Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 805 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Αναίρεση κατά βουλεύματος που απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη και απαράδεκτη, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αριθμός 805/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 837/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1.Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1424/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, με αριθμό 493/12-12-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 485 παρ. 1 και 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την έκθεση αναιρέσεως του X1 και ήδη προσωρινώς κρατουμένου, που ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως ενώπιον του Διευθυντού των Φυλακών Τριπόλεως, όπου κρατείται, κατά του υπ'αριθ. 837/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, δια του οποίου απερρίφθη ως απαράδεκτη η με αριθ. 45/8-6-2007 έκθεση εφέσεως κατά του υπ'αριθ. 287/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Κατά την διάταξη του άρθρ. 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση του βουλεύματος, ενώ σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 161 παρ. 1 Κ.Π.Δ., ο επιδίδων οφείλει να συντάξει αποδεικτικό επί τόπου, στο οποίο με ποινή ακυρότητος, σημειώνει με ακρίβεια, εκτός από τα άλλα στοιχεία και το όνομα και επώνυμο του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο. Η μη τήρηση της διάταξης αυτής συνεπάγεται την ακυρότητα της επιδόσεως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 154 παρ. 2 Κ.Π.Δ. Δεν είναι δε αναγκαίο για το κύρος της επιδόσεως, σύμφωνα με το άρθρ. 161 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να συγκεντρώνονται στο αποδεικτικό και τα στοιχεία εκείνου που έδωσε την εντολή για την επίδοση. Περαιτέρω σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 156 Κ.Π.Δ., αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει επίδοση απουσιάζει από την κατοικία του και η διαμονή του είναι άγνωστη, η επίδοση του εγγράφου γίνεται στα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη συγγενικά πρόσωπα αυτού, αν δε, δεν βρεθούν και τα πρόσωπα αυτά στον τόπο της κατοικίας του αποδέκτη της επίδοσης, αυτή γίνεται προς τον δήμαρχο κ.λ.π. της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του αποδέκτη και ακολουθεί η προβλεπόμενη στην ίδια διάταξη τοιχοκόλληση του εγγράφου που επεδόθη και η αποστολή σχετικής βεβαίωσις στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Ως αγνώστου διαμονής πρόσωπο, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται αυτό που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε μέρος άγνωστο για την αρχή που παράγγειλε την επίδοση ή αυτή που εξέδωσε το επιδοτέο έγγραφο, είναι δε αδιάφορο αν ο τόπος αυτός είναι γνωστός σε άλλες αρχές, διότι το όργανο που έλαβε την εντολή να ενεργήσει την επίδοση, δεν έχει την υποχρέωση να προσφύγει σ'αυτές ή σε άλλες τυχόν πηγές πληροφοριών για να ανακαλύψει την διαμονή του αποδέκτου του εγγράφου, αλλά αρκεί, για το έγκυρο της επιδόσεως του εγγράφου στο δήμαρχο, η βεβαίωση του οργάνου στο αποδεικτικό επιδόσεως, ότι ο αποδέκτης ήταν απών από τον τόπο της κατοικίας του και αγνώστου διαμονής, κατά την έρευνα που έκανε αυτός, και ότι κανένας από τους συγγενείς που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρ. αυτού, δεν ανευρέθη στον τόπο της κατοικίας του. Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο και διατάσσεται η εκτέλεση του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, εκτός των άλλων και όταν ησκήθη εκπρόθεσμα, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακουσθούν οι διάδικοι που θα εμφανισθούν. Ο Εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει τον διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του, είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την συζήτηση της υποθέσεως. Κατά της αποφάσεως ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, επιτρέπεται μόνο αναίρεση, ο έλεγχος όμως του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της απορρίψεως της εφέσεως ως απαράδεκτες. Αν υπάρχουν στην αίτηση αναιρέσεως και λόγοι που αναφέρονται σε άλλες πλημμέλειες του πρωτοβαθμίου Συμβουλίου, αυτοί είναι απαράδεκτοι. Από τις παραπάνω διατάξεις, εν συνδυασμώ με εκείνες των άρθρ. 477 και 478 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι προϋπόθεση της απορρίψεως της εφέσεως κατά πρωτοδίκου βουλεύματος, ως εκπροθέσμου, είναι η έγκυρη επίδοση του βουλεύματος αυτού, διότι διαφορετικά, αν η επίδοση είναι άκυρη, δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως. Η προϋπόθεση αυτή, ως διαδικαστική, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, για να κριθεί το εμπρόθεσμο ή μη της εφέσεως. Τέλος, ως λόγος αναίρεσης κατά της αποφάσεως ή του βουλεύματος που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, μπορούν να προβληθούν όλοι οι αναφερόμενοι στο άρθρ. 484 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και συνεπώς και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (παρ. 1 στοιχ. ε'). Αυτή θεωρείται ότι δεν υπάρχει, όταν δεν αναφέρεται στο βούλευμα ο χρόνος της νομίμου επιδόσεως και εκείνος της ασκήσεως της εφέσεως, όπως επίσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση και αν αυτή αφορά πρόσωπο αγνώστου διαμονής, ότι τηρήθηκαν οι διατυπώσεις του άρθρ. 156 Κ.Π.Δ. Σε περίπτωση όμως που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, που συνεπάγεται αδυναμία γνώσης της επιδόσεως, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται αιτιολογία περί αυτού, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον ίδιο λόγο αναιρέσεως. ΙΙ) Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης εκήρυξε απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη, την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά του υπ'αριθ. 287/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Ως αιτιολογία, διαλαμβάνει στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα ακόλουθα, αφού παραπέμπει και στους λόγους που εκθέτει στην πρότασή του ο Εισαγγελέας. Το με αριθ. 287/15-3-2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης επεδόθη στον εξουσιοδοτημένο υπάλληλο Γ1, Διευθυντή Διοικητικών υπηρεσιών του Δήμου Ευόσμου, δηλαδή στον Δήμο που είχε ο εκκαλών κατηγορούμενος την τελευταία γνωστή κατοικία, κατ' άρθρ. 156 Κ.Π.Δ., ως αγνώστου διαμονής στις ...... (βλ. αποδεικτικό επιδόσεως). Ο εκκαλών άσκησε την υπό κρίση έφεση, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Μαυροματίδη δυνάμει της από 4-6-2007 εξουσιοδοτήσεως στις 8-6-2007, δηλαδή μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα
(30)ημερών, ενώ στην έκθεση εφέσεως εκτίθενται λόγοι ανώτερης βίας που κατά τον εκκαλούντα κατηγορούμενο δικαιολογούν την έφεση ως εμπρόθεσμη, επειδή δεν άρχισε η προθεσμία άσκησης της έφεσης, καθόσον η επίδοση του πιο πάνω παραπεμπτικού βουλεύματος είναι άκυρη διότι αφ'ενός δεν προκύπτει ότι ο υπάλληλος Γ1, που παρέλαβε το βούλευμα, είναι εξουσιοδοτημένος υπάλληλος και αφ'ετέρου διότι ο ίδιος είναι γνωστής διαμονής και όχι αγνώστου διαμονής και κατοικεί, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο ιδιωτικό μισθωτήριο στην οδό .... αριθ. .... Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας προκύπτει ότι η ανωτέρω επίδοση του βουλεύματος, ως αγνώστου διαμονής, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ήταν νόμιμη και έγκυρη, καθόσον η νέα διεύθυνση του εκκαλούντος στην οδό ..... αριθ. ....-..... δεν ήταν γνωστή ούτε στην Εισαγγελική ούτε στην Ανακριτική αρχή, που παρήγγειλαν και επέδωσαν το βούλευμα (βλ. την από ..... βεβαίωση του Αστυφύλακα Ζ1 του Α.Τ. Δενδροποτάμου, που βεβαιώνεται ότι ο εκκαλών μετώκησε από το 4ο χιλ. .....-...... στην οδό ..... αριθ. .... Εύοσμος, την από ....... βεβαίωση του Αρχιφύλακα Ζ2 του ΙΣΤ' Α.Τ. Θεσσαλονίκης ότι ο εκκαλών είναι άγνωστος στην οδό ..... .... και την από ..... βεβαίωση του επιμελητή Δικαστηρίων στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ....... ότι ο εκκαλών είναι άγνωστος στην πιο πάνω Διεύθυνση). Εξάλλου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν ήταν αναγκαία η αναγραφή του στοιχείου "της ιδιότητος του υπαλλήλου ως ορισμένου από το Δήμαρχο για την παραλαβή" στο αποδεικτικό επιδόσεως. Τέλος, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή το γεγονός ότι για άλλη υπόθεση του επιδόθηκε στον εκκαλούντα κλητήριο θέσπισμα στις .... στην οδό .... αριθ. ... Εύοσμος. Επιπροσθέτως πρέπει να επισημανθεί ότι ο ισχυρισμός που ανέπτυξε ενώπιον του Συμβουλίου ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, ότι ουχί νομίμως έγινε η επίδοση σ'αυτόν του προσβαλλομένου βουλεύματος, ως αγνώστου διαμονής, αναζητηθέντα επί της οδού .... στον .... Θεσσαλονίκης, ως τόπο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ήταν το κατάστημά του, παρασκευής μπουγάτσας στο 4ον χλμ ......-....., περιοχή που υπάγεται στον Δήμου Μενεμένης Θεσσαλονίκης και ότι ως εκ τούτου είναι άκυρη επίδοση στον Δήμο Ευόσμου, στον Δημοτικό υπάλληλο Γ1 (Διευθυντή Διοικητικών υπηρεσιών του Δήμου Ευόσμου), δεν μπορεί να ανατρέψει την κρίση του Συμβουλίου τούτου και τούτο διότι, από σειρά εγγράφων που έχουν επισυναφθεί στην δικογραφία προκύπτει ότι ο τόπος της τελευταίας γνωστής κατοικίας του τόσο στις αρμόδιες δικαστικές αρχές που παρήγγειλαν την επίδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος, όσο και στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές, ήταν η οδός ....... στο Δήμο Ευόσμου Θεσσαλονίκης (βλ. σχετ. το από .... με αριθ. .... ένταλμα Σύλληψης του Ανακριτή Α' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, την από ...... κλήση του Ανακριτή για απολογία του κατηγορουμένου, την από ..... βεβαίωση του δικ. επιμελητή Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ....., ότι ο κατηγορούμενος δεν ανευρέθη και είναι άγνωστος στην οδό ....... όπου αναζητήθηκε, ομοία βεβαίωση από ...... του Αρχιφύλακα Ζ2, από ...... βεβαίωση του αστυφύλακα Ζ1 ότι ο κατηγορούμενος μετώκησε από το 4ο χλμ ......-..... και ότι από αρχείο της Αστυνομίας φαίνεται ότι διαμένει επί της οδού ....... και τα με αριθ. 36/1993 πρακτικά και απόφαση του Μ.Ο.Δ. Καστοριάς). Συνεπώς εγκύρως έγινε η επίδοση στον Δήμο Ευόσμου και όχι στον Δήμο Μενεμένης Θεσσαλονίκης. Με αυτά που εδέχθη το παραπάνω Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη αιτιολογία, χωρίς περαιτέρω να απαιτείται και η μνεία του ειδικώτερου τρόπου επιδόσεως και δη η μνεία των, κατά τα άρθρ. 154 § 2, 156 και 161 § 1 Κ.Π.Δ., στοιχείων του κύρους αυτής, αφού, όπως προκύπτει από την ως άνω έκθεση εφέσεως, δεν περιέχεται σ'αυτήν, κατά το άρθρ. 474 § 2 Κ.Π.Δ., κανένας λόγος που να ανάγεται στην έλλειψη της, κατ'άρθρο 156 προϋποθέσεως της αγνώστου δηλαδή διαμονής του αναιρεσείοντος. Εξάλλου από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον 'Αρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητος του προβαλλομένου με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως λόγου ακυρότητος της επιδόσεως, προκύπτει ότι η τελευταία γνωστή, μέχρι την ... που έγινε η επίδοση, στην εισαγγελική αρχή διεύθυνση κατοικίας του αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν είχε δηλώσει κατοικία κατά την προδικασία, κατά το άρθρο 273 § 1 Κ.Π.Δ., ήταν, όχι αυτή που εδηλώθη πρώτη φορά με την μεταγενεστέρως ασκηθείσα έφεση και ήδη επικαλουμένη επί της οδού ..... αριθ. ...., αλλά η επί της οδού ..... αριθμ. .... στον ...... της Θεσσαλονίκης και στην οποία δεν ανευρέθη, όπως προκύπτει από την από ......βεβαίωση του Δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..... καθώς και από το από .... αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα Ζ2 και του αστυφύλακα Ζ1, από το οποίον προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος μετώκησε από το 4ον χιμ .....-......, αλλά αυτός μετώπησε σε άγνωστη διεύθυνση και επομένως νομίμως εχώρησε η επίδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος ως αγνώστου διαμονής, όπως περαιτέρω προκύπτει από το ως άνω από ........ αποδεικτικό επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ........, το οποίο περιέχει όλα τα κατά τα άρθρ. 156 και 161 § 1 Κ.Π.Δ., στοιχεία και ειδικώτερον προκύπτει από αυτό ότι το βούλευμα παρέλαβε ο Διευθυντής των Διοικητικών υπηρεσειών Γ1, τον οποίο είχε ορίσει ο Δήμαρχος του Δήμου Ευόσμου για την παραλαβή εγγράφων που επιδίδονταν σε πρόσωπα ως αγνώστου διαμονής. Επομένως ο από το άρθρο. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος και ως τοιούτος πρέπει να απορριφθεί καθώς και η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως εν τω συνόλω της. Και Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθεί η υπ'αριθ. 14/16-7-2007 αίτησις Αναιρέσεως του X1, κατά του υπ'αριθμ. 837/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, δια του οποίου εκηρύχθη απαράδεκτη η ασκηθείσα έφεσις του κατά του υπ'αριθ. 287/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Και Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήναι τη 7 Νοεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 476 Κ.Ποιν.Δ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, η ισχύς του οποίου αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι την 30-6-2003, "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεσή τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Δηλαδή αναίρεση επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεως, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, και όχι και κατά βουλεύματος, που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το ότι, κατά το άρθρο 138 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Κ.Ποιν.Δ "η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα", αφού η πιο πάνω παράγραφος 2 του άρθρου 476 Κ.Ποιν.Δ., πριν αντικατασταθεί κατά τα προεκτιθέμενα, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και, έτσι, με την αντικατάσταση αυτή, εκφράσθηκε ρητά η βούληση του νομοθέτη για αποκλεισμό της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος X1, με το υπ' αριθμό 287/15-3-2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μ.Ο. Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη του βιασμού κατ' εξακολούθηση από υπότροπο. Κατά του εν λόγω παραπεμπτικού βουλεύματος, ο κατηγορούμενος άσκησε την με αριθμό 45/8-6-2007 έφεσή του, η οποία όμως απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, με το υπ' αριθμό 837/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, για το λόγο ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Κατά του βουλεύματος δε αυτού (837/2007), ο κατηγορούμενος άσκησε την υπό κρίση με αριθμό 14 από 16-7-2007 αίτηση αναιρέσεως. Όμως, κατά τα εκτιθέμενα ως άνω στη νομική σκέψη δεν επιτρέπεται πλέον αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο. 476 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ, κατά του πιο πάνω 837/2007 βουλεύματος, του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 14/16-7-2007 αίτηση αναιρέσεως του X1, κρατουμένου των δικαστικών φυλακών Πατρών, κατά του υπ' αριθμό 837/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου
- Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ