Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 788 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας. Έννοια νέων γεγονότων ή αποδείξεων. Γίνεται δεκτή η αίτηση και διατάσσεται η επανάληψη της διαδικασίας. ΑΡΙΘΜΟΣ 788/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μιχαήλ Δέτση), Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή, Γεώργιο Χρυσικό και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1 και ήδη κρατούμενου στην Δικαστική Φυλακή Λάρισας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 200/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1926/
- Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 1/3.1.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 525 § 1, 527 § 3, 528 §1 και 529 Κ.Π.Δ., την από 15-11-2007 αίτησιν του Χ1 και ήδη κρατουμένου στην Δικαστική Φυλακή Λαρίσης, με την οποία επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που επερατώθη με την αμετάκλητη υπ' αριθ. 200/23-1-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων), δια της οποίας κατεδικάσθη ο αιτών σε φυλάκιση 15 μηνών και χρηματική ποινή 1000 ευρώ που μετετράπη προς 4,40 ευρώ ημερησίως και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Κατά την διάταξη του άρθρου 525 § 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που επερατώθη με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις που αριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό και όταν μετά την οριστική καταδίκη του απεκαλύφθησαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον κατεδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή κατεδικάσθη για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εδίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές. Την κρίση αυτή σχηματίζει το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπ'όψιν του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που κατεδίκασε, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή κατεδικάσθη άδικα για βαρύτερο έγκλημα. Νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα επίσης κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μπορεί να είναι, μεταξύ άλλων και αθωωτικές αποφάσεις ή αθωωτικά βουλεύματα, για τα οποία δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 525 § 1 περ. 4 Κ.Π.Δ. Βαρύτερο δε είναι το έγκλημα όταν μεταβάλλεται το είδος της πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχείρισης του υπαιτίου της ιδίας πράξεως λόγω περιστάσεων ή άλλου λόγου μειώσεως της ποινής (Α.Π. 782/2002 Ποιν. Χρ. ΝΓ' σελ. 230). Είναι δε αυτονόητο ότι δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωώτητα ενός καταδικασθέντος νέες αποδείξεις που στηρίζονται σε μαρτυρίες προφανώς αναξιόπιστες. Επίσης δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστάς που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ'αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν απ'αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως από ουσιαστικής και νομικής πλευράς με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ'όψιν τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτησις επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατ'αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία. Επίσης, εκτός του περιγραφομένου ως άνω λόγου, περίπτωση επανάληψης της διαδικασίας, κατ'άρθρ. 525 περ. 4 Κ.Π.Δ. αποτελεί και εκείνη κατά την οποία μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδεικνύεται ότι ο καταδικασμένος ηθωώθη με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα. Στην περίπτωση αυτή χωρεί επανάληψη της διαδικασίας, εφόσον το αθωωτικό δεδικασμένο ήταν άγνωστο στο δικαστήριο, που εδίκασε, είναι δε αδιάφορο εάν η αθωωτική απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη, πριν ή μετά την αμετάκλητη καταδίκη, αρκεί, ότι αυτή ήταν άγνωστη στο δικάσαν δικαστήριο, γιατί δεν είχε υποβληθεί, για οποιονδήποτε λόγο, στην κρίση του, όταν δε υπάρχουν δύο αμετάκλητες αντιφατικές αποφάσεις για την ίδια κατηγορία και για το ίδιο έγκλημα του ίδιου δράστη, προς άρση της υπάρχουσας αβεβαιότητος, ως προς την ορθότητα της καταδίκης πρέπει να ακυρωθούν οι αποφάσεις αυτές και να διαταχθεί, εφόσον συντρέχει περίπτωση παραπομπής, η επανάληψη της διαδικασίας (Α.Π. 1906/2003 Ποιν. Χρ. ΝΔ σελ. 725, ΑΠ 1751/2003 Ποιν. Χρ. ΝΔ σελ. 634, ΑΠ. 284/2002 Ποιν. Χρ. ΝΓ' σελ. 340, Α.Π. 1819/2002 Ποιν. Χρ. ΝΓ'σελ. 705). Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών, με την από 15-11-2007 αίτησή του, εκθέτει ότι με την υπ'αριθ. 200/23-1-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), κατεδικάσθη σε φυλάκιση 15 μηνών, που μετετράπη προς 4,40 ευρώ και χρηματική ποινή 1000 ευρώ για την πράξιν της παρανόμου οπλοφορίας ενώ εκηρύχθη αθώος της πράξεως της οπλοχρησίας. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη (ίδετ. το με αριθ. πρωτ. ...... πιστοποιητικό του Αρείου Πάγου). Περαιτέρω με την υπ'αριθ. 1724/2007 απόφασιν του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, η οποία επίσης έχει καταστεί αμετάκλητη, εκηρύχθη αθώος για την πράξιν της ληστείας, που φέρεται ότι διεπράχθη υπ'αυτού την 13-12-
- Ειδικώτερον από το διατακτικό των παραπάνω αποφάσεων προκύπτει ότι ο αιτών, κατά τον προαναφερθέντα χρόνον, καθώς και ο συγκατηγορούμενός του Χ2, έφερε μεθ'εαυτού όπλο, αγνώστου ταυτότητος, και δι'αυτού ηπείλησεν τους παθόντας, με αποτέλεσμα, να εξαναγκασθούν οι τελευταίοι και να τους παραδώσουν τα αναφερόμενα εις το διατακτικό των παραπάνω αποφάσεων κινητά πράγματα. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι τόσον ο αιτών όσον και ο συγκατηγορούμενός του εκηρύχθησαν αθώοι της ως άνω πράξεως της ληστείας και μάλιστα ο τελευταίος επί πλέον της πράξεως της παρανόμου οπλοφορίας, αφού δεν προέκυψε ιδίως εκ της καταθέσεως του παθόντος, ότι οι κατηγορούμενοι ήτο οι δράστες της προδιαληφθείσης πράξεως. Παρά ταύτα όμως ο αιτών με την προαναφερόμενη υπ'αριθμ. 200/2006 απόφασιν εκηρύχθη ένοχος ότι, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο έφερε μεθ'εαυτού όπλον (πιστόλι) ".....με την απειλή του οποίου διέπραξε την ληστεία, χωρίς να πυροβολήσει....", πράξιν για την οποία ως ανωτέρω ελέχθη, εκηρύχθη αθώος. 'Ετσι, εν όψει των εκτεθέντων, η επακολουθήσασα δια της υπ'αριθ. 1724/30-4-2007 αποφάσεως του ως άνω Δικαστηρίου αθώωσις του αιτούντος για την πράξιν της ληστείας, δεδομένου ότι δεν συμμετείχε, καθ'οιονδήποτε τρόπον, στην διάπραξιν αυτής, αναιρεί την ενοχήν του για την παράνομη οπλοφορία και συνακόλουθα αποτελεί νέο γεγονός, νέα απόδειξη που καθιστά πρόδηλη την απαλλαγή του αιτούντος. Επομένως πρέπει να γίνει ουσιαστικά δεκτή η υπό κρίσιν αίτησις και να ακυρωθεί η υπ'αριθ. 200/23-1-2006 απόφασις του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων) και να παραπεμφθεί η υπόθεσις προς νέα συζήτηση σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που κατεδίκασε δικαστήριο (άρθρ. 528 § 1 Κ.Π.Δ.) και δη εις το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς (επί κακουργημάτων). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Ι) Να γίνει δεκτή η από 15-11-2007 αίτησις του Χ1 και ήδη κρατουμένου, δι'άλλην αιτίαν στην δικαστική φυλακή Λαρίσης. ΙΙ) Να ακυρωθεί η υπ'αριθ. 200/23-1-2006 απόφασις του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων). ΙΙΙ) Να παραπεμφθεί η υπόθεσις προς νέα συζήτηση εις το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς επί κακουργημάτων. Αθήναι 14 Δεκεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 αριθ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις μπορούν να θεωρηθούν οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως συμπληρωματικές διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις μαρτύρων νέα έγγραφα, διευκρινιστικά αμφίβολων σημείων της υπόθεσης, ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο, και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά, εκτιμώμενα, είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα ήδη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά στοιχεία καθιστούν πρόδηλο (εγγίζουν την βεβαιότητα) και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι διέπραξε. Τη σχετική περί αυτού κρίση του, το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως αρμόδιο δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προκλήθηκε και από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία. Δεν είναι, πάντως άγνωστες οι αποδείξεις που έχουν υποβληθεί αμέσως ή εμμέσως στους δικάσαντες δικαστές και δεν ελήφθησαν υπόψη από αυτούς ή εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν εσφαλμένα, καθώς και εκείνες με τις οποίες επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Στην προκείμενη περίπτωση ο Χ1 με την κρινόμενη από 24-10-2007 (ημερομ. Εγχειρ. 15-11-2007) αίτηση του ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 200/23-1-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη, με την οποία καταδικάστηκε για την πράξη της παράνομης οπλοφορίας σε φυλάκιση 15 μηνών και χρηματικής ποινής 1000 ευρώ, γιατί από τις επικαλούμενες νέες αποδείξεις, άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος της ως άνω πράξεως. Η αίτηση αυτή παραδεκτά εισάγεται σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε Συμβούλιο και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω. ΙΙ. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 200/23-1-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη (βλ. το με αριθ. πρωτ. ...... πιστοποιητικό του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου), ο αιτών Χ1 καταδικάστηκε ερήμην σε φυλάκιση δέκα πέντε
(15)μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ για την αξιόποινη πράξη της παράνομης οπλοφορίας και συγκεκριμένα για το ότι στην Αθήνα την 13-12-2002 έφερε όπλο (πιστόλι) χωρίς να έχει την απαιτούμενη από το νόμο άδεια οπλοφορίας, ενώ κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της οπλοχρησίας, ήτοι για το ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο με τη χρήση πιστολιού, το οποίο χρησιμοποίησε ως μέσο απειλής, ενωμένης με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής διέπραξε με τον συγκατηγορούμενό του (για τον οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω) το κακούργημα της ληστείας. Με την ίδια πιο πάνω απόφαση κηρύχθηκε αθώος ο συγκατηγορούμενος του ήδη αιτούντος Χ2, που ήταν παρών κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, για τις αξιόποινες πράξεις της ληστείας από κοινού, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας. Συγκεκριμένα ο τελευταίος κηρύχθηκε αθώος: 1) για το ότι στην .... την 13-12-2002 από κοινού με τον ήδη αιτούντα, φέροντας όπλο, με σωματική βία που άσκησαν σε βάρος του Γ1 και του Γ2, τους οποίους κτύπησαν αντίστοιχα στο στήθος με γροθιές και στα πρόσωπα με όπλα, και μέσω της πρόταξης των όπλων που έφεραν, με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής των ανωτέρω και του Γ3, αφαίρεσαν από κοινού ένα χρυσό ρολόϊ, μάρκας SEIKO, 520 ευρώ και δύο επιταγές από την κατοχή του Γ1, 250 ευρώ, ένα κινητό μάρκας ΝΟΚΙΑ και την κάρτα παραμονής από την κατοχή του Γ2 και δύο κινητά τηλέφωνα (ένα καινούργιο και ένα παλιό), μάρκας ΝΟΚΙΑ και έναν χρυσό σταυρό από την κατοχή του Γ
- 2) Στην .... την 13-12-2002 με χρήση όπλου διέπραξε το κακούργημα της ληστείας... και 3) έφερε παρανόμως όπλο... Περαιτέρω με την υπ' αριθμ. 1724/30-4-2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη (βλ. υπ' αριθμ. .... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου) ο ήδη αιτών κηρύχθηκε αθώος για την αξιόποινη πράξη της ληστείας από κοινού, που φέρεται ότι τέλεσε μαζί με τον πιο πάνω Χ2 και συνίσταται αυτή κατά τα αντικειμενικά της στοιχεία από τα ίδια πραγματικά περιστατικά που εκτέθηκαν παραπάνω, για το λόγο ότι δεν διέπραξε την εν λόγω πράξη (ληστεία). Ενόψει των όσων εκτέθηκαν ανωτέρω, η επακολουθήσασα δια της υπ' αριθμ. 1724/30-4-2007 αποφάσεως του πιο πάνω Δικαστηρίου αθώωση του αιτούντος για την πράξη της ληστείας, δεδομένου ότι δεν συμμετείχε με οποιονδήποτε τρόπο στη διάπραξη της, αναιρεί την ενοχή του για την παράνομη οπλοφορία και συνακόλουθα αποτελεί νέο γεγονός, νέα απόδειξη που καθιστά πρόδηλη την αθώωση του αιτούντος. Επομένως πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 200/23-1-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αρμοδίου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, γιατί η παραπομπή αυτή σε ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 528 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, προϋποθέτει αρμοδιότητα αυτού, η οποία στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίσταται, δεδομένου ότι η αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, που υπήρχε για την εκδίκαση της πράξεως της παράνομης οπλοφορίας λόγω συναφείας με την εκδίκαση της πράξεως της ληστείας αναφορικά με τον προαναφερθέντα Χ2, εξέλιπε. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 24 Οκτωβρίου 2007 (ημερομ. εγχειρ. 15-11-2007) αίτηση του Χ1 και ήδη κρατούμενου, για άλλη αιτίαση Δικαστική Φυλακή Λάρισας, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 200/23-1-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Ακυρώνει την παραπάνω απόφαση. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου
- Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ