← Ελλάδα

ΑΠ 784/2008 — Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή, Νομίμου βάσεως έλλειψη

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 784 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή, Νομίμου βάσεως έλλειψη. Περίληψη: Απορρίπτεται 1ος λόγος, με ον πλήττεται η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση. Απορρίπτονται 3ος λόγος και 4ος λόγοι Επαρκή αιτιολογία και όχι έλλειψη νόμιμης βάσης. Απορρίπτεται 2ος λόγος: νόμιμη παράσταση Πανεπιστημίου Αθηνών ως πολιτικού ενάγοντος. Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση. Αριθμός 784/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χλούπη, για αναίρεση της με αριθμό 3556/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανη, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Φραγκούλη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουλίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1307/

  1. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 504 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως αναγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370)". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα, πέρασε και από τους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσεως, με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής, και κάθε λόγος αναιρέσεως που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση είναι απαράδεκτος. Στην προκείμενη περίπτωση, ο πρώτος λόγος (α' σκέλος) της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η υπ' αριθ. 54.172/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, γιατί το εν λόγω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καταδίκασε ερήμην τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, "χωρίς να αναφέρει κατ' αρχήν δια ποίου τρόπου κλητεύθηκε αυτός νομίμως και εμπροθέσμως, ούτε καν αν κλητεύθηκε ως γνωστής ή αγνώστου διαμονής, ώστε να μπορέσει να ασκήσει τα δικαιώματά του, άλλως, και εφόσον κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής, όπως έμμεσα θα μπορούσε να εξαχθεί από την απόφαση, η κλήτευσή του είναι απαράδεκτη, καθόσον κατά το χρόνο της κλητεύσεώς του (ήτοι την 17.6.2004, αλλά και ενωρίτερα και αργότερα) ήταν γνωστής διαμονής", πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθ. 3556/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών προκύπτει σαφώς ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και η συγκατηγορουμένη του Χ2 διόρισαν συνήγορό τους για να τους υπερασπιστεί τους παρόντες δικηγόρους Θεόδωρο Δρύμη και Κωνσταντίνο Γερογιάννη, αντίστοιχα, οι οποίοι αποδέχθηκαν το διορισμό τους (βλ. πρώτη σελίδα σε συνδυασμό με τις τέταρτη και όγδοη, καθώς και με τις ένατη και δέκατη τέταρτη σελίδες των εν λόγω πρακτικών), εντεύθεν δε ο πρώτος λόγος (β'σκέλος) αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί "από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει ποιός δικηγόρος εκπροσώπησε ποίον κατηγορούμενο, ενώ δημιουργεί πεπλανημένη αντίληψη και εικόνα σχετικά με την εκπροσώπηση των κατηγορουμένων", είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 236 εδ. α' του Π.Κ. (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο δεύτερο του ν.2802/2000), με την ποινή του άρθρου 235 (ήτοι με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους) τιμωρείται όποιος υπόσχεται ή παρέχει σε υπάλληλο, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, οποιαδήποτε φύσης ωφελήματα για τον εαυτό του ή για τρίτο, προκειμένου ο υπάλληλος, κατά παράβαση των καθηκόντων του, να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις 'η λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 3556/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ""Ο κατηγορούμενος Χ1 κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο του 1998 έως και Μάρτιο 1999, από πρόθεση υποσχέθηκε σε υπάλληλο με την έννοια του νόμου χρηματικά ωφελήματα που δεν δικαιούται για μελλοντική του ενέργεια, η οποία είναι αντίθετη στα καθήκοντα του και ανάγεται στην υπηρεσία του και ειδικότερα, με πρόθεση υποσχέθηκε, με τη μεσολάβηση της Β1 και της Β2, στον καθηγητή του Μαθηματικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών Γ1 την καταβολή των χρηματικών ποσών των 300.000 δραχμών και του 1.100.000 δραχμών, προκειμένου να λάβει βαθμό επιτυχίας, χωρίς να εξετασθεί, στα επί πτυχίω μαθήματα "ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ Ι" και "ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ ΙΙ",τα οποία δίδασκε και εξέταζε ο ίδιος ως άνω καθηγητής και στα οποία αυτός όφειλε να εξετασθεί κατά τις αντίστοιχες εξεταστικές περιόδους μηνός Σεπτεμβρίου 1998 και Φεβρουαρίου
  2. Την καταβολή του ποσού των 300.000 δραχμών υποσχέθηκε ο κατηγορούμενος στον καθηγητή Γ1 για να τον περάσει στο δεύτερο παραπάνω μάθημα και την καταβολή του ποσού των 1.100.000 δραχμών υποσχέθηκε σε αυτόν προκειμένου να τον περάσει (βαθμολογήσει επιτυχώς) στο πρώτο παραπάνω μάθημα. Έτσι, παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν συμμετείχε το Σεπτέμβριο του 1998 στις εξετάσεις του μαθήματος "ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ II" έλαβε προβιβάσιμο βαθμό

(7), ύστερα από γραπτή εξέταση του ιδίου που συντάχθηκε από τη Β1. Επίσης, ο ίδιος, ενώ δεν συμμετείχε το Φεβρουάριο του 1999 στην εξέταση του μαθήματος "ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ Ι", έλαβε προβιβάσιμο βαθμό
(6), τα θέματα του οποίου με τις λύσεις τους συμπλήρωσε ο ίδιος σε λευκή κόλλα (ασυμπλήρωτη) του Πανεπιστημίου, που του δόθηκαν από την Β1, με τη μεσολάβηση της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, δέχθηκε την υπόσχεση της καταβολής του συνολικού ποσού των 1.400.000 δραχμών και κατέβαλε σε αυτή το ως άνω ποσό με τελικό αποδέκτη τον καθηγητή Γ1. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα παραπάνω μαθήματα δίδασκε ο Γ1 και ότι προσέφερε το παραπάνω χρηματικό ποσό για λογαριασμό του εν λόγω καθηγητή, οι δε περί του αντιθέτου αυτοτελείς ισχυρισμοί του δεν αποδεικνύονται από μόνη την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα ......., ο οποίος, χωρίς να προσδιορίζει την ιδιότητα του, καταθέτει ότι υπηρετούσε με τον καθηγητή Γ1 στο ίδιο τμήμα και το μάθημα "ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ II" είχε ανατεθεί στον ίδιο και στη ...... (από ποιόν είχε ανατεθεί σε αυτούς και υπό ποία ιδιότητα;; ως καθηγητών ή ως βοηθών του Γ1;). Τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ενεργητικής δωροδοκίας (άρθρο 236 Π.Κ.) που αποδίδεται στον κατηγορούμενο Χ1 και, συνακόλουθα, πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος της εν λόγω πράξης, να του αναγνωρισθεί όμως το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ.2α Π.Κ.), καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας και την όλη αποδεικτική διαδικασία προκύπτει ότι αυτός μέχρι το χρόνο τελέσεως της ως άνω πράξης έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν στο Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Χ1 για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινη πράξη της ενεργητικής δωροδοκίας και του επέβαλε, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθου 84 παρ. 2α του Π.Κ., ποινή φυλακίσεως επτά μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ. 1 και 236 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του προταθέντος απ' αυτόν αυτοτελούς ισχυρισμού ότι ο ειρημένος καθηγητής Γ1, που φέρεται ότι τον δωροδόκησε, δεν ήταν αρμόδιος για τη βαθμολόγησή του είναι αβάσιμη, καθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός δεν συνιστά αυτοτελή τέτοιο, αφού δεν άγει στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση αυτής, καθώς και στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, αλλ' αποτελεί αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και δεν απαιτείτο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, ειδική αιτιολογία, ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού διέλαβε στην απόφασή του την άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, οι, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές δε αιτιάσεις, με τις οποίες είτε ευθέως, είτε υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πλήττεται ως μη ορθή η εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων και γενικότερα η ουσιαστική του κρίση, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠοινΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό Δικαστήριο από τα πρόσωπο που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠοινΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό Δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι, το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και το Ελληνικό Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε εις βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων. Η σχετική δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στη δήλωση του εκπροσώπου του Δημοσίου ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, όταν το τελευταίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη, γιατί αυτή αναφέρεται στον ανωτέρω αντίκτυπο, και ειδικότερα, επί κατηγορίας για ενεργητική δωροδοκία (άρθρο 236 ΠΚ), στον αντίκτυπο που έχει στη σύννομη, καθαρή, υγιή και ακέραιη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, που είναι το προστατευόμενος από την εν λόγω διάταξη έννομο αγαθό και η οποία οπωσδήποτε πλήττεται στην περίπτωση τελέσεως του ειρημένου εγκλήματος. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωσε δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. 54.172/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και τα ενσωματωμένα σ'αυτή πρακτικά, το "ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ" δήλωσε προφορικώς, δια του πληρεξούσιο δικηγόρου του Μιχαήλ Φραγκούλη, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και ζήτησε να υποχρεωθεί (εκτός από τους αναφερομένους συγκατηγορουμένους του) και αυτός να του καταβάλει για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης, που υπέστη αυτό από το εις βάρος του πιο πάνω αδίκημα του κατηγορουμένου, το ποσό των 44,02 ευρώ. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την παράβαση της πολιτικής αγωγής και επιδίκασε στο "ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ" για την πιο πάνω αιτία το ανωτέρω ποσό. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, όπου ήχθη κατόπιν εφέσεως του κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ'αυτή πρακτικά, εμφανίσθηκε ο ειρημένος πληρεξούσιος δικηγόρος του άνω ΝΠΔΔ και δήλωσε ότι "το ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ" παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον για χρηματική ικανοποίηση 44,02 ευρώ, με κάθε επιφύλαξη, από την ηθική βλάβη που του προκάλεσε η κρινόμενη πράξη". Η δήλωσε αυτή του παθόντος ΝΠΔΔ είναι νόμιμη και δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, σύμφωνα με όσα προναφέρθηκσν στη νομική σκέψη, να γίνει ιδιαίτερη εξειδίκευση της προβαλλόμενης ηθικής βλάβης, γιατί είναι φανερό ότι αυτή αναφέρεται στη σύννομη, καθαρή, υγιή και ακέραιη λειτουργία των υπηρεσιών αυτού (Πανεπιστημίου), στο οποίο ήταν δυνατό να επέλθει. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν προκύπτει στην προκείμενη περίπτωση εάν ο ειρημένος πληρεξούσιος δικηγόρος του πολιτικώς ενάγοντος Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, που επανέλαβε, κατά τα ανωτέρω, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου τη δήλωση για παράσταση πολιτικής αγωγής, είχε την απαιτούμενη προς τούτο εξουσιοδότηση και εντεύθεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής, ως αναφερόμενη στην ενώπιον του πιο πάνω Δικαστηρίου παράσταση και εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολότης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12 Ιουλίου 2006 (υπ' αριθ. πρωτ. 1868/13.7.2006) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 3556/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα α) στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ, και β) στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος "ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ" εκ διακοσίων ενενήντα
(290)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.