← Ελλάδα

ΑΠ 796/2010 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 796 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Απόρριψη εφέσεως ως απαράδεκτης (εκπρόθεσμης) κατά πρωτοβάθμιας καταδικαστικής αποφάσεως. Άσκηση αίτησης (δήλωσης) αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής όχι με κοινοποίηση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 § 2 ΚΠΔ) ως μη καταδικαστικής. Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης αυτής ως απαράδεκτης. ΑΡΙΘΜΟΣ 796/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1687/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1093/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 13/14-1-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 30.06.2009 αίτηση (δήλωση) του Χ1, για αναίρεση της 1687/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 465 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96, το δε πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση, ενώ κατά το άρθρο 509 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως δικαστηρίου εφαρμόζονται τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 του ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 473 παρ. 2 του ΚΠΔ, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, που αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο
  2. Κατά δε το επόμενο άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της Προξενικής Αρχής κλπ. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι το ένδικο μέσο γενικά, επομένως και η αναίρεση κατά αποφάσεως, ασκείται με δήλωση του δικαιούμενου διαδίκου ενώπιον των οριζόμενων από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του ΚΠΔ προσώπων, στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η κατ' εξαίρεση άσκηση της αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μπορεί να γίνει μόνο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως με την οποία κηρύσσεται ένοχος ο κατηγορούμενος και επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική (Ολ.ΑΠ 5/2000). Τέτοια απόφαση δεν είναι εκείνη που απορρίπτει την έφεση κατά πρωτοβάθμιας καταδικαστικής αποφάσεως ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως (ΑΠ 699/2009, ΑΠ 626/2009, ΑΠ 994/2008). Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που το άσκησε. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 1687/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, την 2102/2008 έφεση του κατηγορουμένου, και ήδη αναιρεσείοντος, Χ1 κατά της 23300/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε

(15)μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως. Η αναίρεση αυτή ασκήθηκε κατά το άρθρο 473 παρ. 2 του ΚΠΔ, δηλαδή με δήλωση του έχοντος εντολή και πληρεξουσιότητα, κατά τους όρους του άρθρου 96 του ίδιου Κώδικα, αντιπροσώπου του κατηγορουμένου Κων/νου Γκέκοβιτς, δικηγόρου Αθηνών, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα όμως με τα προαναφερόμενα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτής ανεπίτρεπτα ασκήθηκε με τον προαναφερθέντα και όχι κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ τρόπο κι επομένως είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες για την άσκησή της διατυπώσεις. Κατ' ακολουθία, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 30.06.2009 αίτηση (δήλωση) του Χ1, για αναίρεση της 1687/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Αθήνα, 4 Ιανουαρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 465 παρ. 1 του ΚΠΔ ορίζεται ότι ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που είχε έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο που προσάπτεται στην σχετική έκθεση. Κατά την παραγ. 2 του ίδιου άρθρου το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης που παρέχεται σ' εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί κατά τη συζήτηση. Από την τελευταία αυτή διάτ6αξη προκύπτει ότι η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης για λογαριασμό του καταδικασθέντος από τον παραστάντα στη συζήτηση συνήγορο παρέχεται μόνο σε καταδικαστική απόφαση, ως τέτοια δε θεωρείται εκείνη που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τέλεσης κάποιας αξιόποινης πράξης και επιβάλει σ' αυτόν ποινή στεριτική της ελευθερίας ή χρηματική. Επομένως η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική, αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, η αναίρεση αυτή της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών που αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Κατά δε το επόμενο άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 473 το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου κλπ. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠΔ που επιτρέπει την άσκηση αναίρεσης με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι εξαιρετική και αφορούν μόνο την αναίρεση που ασκήθηκε από τον καταδικασθέντα κατά απόφασης καταδικαστικής. Τέτοια απόφαση, όπως προαναφέρθηκε δεν είναι εκείνη που απορρίπτει ως απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη, είναι έφεση του αναιρεσείοντος κατά πρωτοβάθμιας καταδικαστικής απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθ. 1687/2009 απόφασης του Τριμελούς εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκηση την υπ' αριθ. 2102/2008 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Χ1 κατά της υπ' αριθ. 23300/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο ανωτέρω για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε φυλάκιση δεκαπέντε
(15)μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματικό προς 5 ευρώ ημερησίως. Η αναίρεση αυτή ασκήθηκε κατά το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, δηλαδή με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από τον αντιπρόσωπο του κατηγορουμένου δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Γκέροβιτς, έχοντος εντολή και πληρεξουσιότητα του αναιρεσείοντος κατά τους όρους του άρθρου 96 του ίδιου Κώδικα. Κατ' ακολουθίαν τούτων εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, ανεπίτρεπτα ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, γι' αυτό πρέπει μετά τη γενόμενη ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος στην επί του φακέλου επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα, αν απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Ιουνίου 2009 αίτηση (δήλωση) του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 1687/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2010.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.