Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 801 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Προαγωγή υπαλλήλου. Περίληψη: Παράλειψη προαγωγής, ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Με ορθή ερμηνεία του Οργανισμού Προσωπικού και πλήρη αιτιολογία δεν διαπιστώνεται καταφανής υπεροχή της αναιρεσείουσας έναντι των «κατ' εξαίρεση» προαχθέντων συναδέλφων της. Αβάσιμοι οι αναιρετικοί λόγοι 559 αρ.1, 8, 11 και 19 ΚΠολΔ. Απορρίπτει την αίτηση. Αριθμός 801/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεωργίου Γιαννούλη), Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Τ. Σ., το γένος Β. Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Σάλιαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Μακρυνιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2004 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1703/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2272/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-12-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 11-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
- Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του όρου 6 της από 12-1-1981 ειδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (ΕΣΣΕ) "περί των όρων εργασίας και αμοιβής του προσωπικού εν γένει Τραπεζών", που καταρτίσθηκε μεταξύ αφ' ενός της "Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας της Ελλάδος" και άλλων Τραπεζών και αφ' ετέρου της "Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος" και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15868/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 446/1981), "οι υπάλληλοι εξελίσσονται υπηρεσιακώς κατ' ίσο τρόπο ανεξαρτήτως φύλου, εφ' όσον έχουν τα αυτά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, σύμφωνα και προς τας διατάξεις του Οργανισμού ή Κανονισμού εκάστης Τράπεζας". Εξ άλλου, το υπηρεσιακό καθεστώς των υπαλλήλων της ως άνω Τράπεζας διέπεται από τον ισχύοντα Οργανισμό Προσωπικού, που έχει καταρτισθεί με την από 1-12-1977 ΕΣΣΕ, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 1315/1977) με την 49468/10730/1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15868/1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 446/1981) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, γιατί εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 2 παρ.1 και 7 παρ.1 και 5 του ν. 3239/
- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 4 παρ.1, 9 και 10 παρ. 1, 2, 4, 6, 8, 9, 13, 15 και 16 του εν λόγω Οργανισμού συνάγεται ότι οι προαγωγές των υπαλλήλων της Τράπεζας στους βαθμούς του υποδιευθυντή β' και άνω γίνονται κατ' εκλογή από το διοικητικό συμβούλιο αυτής, μετά από εισήγηση της γενικής διευθύνσεως και κατόπιν προτάσεως του συμβουλίου υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Δικαίωμα προαγωγής έχουν οι υπάλληλοι που συμπλήρωσαν στον κατεχόμενο βαθμό ευδόκιμη υπηρεσία τριών ετών. Το διοικητικό συμβούλιο της Τράπεζας, για να στηρίξει την περί της προαγωγής κρίση του, λαμβάνει υπ' όψη τα μνημονευόμενα στοιχεία του ατομικού φακέλου του κρινόμενου, που περιλαμβάνει τα κατ' έτος συντασσόμενα δελτία αξιολογήσεως για τις γνώσεις του υπαλλήλου, την ειδικότητα, την επιμέλεια, την ευσυνειδησία και την επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος και τη συμπεριφορά του, γενικώς, προς το προσωπικό και την πελατεία. Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, με την οποία παραλείφθηκε μισθωτός κατά τις προαγωγές στον ανώτερο βαθμό, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο μόνο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ. Η παράλειψη προαγωγής του μισθωτού στον ανώτερο βαθμό είναι καταχρηστική όταν αυτός υπερτερεί καταφανώς του αντ' αυτού προαχθέντος συναδέλφου του και εντεύθεν η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου είναι κατάφωρα άδικη (ΑΠ 841/2003, 1384/2001).
- Επειδή, ειδικότερα και κατ' εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.15 του Οργανισμού Προσωπικού της ίδιας Τράπεζας, η Γενική Διεύθυνση δύναται να προαγάγει εφ' άπαξ στον επόμενο βαθμό και χωρίς πρόταση του συμβουλίου υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, όπου απαιτείται τέτοια πρόταση κατά την παρ.1 του ίδιου άρθρου, οιονδήποτε υπάλληλο διακρίθηκε κατά την κρίση της για "εξαιρετική επίδοση, εργατικότητα και απόδοση", ανεξάρτητα από το χρόνο ένταξής του και το χρόνο παραμονής του στο βαθμό από τον οποίο προάγεται. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις προηγούμενες καθώς και εκείνη του άρθρου 281 ΑΚ, συνάγεται ότι η ανωτέρω εξουσία της Γενικής Διεύθυνσης της Τράπεζας για κατ' εξαίρεση προαγωγή υπαλλήλου δεν αποτελεί άσκηση φυσικής ευχέρειας που πηγάζει από τη γενική ελευθερία της προσωπικότητας του ατόμου και είναι από τη φύση της ανέλεγκτη, αλλά αποτελεί και αυτή (όπως και η κατ' εκλογή προαγωγή) άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, δηλαδή άσκηση, στο πλαίσιο της συμβάσεως εργασίας, της αναγκαίας εξουσίας για την οργάνωση, τη διαμόρφωση και τη λειτουργία της επιχείρησης σύμφωνα με το είδος και το σκοπό της. Η άσκηση της εξουσίας αυτής, εφ' όσον συναρτάται προς τη συνδρομή αντικειμενικών αξιοκρατικών κριτηρίων, όπως είναι η σε εξαιρετικό βαθμό επίδοση, εργατικότητα και απόδοση του υπαλλήλου, ελέγχεται δικαστικώς ως προς το ενδεχόμενο κατάχρησης του διευθυντικού δικαιώματος. Ο έλεγχος επιβάλλεται εν όψει του αυξημένου κινδύνου αυθαιρεσίας του αρμοδίου οργάνου και προς διασφάλιση του δικαιώματος επαγγελματικής εξέλιξης και προόδου των ικανών υπαλλήλων, καθώς και του συμφέροντος της ίδιας της Τράπεζας να στελεχώνεται με ικανούς υπαλλήλους. Έτσι, αν κατά παράλειψη υπαλλήλου, που διακρίνεται, πράγματι, για την εξαιρετική του επίδοση, εργατικότητα και απόδοση, προήχθη υπάλληλος που δεν έχει τέτοια προσόντα ή που τα επιδεικνυόμενα υπολείπονται καταφανώς εκείνων του υπαλλήλου που παραλείφθηκε, τότε ο τελευταίος μπορεί να θεμελιώσει αξίωση προαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.15 του Οργανισμού Προσωπικού (πρβλ. ΟλΑΠ 22/1999 για την Εμπορική Τράπεζα, επί διατάξεως Οργανισμού με το ίδιο περιεχόμενο). Παράλληλα, μπορεί να επιδιώξει την αποκατάσταση της ζημίας ή της ηθικής βλάβης που προκάλεσε σ' αυτόν η παράλειψη, επικαλούμενος αντιστοίχως τις λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 297, 298, 299, 914, 919 και 932 ΑΚ. Οι προαναφερθείσες διατάξεις του Οργανισμού Προσωπικού εφαρμόζονται ήδη και στο προσωπικό που υπήχθη στην τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ Τράπεζα ΑΕ", ως καθολική διάδοχο, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, της "Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ" (βλ την εγκριτική Κ2-5127/25-4-2000 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, ΦΕΚ ΑΕ & ΕΠΕ 2590/2000).
- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η εκκαλούσα (ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα) έχει δύο πανεπιστημιακούς τίτλους σπουδών, ήτοι αφ' ενός του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και αφ' ετέρου του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του "Παντείου" Πανεπιστημίου. Ότι γνωρίζει δύο ξένες γλώσσες, ήτοι την αγγλική και γαλλική, αμφότερες σε βαθμό επίδοσης α'. Ότι προσλήφθηκε στην υπηρεσία της "Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", που ήδη απορροφήθηκε από την εφεσίβλητη Τράπεζα (εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη) την 5-2-1979, με "valeur" πολυετίας 10-5-1975, ενταχθείσα ως πτυχιούχος στο βαθμό του βοηθού (αντί του δοκίμου) λογιστή και αποχώρησε από αυτήν την 30-4-
- Ότι, κατά τη διάρκεια της καριέρας της, παρακολούθησε έξι
(6)σεμινάρια επιμόρφωσης και διετέλεσε η ίδια εισηγητής σε τέσσερα
(4)σεμινάρια επιμόρφωσης του προσωπικού της Τράπεζας. Ότι έλαβε δικαίωμα δεύτερης υπογραφής προσωρινά από 1-3-1985 και κανονικά από 1-8-1985 και πρώτης υπογραφής προσωρινά από 23-9-1987 και κανονικά από 4-1-
- Ότι από το έτος 1985 και μετέπειτα άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα και, ειδικότερα, από 1-8-1985 ως προϊσταμένη τμήματος του Κεντρικού Καταστήματος, από 9-9-1991 ως προϊσταμένη τμήματος στη Διεύθυνση Πιστωτικής Πολιτικής, από 1-1-1993 ως τομεάρχης στην ίδια Διεύθυνση, από 4-4-1994 ως τομεάρχης στη Διεύθυνση Μεγάλων Επιχειρήσεων και από 21-6-1994 ως τομεάρχης, και πάλι, στη Διεύθυνση Πιστωτικής Πολιτικής. Ότι στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής της χαρακτηρίζεται πάντοτε ως "εξαίρετη" υπάλληλος, με το σχόλιο ότι είναι "εξαιρετικά εργατική και μεθοδική, με πολύ καλή γνώση του αντικειμένου της εργασίας της και υψηλό αίσθημα ευθύνης". Ότι οι προαγωγές της μέχρι το βαθμό του τμηματάρχη β' είχαν γίνει κατ' εκλογή, αλλά στους επόμενους βαθμούς, του τμηματάρχη α' και του υποδιευθυντή β', είχε προαχθεί κατόπιν δικαστικής αποφάσεως. Ότι την 2-11-1999 ανακοινώθηκε από την Τράπεζα ότι είχαν προαχθεί κατ' εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.15 του Οργανισμού Προσωπικού, στο βαθμό του υποδιευθυντή α', οι υπάλληλοι α) Β. Α., ) Μ. Κ., ) Ι. Κ. και ) Γ. Κ., ενώ είχε παραλειφθεί, αντιστοίχως, η εκκαλούσα. Ότι εξ αυτών, ο πρώτος, Β. Α., είναι απόφοιτος εξαταξίου γυμνασίου και γνωρίζει μόνο αγγλικά, σε βαθμό επίδοσης β'. Ότι προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Τράπεζας την 11-1-1969, με "valeur" πολυετίας 12-8-
- Ότι, κατά τη διάρκεια της καριέρας του, παρακολούθησε έξι
(6)σεμινάρια επιμόρφωσης. Ότι έλαβε δικαίωμα δεύτερης υπογραφής κανονικά από 8-9-1978 και πρώτης υπογραφής προσωρινά από 1-7-1986 και κανονικά από 15-7-
- Ότι από το έτος 1978 και μετέπειτα άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα και, ειδικότερα, από 8-9-1978 ως προϊστάμενος τμήματος στη Διεύθυνση Διαθεσίμων, από 11-4-1983 ως προϊστάμενος τμήματος στο Κατάστημα της πλατείας Βάθης, από 30-7-1990 ως διευθυντής στο Κατάστημα Ωρωπού, από 1-2-1991 ως διευθυντής στο Κατάστημα Πετραλώνων, από 2-3-1993 ως υποδιευθυντής στη Διεύθυνση Διοικητικού, από 10-11-1995 ως υποδιευθυντής στη Διεύθυνση Εργασιών και Καταστημάτων και από 27-7-1998 ως υποδιευθυντής, και πάλι, στη Διεύθυνση Διοικητικού. Ότι στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής του από 1984 έως 1998 χαρακτηρίζεται ως "εξαίρετος" υπάλληλος, πλην των ετών 1984 και 1985 που έχει τη βαθμολογία "πολύ καλός". Ότι είχε προαχθεί στον προηγούμενο βαθμό του υποδιευθυντή β' από 1-7-
- Ότι εξ αυτών, ο δεύτερος, Μ. Κ., είναι απόφοιτος αφ' ενός εξαταξίου γυμνασίου και αφ' ετέρου του Ινστιτούτου Τραπεζικών Σπουδών. Ότι γνωρίζει ιταλικά, σε βαθμό επίδοσης β' και γαλλικά, σε βαθμό επίδοσης γ'. Ότι προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Τράπεζας την 3-6-
- Ότι, κατά τη διάρκεια της καριέρας του, παρακολούθησε δεκατέσσερα
(14)σεμινάρια επιμόρφωσης. Ότι έλαβε δικαίωμα δεύτερης υπογραφής προσωρινά από 20-4-1975 και κανονικά από 1-10-1975 και πρώτης υπογραφής προσωρινά από 2-4-1979 και κανονικά από 27-8-
- Ότι από το έτος 1979 και μετέπειτα άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα και, ειδικότερα, από 20-8-1979 ως διευθυντής στο Κατάστημα Σπετσών, από 10-12-1982 στη Διεύθυνση Γενικής Επιθεωρήσεως, από 18-2-1985 στη Διεύθυνση Μεγάλων Επιχειρήσεων, από 1-3-1994 ως τομεάρχης στη Διεύθυνση Γενικής Επιθεωρήσεως και από 18-2-1998 ως υποδιευθυντής στην ίδια Διεύθυνση. Ότι στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής του από 1984 έως 1998 χαρακτηρίζεται ως "εξαίρετος" υπάλληλος, πλην των ετών 1984, 1985 και 1987 που έχει τη βαθμολογία "πολύ καλός". Ότι είχε προαχθεί στον προηγούμενο βαθμό του υποδιευθυντή β' από 1-1-
- Ότι εξ αυτών, ο τρίτος, Ι. Κ., είναι απόφοιτος εξαταξίου γυμνασίου και γνωρίζει μόνο αγγλικά, σε βαθμό επίδοσης γ'. Ότι προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Τράπεζας την 27-4-
- Ότι, κατά τη διάρκεια της καριέρας του, παρακολούθησε δέκα επτά
(17)σεμινάρια επιμόρφωσης. Ότι έλαβε δικαίωμα πρώτης υπογραφής προσωρινά από 16-3-1992 και κανονικά από 24-11-
- Ότι από το έτος 1982 και μετέπειτα άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα και, ειδικότερα, από 5-3-1982 ως προϊστάμενος τμήματος στο Κατάστημα Αγγελοπούλου, από 16-3-1992 ως προσωρινός διευθυντής στο Κατάστημα Αμαρουσίου, από 22-6-1998 ως προσωρινός διευθυντής στο Κατάστημα Νέας Ερυθραίας και από 16-12-1998 ως υποδιευθυντής στη Διεύθυνση Γενικής Επιθεωρήσεως. Ότι στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής του από 1984 έως 1998 χαρακτηρίζεται ως "εξαίρετος" υπάλληλος, πλην του έτους 1985 που έχει τη βαθμολογία "πολύ καλός". Ότι είχε προαχθεί στον προηγούμενο βαθμό του υποδιευθυντή β' από 1-7-
- Ότι εξ αυτών, ο τέταρτος, Γ. Κ., είναι πτυχιούχος της Ανώτατης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς και γνωρίζει μόνο αγγλικά, σε βαθμό επίδοσης β'. Ότι προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Τράπεζας την 9-8-
- Ότι, κατά τη διάρκεια της καριέρας της, παρακολούθησε εννέα
(9)σεμινάρια επιμόρφωσης και διετέλεσε ο ίδιος εισηγητής σε είκοσι έξι
(26)σεμινάρια επιμόρφωσης του προσωπικού της Τράπεζας. Ότι έλαβε δικαίωμα πρώτης υπογραφής κανονικά από 13-12-
- Ότι από το έτος 1994 και μετέπειτα άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα και, ειδικότερα, από 18-3-1994 ως υποδιευθυντής στη Διεύθυνση Διοικητικού, από 1-5-1996 ως υποδιευθυντής στη Διεύθυνση Προϊόντων και Marketing και από 27-7-1998 ως υποδιευθυντής, και πάλι, στη Διεύθυνση Διοικητικού. Ότι στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής του από 1984 έως 1998 χαρακτηρίζεται ως "εξαίρετος" υπάλληλος, πλην του έτους 1987 που έχει τη βαθμολογία "πολύ καλός". Ότι είχε προαχθεί στον προηγούμενο βαθμό του υποδιευθυντή β' από 1-1-
- Ότι από τη σύγκριση των προσόντων της εκκαλούσας με τα προσόντα των ως άνω συναδέλφων της προκύπτει ότι αυτή μεν υπερέχει έναντι πάντων ως προς τους τίτλους σπουδών και τη γλωσσομάθεια, ενώ οι συνάδελφοί της υπερέχουν έναντι αυτής ως προς τη γενική αρχαιότητα και οι εξ αυτών τρεις πρώτοι υπερέχουν και ως προς την ειδική, ήτοι το χρόνο προαγωγής στο βαθμό του υποδιευθυντή β'. Ότι η εκκαλούσα δεν έχει ουδεμία υπεροχή ως προς τα σεμινάρια επιμόρφωσης που η ίδια παρακολούθησε (αντιθέτως, οι Κ., Κ. και Κ. έχουν παρακολουθήσει πολύ περισσότερα από αυτήν), υπερέχει, όμως, έναντι των Α., Κ. και Κ. ως προς το ότι υπήρξε η ίδια εισηγητής σε σεμινάρια επιμόρφωσης, πλην, βεβαίως, του Κ., ο οποίος υπήρξε εισηγητής σε πολύ περισσότερα σεμινάρια από όσα η εκκαλούσα. Ότι η εκκαλούσα υπερέχει ως προς το χρόνο απόκτησης δικαιώματος υπογραφής έναντι των Κ. και Κ., υστερεί, όμως, αντιστοίχως, έναντι των Κ. και Α.. Ότι η εκκαλούσα υπερέχει μεν έναντι πάντων στα φύλλα ποιότητας, υπό την έννοια όχι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα των ετών 1984 έως 1998 λάμβανε πάντοτε το βαθμό "εξαίρετη", ενώ οι συγκρινόμενοι είχαν λάβει, κατά τα πρώτα έτη, αντιστοίχως δύο, τρεις, μία και μία φορές το βαθμό "πολύ καλός". Ότι η εν λόγω, μικρή υπεροχή στη βαθμολογία δεν μπορεί να αξιολογηθεί δικαστικώς ως ιδιαιτέρως βαρύνουσα, διότι απηχεί την υποκειμενική εκτίμηση του εκάστοτε επιθεωρητή και ανάγεται σε παρωχημένο χρόνο. Ότι, αντιθέτως, περισσότερο σημαντική για το δικαστήριο είναι η εκ μέρους της Τράπεζας ανάθεση στους συγκρινόμενους, σε χρόνο μεταγενέστερο της μη "εξαίρετης" βαθμολογίας και επί σειρά αρκετών ετών, της άσκησης καθηκόντων ευθύνης, η οποία υποδηλώνει την εμπιστοσύνη αυτής, ως εργοδότη, προς τα προσόντα και τις ικανότητές τους. Ότι, τέλος, το γεγονός ότι η εκκαλούσα ουδέποτε είχε ασκήσει καθήκοντα ευθύνης από θέση ανώτερη εκείνης του τομεάρχη, ενώ οι συγκρινόμενοι συνάδελφοί της είχαν ασκήσει τέτοια καθήκοντα από θέσεις είτε διευθυντή μικρών Καταστημάτων είτε υποδιευθυντή Διευθύνσεων της κεντρικής υπηρεσίας, οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι δεν διαπιστώνεται καταφανής υπεροχή αυτής έναντι των κατ' εξαίρεση προαχθέντων και, μάλιστα, τέτοιας σπουδαιότητας που να στοιχειοθετεί την "εξαιρετική επίδοση, εργατικότητα και απόδοση" που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 10 παρ.15 του Οργανισμού Προσωπικού της Τράπεζας. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι εν προκειμένω η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης δεν υπήρξε κατάφωρα άδικη και καταχρηστική.
- Επειδή, με την κρίση αυτή το Εφετείο ερμήνευσε σωστά τις διατάξεις του Οργανισμού Προσωπικού της Τράπεζας σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 281 ΑΚ και υπήγαγε προσηκόντως σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, ανελέγκτως, δέχθηκε ως αληθινά και χωρίς ελλείψεις ή αντιφάσεις παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του. Ειδικότερα, από το σύνολο των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει, χωρίς ενδοιασμό, ότι τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της αναιρεσείουσας, ακόμη και στα σημεία που ήσαν, κατά περίπτωση, υπέρτερα κάποιων από τα προσόντα των αντ' αυτής προαχθέντων συναδέλφων της, δεν αρκούσαν για τη διάγνωση καταφανούς υπεροχής στο εν προκειμένω ουσιώδες ζήτημα της "εξαιρετικής επίδοσης, εργατικότητας και απόδοσης", που αποτελεί προϋπόθεση της κατ' εξαίρεση προαγωγής. Διότι η προηγούμενη αξιολόγηση της αναιρεσείουσας με το βαθμό "εξαίρετη" αναφερόταν στα καθήκοντα που είχε ασκήσει σε θέσεις ευθύνης μέχρι αυτήν του τομεάρχη και όχι σε καθήκοντα μείζονος ευθύνης, κατά την άσκηση των οποίων είχαν διακριθεί οι προαχθέντες συνάδελφοί της. Και, βέβαια, ένας "εξαίρετος" τομεάρχης της κεντρικής υπηρεσίας δεν είναι αυτονόητο ότι διαθέτει άνευ ετέρου και το προσόν της "εξαιρετικής επίδοσης, εργατικότητας και απόδοσης", που διασφαλίζει την ευδόκιμη προσφορά υπηρεσιών σε ανώτερες διευθυντικές θέσεις, για τις οποίες η αναιρεσείουσα ουδέποτε θεωρήθηκε κατάλληλη από τα προϊστάμενα κλιμάκια της Τράπεζας. Η συλλογιστική αυτή αναδύεται σαφώς από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται σ' αυτήν οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.15 του Οργανισμού Προσωπικού της Τράπεζας (βλ. παραπάνω, αρ.1 και 2), ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ως ενάγουσας, ότι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας της στην Τράπεζα είχε επιδείξει "εξαιρετική επίδοση, εργατικότητα και απόδοση" ήταν ουσιώδης, διότι συνιστούσε την προϋπόθεση τής, κατ' εξαίρεση, εφ' άπαξ προαγωγής της στον επόμενο βαθμό. Εν τούτοις, από τα όσα αναφέρθηκαν ήδη (βλ. παραπάνω αρ.3), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό αυτό κατά τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της αναιρεσείουσας με εκείνα των προαχθέντων συναδέλφων της και τον έκρινε κατ' ουσίαν αβάσιμο, υπό την έννοια ότι δεν διέγνωσε καταφανή υπεροχή της αναιρεσείουσας ως προς τη συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής. Επομένως, ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο "δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν, νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να αγνοηθεί. Εν όψει, όμως, του ότι μόνο ένα ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης, η παράβαση της ως άνω υποχρεώσεως ιδρύει τον εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ως προκύπτον από το αποδεικτικό μέσο που κατά την άποψή του δεν αξιολογήθηκε, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002). Με τον τέταρτο από τους λόγους της αιτήσεως προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τις 17935/2005 και 5231/2006 ένορκες βεβαιώσεις προσώπων που εξετάσθηκαν με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, από τις οποίες αποδεικνύεται ο ουσιώδης ισχυρισμός αυτής περί "εξαιρετικής επίδοσης, εργατικότητας και απόδοσης", ως προϋπόθεσης της κατ' εξαίρεση εφ' άπαξ προαγωγής της στον επόμενο βαθμό. Εν τούτοις, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τα όσα αναφέρθηκαν ήδη (βλ. παραπάνω αρ.3), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες ρητώς μνημονεύει στην αρχή της σκέψεως όπου παρατίθεται το αποδεικτικό του πόρισμα. Και περαιτέρω, εμμέσως πλην σαφώς, προκύπτει ότι από την αξιολόγηση του περιεχομένου των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία (χωρίς, βέβαια, πρόσθετη ειδική αναφορά, η οποία δεν ήταν απαραίτητη) κατέληξε στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση ότι δεν διαπιστώνεται καταφανής υπεροχή της αναιρεσείουσας έναντι των προαχθέντων συναδέλφων της. Επομένως, και ο τέταρτος (και τελευταίος) από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
- Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-12-2012 αίτηση περί αναιρέσεως της 2272/ 2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Απριλίου
- -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Απριλίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ