Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 783 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ποινή, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική, Κλοπή, Συναυτουργία. Περίληψη: Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων αναιρέσεως από κατηγορούμενους που καταδικάσθηκαν για κλοπή από κοινού με απόφαση κατ' έφεση δικάζοντος Τριμελούς Εφετείου. Απορρίπτονται οι λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ), καθόσον δεν αναγνώσθηκαν μόνον τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ότι αναγνώσθηκαν, αλλά προκύπτει ότι το δικάσαν Εφετείο στήριξε την κρίση του και στα αναφερόμενα στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης ως αναγνωσθέντα έγγραφα και στα λοιπά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και έτσι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα που προσεκόμισαν οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων στην κατ' έφεση δίκη μεταξύ των οποίων και το έγγραφο ληφθέντων αποτυπωμάτων όπως και το έγγραφο επεξεργασίας βίντεο κλειστού κυκλώματος του πρατηρίου καυσίμων, στο οποίο έγινε η κλοπή. Δεν είναι ανεπαρκής η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως από το ότι επαναλαμβάνεται στο σκεπτικό το κατηγορητήριο που επαναλαμβάνεται στο διατακτικό διότι περιέχονται στο διατακτικό πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την αξιόποινη πράξη και δεν χρειαζόταν διαφοροποίηση στην διατύπωση και ως προς τη δράση των αναιρεσειόντων ως συναυτουργών αναφέρεται στην απόφαση ότι συνέπραξαν πραγματώνοντας αμφότεροι την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκαν με σκοπό να ιδιοποιηθούν παράνομα το χρηματικό ποσό που ανήκε στον παθόντα και με την ενσωμάτωσή του στην κοινή των περιουσία και έτσι γνώριζαν καθένας των αναιρεσειόντων ότι ο συμμέτοχος συγκατηγορούμενος του έπραττε με τον ίδιο δόλο. Γίνεται δεκτός ο λόγος αναιρέσεως του πρώτου των αναιρεσειόντων για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού που προέβαλε για την υπέρ αυτού αναγνώριση ελαφρυντικού από το άρθρο 84 παρ. 2 εδ. ε΄ ΠΚ, που ενώ είχε προβληθεί ορισμένως απερρίφθη σιγή από το δικαστήριο της ουσίας και αναγκαίως αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση για τον ίδιο αναιρεσείοντα και ως προς την επιβληθείσα ποινή για να συνεκτιμηθεί σε περίπτωση αναγνωρίσεως και αυτού του ελαφρυντικού κατά την επιμέτρηση της και αυτή η ελαφρυντική περίσταση. ΑΡΙΘΜΟΣ 783/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων! 1) Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρου Κωνσταντίνο Κοσμάτο και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μουζακιάρη περί αναιρέσεως της 550/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Νοεμβρίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως και των από 26 Ιανουαρίου 2010 προσθέτων λόγων, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1694/09. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ανωτέρω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι υπό κρίση από 16-11-2009 αυτοτελείς δηλώσεις -αιτήσεις των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 για αναίρεση της 550/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν. Από τις διατάξεις των παρ. 1, 3 και 4 του άρθρου 17 στοιχ. Β'του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών" όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση τους με το άρθρο 2 του ν. 3346/2005 και το άρθρο 4 του ν. 2172/1993, προκύπτει ότι προκειμένου και για το Εφετείο Λάρισας όπου προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των 15 Εφετών και Εισαγγελέων, το Τριμελές Ποινικό Εφετείο συγκροτείται νομίμως υπό την προεδρία του εφέτη που κληρώθηκε και με τη συμμετοχή του κληρωθέντος επίσης εισαγγελέα ή αντεισαγγελέα εφετών, χωρίς μάλιστα να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην εκδιδόμενη απόφαση ότι εκείνοι που μετέσχουν στη σύνθεση του δικαστηρίου, είναι αυτοί που κληρώθηκαν, ούτε σε σχέση με τον προεδρεύοντα εφέτη, ότι κωλύεται ο πρόεδρος εφετών και οι αρχαιότεροι εφέτες. Επομένως ο από τα άρθρα 171 παρ. 1 στοιχ. α'και 510 παρ. 1 στοιχ. Α'του Κ.Ποιν.Δ μοναδικός λόγος αναιρέσεως του παραδεκτώς ασκηθέντος από 27-1-2010 δικογράφου προσθέτων λόγων του εκ των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ1, κατά τον οποίο η σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1δ'και 5 παρ. 1 του ν. 1756/1988 διότι προήδρευσε όχι πρόεδρος εφετών αλλά εφέτης χωρίς να βεβαιώνεται στα πρακτικά της ότι δεν υπήρχαν, ή εκωλύοντο ή απουσίαζαν οι πρόεδροι εφετών και οι αρχαιότεροι της προεδρεύουσας εφέτη Χρυσούλας Χαλιαμούρδα εφέτες είναι νομικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα και στη θεμελίωση νέας σ' αυτό κατοχής από το δράστη ή τρίτο με το σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεώς του, στην έννοια δε της κατοχής που εκφράζει εξουσίαση κάποιου προσώπου σε σχέση με ένα πράγμα περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίασή του. Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο ευθύς ως εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία έστω και για ελάχιστο χρόνο. Η αξία του αντικειμένου της κλοπής δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικώς υποστάσεως της εφόσον δεν χαρακτηρίσθηκε ως κλοπή με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστηρίου ή αντίστοιχα στο βούλευμα του συμβουλίου και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς, εκτός αν πρόκειται για έγκλημα πολύπρακτο ή εν στενή έννοια, οπότε η τοιαύτη αναφορά είναι επιβεβλημένη. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για να καταλήξει στην κρίση περί ενοχής του κατηγορουμένου όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά διαφορετικά αν από τη στάθμιση του όλου περιεχομένου του σκεπτικού της αποφάσεως δεν συνάγεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν υπάρχει έλλειψη της κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενης αιτιολογίας της αποφάσεως. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και τα πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προσβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής, αρκεί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που τους θεμελιώνουν κατά νόμο έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής των να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών που προβλήθηκαν αορίστως με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ αφού η παραδοχή της οδηγεί κατά την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Τριμελές Εφετείο Λάρισας που, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα κατ'είδος αναφερόμενα στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι στο ...στις 14-3-2006 και ώρα 02.45, από κοινού ενεργούντες, αφαίρεσαν από την κατοχή άλλου ξένο ολικά κινητό πράγμα με σκοπό να ιδιοποιηθούν αυτό παρανόμως. Πιο συγκεκριμένα αφού εισήλθαν από ανασφάλιστο παράθυρο εντός του πρατηρίου υγρών καυσίμων που βρίσκεται στο 9ο χιλιόμετρο της Ε.Ο..., όπου ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα ο εγκαλών Ψ1, αφαίρεσαν από συρτάρι του γραφείου το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ, με σκοπό να ιδιοποιηθούν παράνομα το εν λόγω ποσό που ανήκει στην κυριότητα του ανωτέρω παθόντα ενσωματώνοντάς το στην από κοινού περιουσία των. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και ειδικότερα του ..., ο οποίος κατά τον ανωτέρω χρόνον εργαζόταν ως υπάλληλος στο πρατήριο υγρών καυσίμων του παθόντος και κατέθεσε κατηγορηματικά ότι οι κατηγορούμενοι είναι δράστες της κλοπής. Με αυτές τις παραδοχές και αφού ακόμη δέχθηκε ότι προέκυψε πως οι κατηγορούμενοι έως το χρόνο τέλεσης της ανωτέρω πράξεως έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, το δικαστήριο κήρυξε τους ήδη αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους ενόχους για την πράξη της κλοπής από κοινού με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου από το άρθρο 84 παρ. 2 α Π.Κ και τους κατεδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.