβάλλεται από τον Εισαγγελέα της έδρας, δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με διακοπή της συνεδρίασης σε άλλη πιο σύντομη ημέρα, δεδομένου ότι τα μέλη της σύνθεσης του παρόντος Δικαστηρίου, έχουν κληρωθεί και μετέχουν σε συνεδριάσεις άλλων Δικαστηρίων, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η αναπλήρωση τους από άλλους Δικαστές. Πρέπει, επομένως, για τους λόγους αυτούς να απορριφθεί το αίτημα του 1ου κατηγορουμένου για πιο σύντομο προσδιορισμό της ημέρας συνεδριάσεως και να διακοπεί η συζήτηση της υποθέσεως, για την 25η Μαΐου 2009, ημέρα Δευτέρα και ώρα 12:00' π. μ., στην ίδια αίθουσα του Δικαστικού Μεγάρου". Τέλος, κατά τη δικάσιμο της 25.5.2009 απορρίφθηκε αίτημα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης γιατί η διακοπή δεν έγινε εντός 15 ημερών, με την αιτιολογία ότι "από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται τέτοιος λόγος αναβολής" και, στη συνέχεια, διακόπηκε η δίκη για την επομένη ημέρα (26.5.2009), για να εκδικασθεί αίτηση εξαιρέσεως που υπέβαλε ο αυτός κατηγορούμενος κατά του Προέδρου και του Εισαγγελέα της έδρας, οπότε, μετά την απόρριψη της αιτήσεως (υπό άλλη σύνθεση), η δίκη περατώθηκε. Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, όλες οι διακοπές ήταν νόμιμες, αφού έγιναν σε χρονικό διάστημα τριάντα ημερών (6 - 26.5.2009), ενώ το Δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του με τη διακοπή της συνεδριάσεως από τις 8 μέχρι τις 25.5.2009, ήτοι για χρονικό διάστημα πέραν των 15 ημερών, γιατί η τελευταία ημέρα της 15νθήμερης προθεσμίας (23.5.2009), όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του οποίου γίνεται χρήση, ήταν Σάββατο και ορθά η συνεδρίαση διακόπηκε για την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα (Δευτέρα), ούτε υπεχρεούτο να αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος για συντομότερη διακοπή, αφού το αίτημα του δεν ήταν νόμιμο. Επομένως, οι,

§1περ.

Δ', Α' και Η' ΚΠΔ, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από τη διακοπή της δίκης για χρονικό διάστημα πέραν των 15 ημερών τόσο συνολικά όσο και μεταξύ των δικασίμων της 8 και της 25.5.2009, και για υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο αναιτιολόγητα απέρριψε το από 25.5.2009 αίτημα αναβολής και τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί απόλυτης ακυρότητας για την πέραν των 15 ημερών διακοπή, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το άρθρο 60 ΚΠΔ, "

  1. Το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης.
  2. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται, όταν σύμφωνα με το νόμο χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου", κατά δε το άρθρο 62 του αυτού ΚΠΔ, "Απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου για ζήτημα που έχει σχέση με την ποινική δίκη δεν δεσμεύει τον ποινικό δικαστή, αποτελεί όμως γι' αυτόν στοιχείο που το εκτιμά ελεύθερα μαζί με άλλες αποδείξεις (άρθρα. 177 και 178)". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 61, κατά το οποίο "όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής", 171, κατά το οποίο απόλυτη ακυρότητα επέρχεται και όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος (§1 εδ. γ), και 177-179 του αυτού ΚΠΔ περί της αποδείξεως εν γένει, σαφώς συνάγεται ότι το ποινικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να διατάξει την αναστολή της διώξεως επί ζητημάτων αστικής φύσεως μέχρι να επιλυθούν αυτά από τα πολιτικά δικαστήρια, παρά μόνο στις ρητώς οριζόμενες από το νόμο περιπτώσεις, δεν δεσμεύεται από απόφαση πολιτικού δικαστηρίου πέραν των περιπτώσεων υποχρεωτικής αναστολής, δύναται και δεν υποχρεούται να αναβάλει την ποινική δίκη μέχρις επιλύσεως από το πολιτικό δικαστήριο ζητήματος που έχει σχέση με αυτήν και εκτιμά ελευθέρως το από απόφαση πολιτικού δικαστηρίου δεδικασμένο, δεσμεύεται δε μόνο ως προς το εμμάρτυρο μέσον αποδείξεως κατά το ότι δύναται να δεχθεί τούτο με τις προϋποθέσεις του αστικού νόμου μόνο όταν βάση του εγκλήματος είναι ιδιωτική υποχρέωση. Όμως, το δικαστήριο οφείλει να απαντήσει αιτιολογημένα στο υποβαλλόμενο αίτημα για αναβολή της ποινικής δίκης για το λόγο ότι εκκρεμεί στο πολιτικό δικαστήριο αστικής φύσεως ζήτημα, που έχει σχέση με την ποινική δίκη, (αν αυτό έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο) και, σε περίπτωση απόρριψης του, να αιτιολογήσει ειδικά την απόφαση του, διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως

§1περ.

Δ' ΚΠΔ και αν, παρά τη μη απάντηση στο αίτημα, το δικαστήριο προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως και καταδικάσει τον κατηγορούμενο, υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται και ο λόγος αναιρέσεως

§1περ.

Η' του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συνεδρίαση της 25.5.2009, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, κατ" άρθρο 61 ΚΠΔ, μέχρι να εκδοθεί, από το Εφετείο Θεσσαλονίκης, απόφαση επί του λόγου της ανακοπής του επί της πλαστογραφίας ή μη της επιταγής, την οποία αφορούν οι αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται. Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι: " Το αίτημα του πρώτου κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, έως ότου εκδοθεί σχετική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης" η οποία εκκρεμεί, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμο. Τούτο δε, διότι θα κριθεί παρεμπιπτόντως από το παρόν Δικαστήριο το αντικείμενο της δίκης αυτής, εάν δηλαδή, υφίσταται ή όχι πλαστογραφία της επίδικης επιταγής και δεν κρίνεται αναγκαία η αναβολή της δίκης, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη και ο χρόνος τέλεσης των αδικημάτων και ο διαδρομών, ήδη, μέχρι σήμερα χρόνος". Με την παραδοχή αυτή, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία ως προς την απόρριψη του αιτήματος αυτού, αφού δέχθηκε ότι μπορούσε να κρίνει παρεμπιπτόντως το ζήτημα της πλαστογραφίας της επιταγής, όπως και έπραξε, η δε προσθήκη στο σκεπτικό για τον διαδραμόντα χρόνο από την τέλεση των αδικημάτων δεν είναι αποκλειστική αιτιολογία, αλλά έχει τεθεί εκ περισσού και προς ενίσχυση της κρίσης για τη δυνατότητα της παρεμπίπτουσας έρευνας του εν λόγω ζητήματος, διατάσσοντας δε, μετά την απόρριψη του αιτήματος αυτού, την πρόοδο της δίκης, δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, οι,

§1περ.

Δ' και Η' ΚΠΔ, έκτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί απορρίφθηκε το άνω αίτημα χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ το Δικαστήριο, διατάσσοντας την πρόοδο της δίκης, χωρίς να ερευνήσει την από το άρθρο 61 ΚΠΔ ένσταση του αναιρεσείοντος στην ουσία της, υπερέβη την εξουσία του, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το άρθρο 15 του Κ.Π.Δ., όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου είναι εξαιρετέα αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα, που μπορούν να δικαιολογήσουν δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Η τυχόν συνδρομή μόνο της τελευταίας περιπτώσεως δεν αποτελεί λόγο κακής συνθέσεως του δικαστηρίου όπως αποτελεί η συμμετοχή σ' αυτό δικαστικών προσώπων, που αποκλείονται κατά το άρθρο 14 του Κ.Π.Δ από την άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά λόγο εξαιρέσεως του διεγείροντος υπόνοιες μεροληψίας δικαστικού προσώπου, ο οποίος πρέπει να προταθεί κατά τα άρθρα 16 επ. Κ.Π.Δ πριν από την έκδοση της αποφάσεως, μόνο δε εάν γίνει αυτός δεκτός και παρά ταύτα συμμετάσχει ο εξαιρεθείς στην έκδοση της αποφάσεως, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. α' του Κ.Π.Δ., που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του ίδιου κώδικα. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 22 και 504§1 ΚΠΔ, σαφώς προκύπτει ότι κατά της αποφάσεως που απέρριψε αίτηση εξαιρέσεως δικαστικών προσώπων δεν επιτρέπεται στους διαδίκους να ασκήσουν, ανεξάρτητα από την οριστική απόφαση επί της ουσίας, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συνεδρίαση της 25.5.2009, ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος υπέβαλε αίτηση εξαιρέσεως του διευθύνοντος τη συζήτηση Προεδρεύοντος Εφέτου Νικολάου Παπαδοπούλου και του Εισαγγελέα της έδρας Αντεισαγγελέα Εφετών Αχιλλέα Ζήση, για το λόγο ότι διήγειραν υπόνοιες μεροληψίας σε βάρος του, επειδή ο αυτός Εισαγγελέας υπέβαλε στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, στο οποίο προήδρευε ο ίδιος ως άνω Πρόεδρος, απαλλακτική πρόταση και το Συμβούλιο εξέδωσε το υπ1 αριθ. 1441/2003 βούλευμα, με το οποίο, κρίνοντας επί της από 17.7.2002 εγκλήσεως της εταιρίας "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΤΕΒΕ", που εκπροσωπείται από τον αναιρεσείοντα, ως Πρόεδρο του Δ. Σ. αυτής, κατά του ήδη μηνυτή για ψευδή καταμήνυση Ψ, αποφάνθηκε να μη γίνει κατά του τελευταίου κατηγορία για πλαστογραφία επιταγής και χρήση πλαστού εγγράφου, ενώ ο ως άνω Πρόεδρος συμμετείχε και στη σύνθεση του πολιτικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο έκρινε τα περί πλαστογραφίας της ένδικης επιταγής και εξέδωσε την υπ" αριθ. 531/2008 προδικαστική απόφαση του, με την οποία διέταξε πραγματογνωμοσύνη. Η αίτηση αυτή, με την υπ" αριθ. 2743/26.5.2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε. Ήδη, ο αναιρεσείων, με τον όγδοο,

§1περ.

Α' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου, επικαλούμενος ότι υφίστανται γεγονότα δικαιολογούντα υπόνοιες για την αμεροληψία των λαβόντων μέρος σ' αυτό Προέδρου Νικολάου Παπαδοπούλου και Εισαγγελέα της έδρας Αχιλλέα Ζήση και δη εκείνα που επικαλέσθηκε για να στηρίξει την αίτηση εξαιρέσεως των ανωτέρω. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η συνδρομή τέτοιων γεγονότων, ως προς κάποιο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 14 του ΚΠΔ πρόσωπα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας, δεν αποτελεί λόγο κακής συνθέσεως του δικαστηρίου, στο οποίο μετέσχε τό πρόσωπο αυτό, αλλά λόγο εξαιρέσεως του μετάσχοντος, η οποία υποβλήθηκε και απορρίφθηκε, χωρίς η σχετική παρεμπίπτουσα απόφαση να μπορεί να συμπροσβληθεί με αίτηση αναιρέσεως μαζί με την προσβαλλόμενη οριστική τοιαύτη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ1 αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο τη μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμη-νύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας-επίγνωσης, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της

παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικής ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2743/2009 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας μάρτυρα σε βάρος του Ψ και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 7 μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας μάρτυρα, όπως τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτών, αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό. Ειδικότερα, προέκυψε ότι ο εγκαλών, Ψ, διατηρούσε φιλικές και οικογενειακές σχέσεις με τον Ζ (...), πρώην Δήμαρχο ..., ο οποίος, κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και συχνά ο εγκαλών, στα πλαίσια της φιλίας τους και της διαπροσωπικής τους σχέσεως, τον βοηθούσε οικονομικά. Συγκεκριμένα, άρχισε από το έτος 1999 να του δανείζει διάφορα χρηματικά ποσά, το ύψος των οποίων, μέχρι το έτος 2001, ανήλθε στο ποσό των 46.000.000 δραχμών. Παράλληλα, ο ως άνω Ζ διατηρούσε φιλικές, αλλά και επαγγελματικές σχέσεις με τον πρώτο κατηγορούμενο, Χ, Πρόεδρο και νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης τεχνικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΤΕΒΕ", ο οποίος, στα πλαίσια των ως άνω σχέσεων τους, αποδέχθηκε να τον διευκολύνει στην παροχή διασφάλισης του ανωτέρω ποσού. Προς τούτο εξέδωσε την υπ1 αριθμ. ... της επιταγή της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδας, με μεταχρονολογημένη ημερομηνία εκδόσεως την 2.4.2002, η οποία εσύρετο επί λογαριασμού όψεως της ως άνω εταιρίας, για το ποσό των 50.000.000 δραχμών, σε διαταγή του εγκαλούντος, την οποία παρέδωσε στον Ζ, ο οποίος και την ενεχείρησε στον εγκαλούντα. Με τον τρόπο αυτό, ο πρώτος κατηγορούμενος ανέλαβε, μέσω της ανωτέρω εταιρίας του, εγγυητική ευθύνη αποπληρωμής του δανείου του συνεργάτη και. φίλου του, Ζ, έναντι του εγκαλούντος, τον οποίο μάλιστα διαβεβαίωσε και προσωπικά περί τούτου. Την εν λόγω επιταγή, ενόψει της μετατροπής των δραχμών σε ευρώ, την εμφάνισε ο εγκαλών στην πληρώτρια Τράπεζα, στις 28.12.2001 και τέθηκε σ' αυτή η σχετική σφραγίδα, στη συνέχεια δε, όταν επέστη ο χρόνος λήξεως της και δεδομένου ότι, τόσο ο Ζ, όσο και ο πρώτος κατηγορούμενος υπήρξαν ασυνεπείς στις διαβεβαιώσεις τους ότι θα καλύψουν το προαναφερόμενο χρέος του πρώτου έναντι του εγκαλούντος, την εμφάνισε νομίμως, στις 10.4.2002, προς πληρωμή, πλην όμως, του επεστράφη απλήρωτη, διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον αντίστοιχο λογαριασμό όψεως της εταιρίας του πρώτου κατηγορουμένου. Ακολούθως, κατέθεσε σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου έγκληση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και παράλληλα εκδόθηκε, μετά από σχετική αίτηση του, η υπ1 αριθμ. ... Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία επιδόθηκε νόμιμα στην εκδότρια ως άνω εταιρία, με επιταγή προς πληρωμή. Αμέσως μετά και συγκεκριμένα στις 23.7.2002, ο πρώτος κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του ως Πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω ανώνυμης τεχνικής εταιρίας, κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, για τον ίδιο ατομικά και για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας, έγκληση κατά των Ζ, από της διώξεως του οποίου, σημειωτέον, στη συνέχεια παραιτήθηκε και πρότεινε, ως μάρτυρα, τόσο στην ποινική όσο και στην πολιτική δίκη και του εγκαλούντος Ψ με το εξής, μεταξύ άλλων, περιεχόμενο: ".. Το 1998 η εταιρία μας, δια του β1 από εμάς (νομίμου εκπροσώπου της - προέδρου του Δ.Σ. της και κυρίου μετόχου της), εξέδωσε στη Θεσσαλονίκη, την ως άνω, υπ' αριθ.... επιταγή της τότε Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος, ποσού 50.000.000 δρχ. χωρίς όμως να συμπληρώσει το όνομα σε διαταγή του οποίου εκδόθηκε αυτή και, κυρίως, την ημερομηνία εκδόσεως της... Την επιταγή αυτή η εταιρία μας παρέδωσε, την ίδια ημέρα, στον α' μηνυόμενο, που διατηρούσε εταιρία εμπορία σωλήνων και γενικά υλικών ύδρευσης, ως εγγύηση για την εξόφληση του τιμήματος πώλησης μεταλλικών σωλήνων, στα πλαίσια εκτέλεσης του έργου "Κατασκευή Ύδρευσης Κορινού", το οποίο η εταιρία μας είχε αναλάβει, ως ανάδοχος. Βέβαια, λόγω του ότι η άνω επιταγή δόθηκε ως εγγύηση και όχι προς εξόφληση, δε συμπληρώθηκε εις διαταγή οποίου εκδίδεται, ούτε η ημερομηνία έκδοσης της. Η άνω σύμβαση μεταξύ της εταιρίας μας και του α' μηνυόμενου δεν έλαβε τελικά χώρα, καθώς λύθηκε, πριν εκτελεσθεί, με κοινή συμφωνία των συμβαλλομένων. Δηλαδή η εταιρία μας δεν αγόρασε ποτέ τους άνω μεταλλικούς σωλήνες από τον α' μηνυόμενο, αυτός δε υποσχέθηκε να μας επιστρέψει αμέσως, την άνω επιταγή, που του είχε δοθεί ως εγγύηση, ως άλλωστε υποχρεούνταν. Παρόλα αυτά ο α' μηνυόμενος δεν μας επέστρεψε την άνω επιταγή μέχρι σήμερα, προτάσσοντας διάφορες δικαιολογίες κάθε φορά και διαβεβαιώνοντας μας, ότι θα μας επιστρέψει αυτήν στο άμεσο μέλλον. Όταν στις 10.4.2002 η άνω επιταγή εμφανίσθηκε προς πληρωμή από τον β μηνυόμενο, ο α' μηνυόμενος ισχυρίσθηκε ότι αυτός του την είχε κλέψει μας διαβεβαίωσε ότι ουδεμία οικονομική σχέση είχε μαζί του και ότι επρόκειτο να του υποβάλει μήνυση... Ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία μας με τον β' μηνυόμενο ο οποίος παραδέχθηκε, ότι ο ίδιος πλαστογράφησε την άνω επιταγή, συμπληρώνοντας το έτος 2001 αυθαίρετα και παράνομα, τα άνω στοιχεία που έλειπαν και μας διαβεβαίωσε ότι θα μας επιστρέψει την άνω επιταγή. Δυστυχώς, ούτε ο β1 μηνυόμενος δεν μας επέστρεψε την άνω επιταγή, προβάλλοντας επίσης διάφορες δικαιολογίες (όπως, ότι αυτήν έχει ο πληρεξούσιος δικηγόρος ίου, από τον οποίον θα την παραλάβει άμεσα). Με τον τρόπο αυτό οι μηνυό-μενοι, δρώντας από κοινού και κατόπιν συνεννόησης, μας παραπλάνησαν, πείθοντας μας να μην ακυρώσουμε έγκαιρα την άνω επιταγή και να μην υποβάλουμε έγκαιρα μήνυση εναντίον του, διότι, δήθεν, επρόκειτο να μας την επιστρέψουν, με προφανή σκοπό, αφού την πλαστογραφήσουν, να την χρησιμοποιήσουν για να παραπλανήσουν τον κ. Δικαστή του ΜΠρΘ, να εκδώσουν την άνω, ψευδή, διαταγή πληρωμής και να εισπράξουν το άνω ποσό των 153.998,09 €, πλέον τόκων, που η εταιρία μας επιτάσσεται να τους καταβάλει... Με την προ-περιγραφόμενη συμπεριφορά, τους οι μηνυόμενοι τέλεσαν τα εξής εγκλήματα: Ο β' μηνυόμενος (εγκαλών): Το έγκλημα της πλαστογραφίας (άρθρ 216 παρ. 1,3 ΠΚ) καθώς το έτος 2001 συμπλήρωσε παράνομα και αυθαίρετα την ημερομηνία έκδοσης της άνω επιταγής, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση της τον Δικαστή του ΜΠρΘ, σχετικά με την δήθεν οφειλή από την εταιρία μας του ποσού αυτής, των 146.735,14 €, σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του και στον α' μηνυόμενο, παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την εταιρία μας, ενώ το συνολικό όφελος αυτού και η συνολική ζημία της εταιρίας μας θα υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 ευρώ. Το έγκλημα της χρήσης πλαστού εγγράφου (άρθρ. 216 παρ.2,3 ΠΚ), καθώς για τον παραπάνω σκοπό, εν γνώσει του χρησιμοποίησε την άνω πλαστή επιταγή, για να εκδώσει την άνω, υπ' αριθ. ... διαταγή πληρωμής, ενώ το συνολικό όφελος αυτού και η συνολική ζημία της εταιρίας μας θα υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 ευρώ. Το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (άρθρ. 220 ΠΚ), καθώς με τη χρήση της άνω πλαστής επιταγής, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί στην άνω, υπ" αριθ.... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του ΜΠρΘ αναληθώς, ότι η εταιρία μας του οφείλει το άνω ποσό των 146.735,14 νομιμοτόκως από 02.04.2002, πλέον δικαστικής δαπάνης και εξόδων, γεγονός το οποίο συνεπάγεται ποινικές και αστικές συνέπειες εις βάρος του β' από εμάς - νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας μας, αλλά και σε βάρος της εταιρίας μας. Το έγκλημα της χρήσης ψευδούς βεβαίωσης που υφαρπάχθηκε (αρθρ.220 ΠΚ), καθώς χρησιμοποίησε την άνω, ψευδή διαταγή πληρωμής για να εξαπατήσει την εταιρία μας, σχετικά με την δήθεν ύπαρξη οφειλής μας, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 153.998,09 ευρώ, νομιμοτόκως, κατά τα ανωτέρω. Το έγκλημα της απάτης (αρθρ.386 ΠΚ), καθώς με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος και ο α' μηνυόμενος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε την περιουσία της εταιρίας μας, πείθοντας τον κ. Δικαστή του ΜΠρΘ να εκδώσει την υπ' αριθ. ..., με την εν γνώσει παράσταση ως αληθινού, του ψευδούς γεγονότος, ότι δήθεν οφείλουμε το ποσό της άνω επιταγής και με την αθέμιτη απόκρυψη του γεγονότος, ότι ο ίδιος πλαστογράφησε την επιταγή αυτήν ... ". Επίσης, την ίδια ημέρα (23.7.2002) ο πρώτος κατηγορούμενος, υπό την ως άνω ιδιότητα του, άσκησε ανακοπή κατά της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το περιεχόμενο της οποίας ήταν ταυτόσημο με το ως άνω περιεχόμενο της έγκλησης. Τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην έγκληση ήταν ψευδή, ενώ το αληθές ήταν ότι ουδέποτε ο εγκαλών πλαστογράφησε την ως άνω επιταγή, ούτε ομολόγησε κάτι τέτοιο στον πρώτο κατηγορούμενο, ., ούτε υπεσχέθη στον τελευταίο ότι θα του επιστρέψει την ανωτέρω επιταγή, η οποία εκδόθηκε από την εταιρεία "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΤΕΒΕ" το έτος 2001 προς εξυπηρέτηση του Ζ, προκειμένου να αναγνωριστεί και εν συνεχεία να καλυφθεί το χρέος του τελευταίου προς τον εγκαλούντα από την άνω εταιρεία περίπτωση μη αποπληρωμής του, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω και όχι για τους αναφερόμενους στην έγκληση λόγους και ότι αυτή παραδόθηκε στον εγκαλούντα, συμπληρωμένη ως προς όλα τα στοιχεία της, γεγονότα τα οποία, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, γνώριζε ο πρώτος κατηγορούμενος. Η προαναφερόμενη έγκληση υποβλήθηκε από μέρους του πρώτου κατηγορουμένου, εν γνώσει της αναληθείας της, όπως προαναφέρθηκε, αποκλειστικά και μόνο στα πλαίσια της επιδίωξης του να προκαλέσει την ποινική δίωξη του εγκαλούντος και μέσω αυτής να αποφύγει τόσο η εκδότρια εταιρία, όσο και ο ίδιος την πληρωμή αυτής. Σημειώνεται, ότι με βάση την εν λόγω έγκληση ασκήθηκε σε βάρος του εγκαλούντος ποινική δίωξη για τα αδικήματα της πλαστογραφία; με χρήση με σκοπό το όφελος άνω των 25.000.000 δραχμών και απάτη στο δικαστήριο με όφελος - ζημία άνω των 25.000.000 δραχμών, για την οποία, όμως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το υπ' αριθμ. 1441/2003 αμετάκλητο βούλευμα του αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του νυν εγκαλούντος, για τις ανωτέρω πράξεις. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί, ότι η ασκηθείσα εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου ανακοπή, κατά της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής, απορρίφθηκε τελεσίδικα, ως αβάσιμη στην ουσία της, με την υπ' αριθμ. 16933/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 1755/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο και κατά την κατάθεση της προαναφερόμενης έγκλησης ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, κατά ίου Ψ, βεβαίωσε ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της, όπως αυτό αναφέρεται ανωτέρω, γνωρίζοντας την αναλήθεια αυτού. Κατ1 ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των ως άνω πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό...". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα: α) Ως προς την ψευδή καταμήνυση, εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο αυτή τελέσθηκε, η υποβολή, δηλαδή, της από 23.7.2002 εγκλήσεως του αναιρεσείοντος κατά του Ζ και του εγκαλούντος Ψ, καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται σ" αυτήν και ήταν ψευδή, ήτοι ότι ο εγκαλών πλαστογράφησε την ως άνω επιταγή, έκανε χρήση αυτής για να εκδώσει την υπ" αριθ. ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί στη διαταγή πληρωμής αναληθώς ότι η εταιρία του αναιρεσείοντος οφείλει το ποσό των 146.735,14 € νομιμοτόκως από 2.4.2002, χρησιμοποίησε την ως άνω διαταγή πληρωμής για να εξαπατήσει την εταιρία του αναιρεσείοντος σχετικά με την ύπαρξη οφειλής της και, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την περιουσία της εταιρίας, πείθοντας τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης να εκδώσει την εν λόγω διαταγή πληρωμής, με την εν γνώσει παράσταση ως αληθινού του ψευδούς γεγονότος ότι η εταία όφειλε το ποσό της επιταγής και με την αθέμιτη απόκρυψη του γεγονότος ότι ο ίδιος πλαστογράφησε την επιταγή αυτή, αιτιολογείται δε ο σκοπός του αναιρεσείοντος να προκληθεί η καταδίωξη του εγκαλούντος για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης με χρήση και κακουργηματική απάτη, πράξεις για τις οποίες (πλην της υφαρπαγής με χρήση, για την οποία δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη) το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το υπ" αριθ. 1441/2003 αμετάκλητο βούλευμα του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία. Και β) ως προς την ψευδορκία μάρτυρα, προσδιορίζονται τα ψευδή γεγονότα που ο αναιρεσείων κατέθεσε στις 23.7.2002, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης κατά την κατάθεση της εγκλήσεως του και βεβαιώνοντας ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της, αιτιολογείται δε ότι τα καταμηνυ-θέντα ήταν ψευδή, γιατί ο εγκαλών ουδέποτε πλαστογράφησε την ως άνω επιταγή ούτε παραδέχθηκε κάτι τέτοιο στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ούτε υποσχέθηκε στον τελευταίο ότι θα την επιστρέψει, η δε επιταγή εκδόθηκε από την εταιρία "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΤΕΒΕ" το έτος 2001 προς εξυπηρέτηση του Ζ, προκειμένου να αναγνωρισθεί και, στη συνέχεια, να καλυφθεί το χρέος του τελευταίου προς τον εγκαλούντα από την εταιρία σε περίπτωση μη αποπληρωμής του, ενώ στον εγκαλούντα παραδόθηκε η επιταγή συμπληρωμένη ως προς όλα τα στοιχεία της. Επομένως, ο ένατος (τελευταίος),

§1περ.

Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η μερικότερη αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη, αν και αναγνώσθηκαν, α) το υπ" αριθ. 1829/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίφθηκε, για λόγο τυπικό, έφεση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθ. 1441/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και β) η από 30.8.2005 αίτηση αναιρέσεως της εταιρίας "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΤΕΒΕ" κατά της υπ" αριθ. 1755/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η υπ' αριθ. 738/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκαν οι υπ' αριθ. 1755/2005 και 16933/2003 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης και του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αντιστοίχως, η υπ' αριθ. 531/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, και η από 19.5.2007 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της δικηγόρου και ειδικής δικαστικής γραφολόγου ..., είναι αβάσιμη, αφού, το Δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς, όπως αναφέρθηκε, να απαιτείτο και μνεία του τι προέκυπτε από το καθένα χωριστά ούτε ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Ειδικότερη μνεία του υπ" αριθ. 1829/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης δεν απαιτείτο και για τον πρόσθετο λόγο ότι αυτό, ασχέτως αν απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου για τυπικό λόγο, επικύρωσε το υπ' αριθ. 1441/2003 απαλλακτικό για τον εγκαλούντα βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται για ποιο λόγο δεν εμφανίζεται στο σώμα της ένδικης επιταγής υπογραφή του Ζ στον οποίο την παρέδωσε ο αναιρεσείων, αλλά εκδόθηκε αυτή σε διαταγή του εγκαλούντος, ο οποίος καμία απολύτως συναλλαγή δεν είχε με την εκδότρια εταιρία "ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΤΕΒΕ", είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, η αιτίαση ότι το διατακτικό της αποφάσεως στο σημείο που αναφέρει ποια ήταν τα αληθή περιστατικά (σελ. 41 στο τέλος - σελ. 42) διατυπώθηκε έτσι, ώστε να το χρησιμοποιήσει ο εγκαλών στο πολιτικό δικαστήριο για να επηρεάσει την κρίση του είναι απαράδεκτη, αφού οι παραδοχές ως προς τα αληθή γεγονότα αφορούν και αυτές την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Δικαστική δαπάνη υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος Ψ δεν επιδικάζεται, γιατί αυτός, αν και κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (βλ. από 20.11.2009 αποδεικτικό του επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κατερίνης ...), δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και την εκφώνηση της υποθέσεως και, συνεπώς, δεν έχει υποβληθεί σ' αυτήν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 64/1 Οκτωβρίου 2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2743/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.