← Ελλάδα

ΑΠ 791/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Οπλοφορία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 791 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Οπλοφορία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη και οπλοφορία. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα εκ του φερόμενου αορίστου προσδιορισμού της ταυτότητος των εγγράφων και της ελλείψεως δημοσιότητας της απαγγελίας της αποφάσεως. Αριθμός 791/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λαζανά, περί αναιρέσεως της 148/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 377/10. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 και 309 του Π.Κ., αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 § 2 του ΠΚ. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος, δηλαδή, γνώση της δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 § 1α του ν. 2168/1993, όπλο είναι κάθε μηχάνημα, το οποίο, με ωστική δύναμη που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτοξεύει βλήμα ή χημικές ουσίες ή ακείνες ή φλόγες ή αέρια και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα ή να προκαλέσει πυρκαγιά και ιδίως κάθε πυροβόλο όπλο, χειροβομβίδα ή νάρκη κάθε τύπου, κατά δε το άρθρο 10 § 3 και 13α του ίδιου νόμου τιμωρείται με την στην άνω διάταξη προβλεπόμενη ποινή, όποιος φέρει όπλο (οπλοφορία) χωρίς την άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 148/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, για επικίνδυνη σωματική βλάβη και παράνομη οπλοφορία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. "Στην ... στις 27-4-2002 η παθούσα Ζ συνοδευόμενη από το φίλο της Κ, μετέβη με το αυτοκίνητό της στην άνω περιοχή, προκειμένου να συναντήσει τον κατηγορούμενο, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί του, για να της δώσει χρήματα. Όταν έφθασε εκεί, στάθμευσε το αυτοκίνητο έξω από μια ταβέρνα και περίμενε εντός αυτού τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος έφθασε μετά από λίγο με το υπ' αριθ. κυκλοφορίας... ΙΧΕ αυτοκίνητο και αφού βγήκε απ' αυτό, πλησίασε την παθούσα, και κρατώντας στο χέρι του όπλο αγνώστων στοιχείων την χτύπησε πολλές φορές με την κάνη με μανία στο κεφάλι, το πρόσωπο και σε διάφορα σημεία του σώματος της προκαλώντας της θλαστικό τραύμα πώγωνα μήκους 1 εκ., θλαστικό τραύμα μετώπου, εκδορές, μώλωπες και οιδήματα στο βλέφαρο του αριστερού οφθαλμού, καθώς και στα άνω άκρα, την κάτω γνάθο και την βρεγματοϊνιακή χώρα. Από τον τρόπο δε που τραυμάτισε την Ζ και κυρίως τη σφοδρότητα των κτυπημάτων και τα ευαίσθητα σημεία που την έπληξε, καθώς και το μέσο που χρησιμοποίησε, υπήρχε κίνδυνος προκλήσεως βαρείας σωματικής κάκωσης. Έφερε δε παράνομα όπλο, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, και δη το ανωτέρω πιστόλι αγνώστων στοιχείων". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή , με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 309 σε συνδυασμό με 308 του ΠΚ και 10 παρ. 3 και 13α του Ν. 2168/1993, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ευθέως η εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρας, έγγραφα που αναγνώσθηκαν) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Επίσης αναφέρεται λεπτομερώς στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως πώς προκλήθηκε η σωματική κάκωση στην παθούσα, το μέσο με το οποίο έγινε αυτή (όπλο) και τα σημεία στα οποία επλήγη αυτή (κεφάλι άνω άκρα), περαιτέρω εκτίθεται ότι από τον τρόπο, με το οποίο τελέσθηκε η πρώτη πράξη του αναιρεσείοντος, κατηγορουμένου και ειδικότερα από το μέσο που χρησιμοποιήθηκε και από τα σημεία του σώματος της παθούσης, τα οποία επλήγησαν και τα οποία κατονομάζει ειδικώς, μπορούσε να προκληθεί σ' αυτήν, βαριά σωματική βλάβη. Σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο της πιο πάνω πράξεως, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών. Τέλος ααιτιολογείται πλήρως η παράνομη οπλοφορία του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος. Επομένως, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ τρίτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, περί ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 § 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία, εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτά και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, αναφέρονται: 1) Υπ' αριθ. 39615/08 απόφαση, πρακτικά Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. 2) Υπ' αρ. ... ιατροδικαστική έκθεση 3) Υπ' αρ. 3847/05 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών 4) 3 αποδείξεις διοδίων 5) 3 εισιτήρια για ... 6) Υπ' αρ. 33195/05 απόφαση πρακτικά Μον/λούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης 7) οι από 28-4-02, 1-5-02 και 7-11-02 ένορκες εξετάσεις Ζ. 8) η από 5-6-03 εξέταση .... Ενόψει των παραπάνω, ο προσδιορισμός αυτός των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους. Επομένως, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με την ειδικότερη αιτίαση ότι είναι αόριστη η περιγραφή των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 329 παρ. 1 ΚΠΔ, η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της απόφασης, γίνονται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, η παράβαση των διατάξεων για την δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αποτελεί λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως. Η έλλειψη δημοσιότητας της συνεδριάσεως, ενόψει και του άρθρου 331 του ΚΠΔ, αποδεικνύεται μόνον από τα σχετικά πρακτικά της συγκεκριμένης δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, "η συνεδρίαση έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου" (σελ 1) και "το Δικαστήριο, αφού συσκέφθηκε μυστικά στην έδρα του με παρόντα τον Γραμματέα, κατήρτισε και ο Πρόεδρος δημοσίευσε αμέσως την απόφαση του Δικαστηρίου" (σελ 8). Επομένως, ο πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απαγγελία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν έγινε δημόσια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4 Μαρτίου 2010 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 148/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελεημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.