Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 816 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Αποζημίωση μισθωτού. Περίληψη: Ταμείο Πρόνοιας ΑΤΕ, συμπλήρωμα εφάπαξ αποζημίωσης συνταξιούχου. Κατά τον υπολογισμό της, δεν λαμβάνεται υπ' όψη η μεταβατική διάταξη του νέου καταστατικού του Ταμείου, σύμφωνα με την οποία, κατά την πρώτη πενταετία της εφαρμογής του, το ποσό της αποζημίωσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από εκείνο που προέκυπτε με βάση τις διατάξεις του παλαιού καταστατικού, λαμβανομένου υπ' όψη του «πλαφόν του ν. 2084/1992», διότι η θέσπιση του εν λόγω ανωτάτου ορίου κρίθηκε ήδη αντισυνταγματική. Αναιρεί. Αντίθετη μειοψηφία. Αριθμός 816/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 25η Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ν. Α. του Λ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αιμιλίου Βλάχου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΑΤΠΕ-ΑΤΕ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοδώρου Πέππα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1764/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1404/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-2-2011 αίτησή του και τους από 1-11-2013 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 29-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν, αντιστοίχως, ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" και ότι "το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει", παράγεται δέσμευση του κοινού νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Η εν λόγω δέσμευση του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει την με ίσους όρους συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος - αποζημίωσης στους εξ αυτών αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία. Έτσι, η συνταγματικώς επιτρεπτή εισαγωγή, με νόμο, ανώτατου ορίου στο παρεχόμενο από τον ασφαλιστικό φορέα εφάπαξ βοήθημα, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα. Η προϋπόθεση αυτή υφίσταται όταν το ασφαλιστικό κεφάλαιο, από το οποίο καταβάλλεται το εφάπαξ βοήθημα, δεν σχηματίζεται αποκλειστικά, κατά τη νομοθεσία που το διέπει, με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων, αλλά και με τη συμμετοχή άλλων, ιδίως κοινωνικών, πόρων ή ουσιωδών επιβαρύνσεων τρίτων (ΟλΑΠ 32/1995). Όταν, όμως, το κεφάλαιο αυτό σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και έχει, επομένως, αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, η επιβολή νομοθετικά ανώτατου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων, οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν την ίδια εφάπαξ αποζημίωση με συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον, από την ίδια διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κανόνα ότι το μέγεθος της εφάπαξ αποζημίωσης, υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου, είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν.
- Επειδή, με την υπ' αριθ. Φ46/3239/23-2-1987 απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία ανασυντάχθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε το Καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας του Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ορίζεται, στο άρθρο 2 παρ.2 αυτής, ότι η ασφάλιση που ασκείται από το εν λόγω Ταμείο ενεργείται από δύο Κλάδους, τον Κλάδο Συντάξεων και τον Κλάδο Πρόνοιας, από τον οποίο χορηγείται το εφάπαξ βοήθημα και στο άρθρο 9 παρ. 3 αυτής, ότι για τον Κλάδο Πρόνοιας (εφάπαξ βοήθημα) πόροι είναι: α) εισφορά του ασφαλισμένου ίση με 3%, που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του για κάθε πραγματική υπηρεσία στην ΑΤΕ, β) εισφορά του εργοδότη ίση με 3%, που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε πραγματική υπηρεσία στην ΑΤΕ, γ) ποσοστό από τα έσοδα που προέρχονται από τις ασφαλιστικές εργασίες του εργοδότη ή θυγατρικών του εταιρειών, το οποίο καθορίζεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε χρόνου με απόφαση του ΔΣ του εργοδότη, δ) ποσοστό προμήθειας από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.4 του άρθρου 13 του ν. 1256/1982, το οποίο καθορίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του ΔΣ της Τράπεζας, ε) οι τόκοι και γενικά οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας. Η ίδια ως άνω Υπουργική Απόφαση, στο άρθρο 34 ορίζει ότι: "
- Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου (εννοείται Πρόνοιας) δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος, υπό τις προϋποθέσεις: α) [...], β) εφόσον αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, που προβλέπεται από τον Οργανισμό της ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους, εφόσον έχουν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην Αγροτική Τράπεζα, ασφαλισμένη στον Κλάδο Πρόνοιας, όχι από αναγνώριση, πέντε
(5)τουλάχιστον ετών.
- Το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται στον τελευταίο ετήσιο μισθό, όπως αυτός καθορίζεται στην επόμενη παράγραφο, κατά την ακόλουθη κλίμακα: 4% για κάθε χρόνο ασφαλίσεως από του 1ου μέχρι και του 10ου, 8% για κάθε χρόνο ασφαλίσεως από του 11ου μέχρι και του 15ου, 10% για κάθε χρόνο ασφαλίσεως από του 16ου μέχρι και του 32ου.
- Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου ετήσιος μισθός λογίζεται το άθροισμα δεκατεσσάρων
(14)μισθών βάσης, με βάση το μήνα εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία, προσαυξημένων με τα επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας, βαθμού θέσεως, επιστημονικής αποδόσεως, γάμου, τέκνων και αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (ΑΤΑ).
- Αν διακοπεί η χορήγηση των επιδομάτων γάμου, τέκνων και θέσεως πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονται ποσοστά των επιδομάτων αυτών, ως εξής: Αν ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία μέσα στον πρώτο χρόνο από την διακοπή, λαμβάνεται υπόψη το 90% του επιδόματος, μέσα στο δεύτερο χρόνο το 80%, μέσα στον τρίτο χρόνο το 70%, μέσα στον τέταρτο χρόνο το 60% και μέσα στον πέμπτο χρόνο το 50%. Μετά τον πέμπτο χρόνο διακοπής του επιδόματος, δεν υπολογίζονται τα επιδόματα γάμου, τέκνων και θέσεως, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος". Περαιτέρω, με το άρθρο 57 του ν. 2084/1992 "για την Αναμόρφωση της Κοινωνικής Ασφάλισης", το ποσό της παρεχόμενης στους υπαλλήλους των τραπεζών κ.λπ. εφάπαξ αποζημιώσεως περιορίσθηκε και ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, στην παρ.1 ότι "Η προβλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των υπαλλήλων των τραπεζών, μεταξύ των οποίων και η Αγροτική Τράπεζα, που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, εισφορά εργοδότη μειώνεται προοδευτικά, αρχής γενομένης από 1-1-1993, κατά το 1/10 για κάθε έτος. Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται οι ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας" και στην παρ. 3 ότι "Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ.1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών. Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος, προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων, χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1-1-1993 και μετά. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειώνεται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η παρεχόμενη στους αποχωρούντες υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος από το Ταμείο Συντάξεων και Πρόνοιας του Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος εφάπαξ αποζημίωση - βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού καταβάλλεται από το ασφαλιστικό κεφάλαιο του Κλάδου Πρόνοιας του παραπάνω Ταμείου, που σχηματίζεται αποκλειστικά από εισφορές των εργαζομένων - ασφαλισμένων και της εργοδότριας Τράπεζας. Η εισφορά δε της εργοδότριας Τράπεζας, η οποία (εισφορά), μάλιστα, μειούμενη από 1-1-1993 κατά το 1/10 ετησίως, μέχρι καταργήσεώς της, έχει καταργηθεί από 1-1-2002, αποτελούσα αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, είναι και αυτή ποσοτικά ανάλογη των αποδοχών του εργαζομένου -ασφαλισμένου, όπως και η εισφορά του τελευταίου και δεν μπορεί παρά να εξομοιώνεται, από την άποψη του χαρακτηρισμού της εφάπαξ αποζημιώσεως ως ανταποδοτικής ή μη, με την εισφορά του ασφαλισμένου. Κοινωνικοί πόροι δεν προβλέπονται, ούτε και ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων, υπό την έννοια της πρόβλεψης και καταβολής αυτών σταθερά και μόνιμα, έτσι ώστε να μπορούν βασίμως να συνυπολογισθούν στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου, από το οποίο προέρχεται η εφάπαξ αποζημίωση. Και ναι μεν στις ως άνω περιπτώσεις γ' έως ε' της παρ.3 του άρθρου 9 του Καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας του Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος προβλέπονται ως πόροι του Κλάδου Πρόνοιας και άλλα έσοδα (όπως από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας ή θυγατρικών της εταιρειών, τόκοι και γενικά πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας του παραπάνω Ταμείου), πλην των ασφαλιστικών εισφορών, τα έσοδα αυτά, όμως, εν πολλοίς αόριστα και υποθετικά, δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για τον χαρακτηρισμό του επίδικου εφάπαξ βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, διότι δεν προκύπτει ότι συμβάλλουν, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του παραπάνω Κλάδου Πρόνοιας. Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγείται στους ασφαλισμένους του εν λόγω Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλόμενης στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου εργοδοτικής εισφοράς, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.5 του Συντάγματος, καθόσον η θέσπιση ανωτάτου ορίου στην καταβαλλόμενη από το Ταμείο Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος προς τους αποχωρούντες υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος εφάπαξ αποζημίωση, εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων εκείνων, οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους ή των υψηλών αποδοχών τους ή και των δύο, έχουν υποβληθεί σε μεγαλύτερες κρατήσεις και δικαιούνται αναλογικά μεγαλύτερη, από το ανώτατο όριο, εφάπαξ αποζημίωση, σε σχέση με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρότερου χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλότερων αποδοχών τους, έχουν υποβληθεί σε μικρότερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν το ίδιο ποσό εφάπαξ αποζημίωσης. Η διάκριση δε αυτή, ενόψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος και είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης ισορροπίας, που πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για την καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή, ως περιουσιακό δικαίωμα, προέρχεται, όπως στην προκείμενη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου, έτσι ώστε βασίμως να αναμένεται από αυτόν, στα πλαίσια της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, η αποχή από κάθε επέμβαση και η προστασία του εν λόγω δικαιώματος του (ΑΕΔ 5/2007, ΟλΑΠ 17/2005, ΑΠ 794/2013, ΑΠ 1770/2012).
- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ενάγων (ήδη αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος την 16-11-1973, ως γεωπόνος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και απασχολήθηκε μέχρι την 15-7-2006, οπότε αποχώρησε από την ενεργό υπηρεσία προς συνταξιοδότηση, έχοντας συμπληρώσει 32 έτη, 7 μήνες και 29 ημέρες εργασίας (μείον 39 ημέρες απεργίας). Ότι το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) αλληλοβοηθητικό ταμείο, ως καθολικός διάδοχος του κλάδου πρόνοιας του "Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού ΑΤΕ" (άρθρο 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002), κατέβαλε στον ενάγοντα, λόγω της αποχώρησής του, με τις 1889/113/18-7-2006 και 2471/1-8-2007 πράξεις των αρμοδίων οργάνων του, ως εφάπαξ βοήθημα με αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, το συνολικό ποσό των 94.936,46 ευρώ. Ότι ο υπολογισμός του ποσού αυτού έγινε σύμφωνα με το άρθρο 17 του ισχύοντος καταστατικού του εναγομένου. Ότι αν ο υπολογισμός είχε γίνει σύμφωνα με το άρθρο 34 του παλαιού καταστατικού, το ύψος του αναλογούντος βοηθήματος θα είχε ανέλθει στο ποσό των 132.239,23 ευρώ, αλλά ο ενάγων δεν θα είχε λάβει περισσότερα από 56.220,35 ευρώ, λόγω εφαρμογής του πλαφόν του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/
- Ότι η μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ.5 του καταστατικού του εναγομένου δεν ευνοεί εν προκειμένω τον ενάγοντα, που αποχώρησε εντός πενταετίας από την έναρξη εφαρμογής του, διότι το ποσό που έλαβε σύμφωνα με τις διατάξεις του νέου καταστατικού είναι κατά πολύ μεγαλύτερο εκείνου, που θα λάμβανε σύμφωνα με τις διατάξεις του παλιού καταστατικού, υπό τον περιορισμό του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992, τον οποίο είχαν υπ' όψη οι συντάκτες της μεταβατικής διάταξης. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη απόφαση και, δικάζοντας εκ νέου την αγωγή, απέρριψε την κυρία βάση αυτής ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού ο αναιρεσείων είχε λάβει μεγαλύτερο εφάπαξ βοήθημα από εκείνο που λάμβανε υπό το προηγούμενο ασφαλιστικό καθεστώς.
- Επειδή, με την κρίση αυτή και σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις που αναφέρθηκαν και ουχί ορθώς υπήγαγε σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε, διότι θα έπρεπε να αγνοήσει τελείως το νομοθετημένο ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος, ως αντισυνταγματικό. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους του κυρίου δικογράφου και ο πρώτος από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα του εισηγητή αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με την ΥΑ Φ.46/ 3239/1987 Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β` 108/1987), τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ανασυντάχθηκε το καταστατικό του "Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΑΤΕ). Με το άρθρο 34 του καταστατικού αυτού καθορίσθηκαν οι προϋποθέσεις και ο τρόπος υπολογισμού του εφ' άπαξ βοηθήματος, το οποίο, κατά περίπτωση, χορηγείται στους υπαλλήλους της Τράπεζας που αποχωρούν από την ενεργό υπηρεσία για διάφορους λόγους. Ακολούθως, με το άρθρο 57 παρ.3 του ν. 2084/1992 εισήχθη ο περιορισμός ότι "Το ακαθάριστο ποσό του εφ' άπαξ βοηθήματος, που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών" (= 29.347,03 ευρώ, ποσό το οποίο, ύστερα από αλλεπάλληλες, κατά καιρούς, αναπροσαρμογές, έφθασε στα 56.220,35 ευρώ). Στους φορείς του άρθρου 57 παρ.1 του ν. 2084/1992, μεταξύ άλλων, συγκαταλέγεται ρητώς και το εν λόγω Ταμείο. Η διάταξη, όμως, του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/ 1992, στο μέτρο που περιορίζει το εφ' άπαξ βοήθημα, όταν αυτό έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα (πράγμα που συμβαίνει όταν καταβάλλεται από ασφαλιστικό κεφάλαιο, το οποίο σχηματίζεται αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από εισφορές είτε μόνο των ασφαλισμένων είτε και του εργοδότη που τους απασχολεί, ανεξαρτήτως, μάλιστα, του ύψους των εισφορών του εργοδότη), κρίθηκε αντισυνταγματική (ΑΕΔ 3-5/2007, ΟλΑΠ 17/2005, ΑΠ 1769/2012) και, κατά συνέπεια, μη εφαρμόσιμη. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ.20 εδ.α' του ν. 3029/2002 (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 138 παρ.8 του ν. 3655/2008), σε μια προσπάθεια ορθολογικής αναμόρφωσης του συστήματος επικουρικής ασφάλισης με στόχο τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων, μεταξύ άλλων ορίσθηκε και ότι "Υφιστάμενα ταμεία ασφάλισης τα οποία λειτουργούν ως ΝΠΔΔ ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας, κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, μετατρέπονται σε ΝΠΙΔ με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το διοικητικό συμβούλιο εκάστου ταμείου". Σε εφαρμογή της διάταξης αυτής εκδόθηκε η ΚΥΑ Φ.80000/23358/1107/2004 (ΦΕΚ Β' 2/2004), με την οποία μετετράπη ο κλάδος προνοίας του "Ταμείου Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού ΑΤΕ" σε αυτοτελές ΝΠΙΔ και αποτέλεσε το εναγόμενο Ταμείο (ήδη αναιρεσίβλητο). Με την ίδια ΚΥΑ εγκρίθηκε το καταστατικό του νέου Ταμείου. Στο άρθρο 17 του καταστατικού του εναγομένου καθορίσθηκαν και πάλι οι προϋποθέσεις και ο τρόπος υπολογισμού του εφ' άπαξ βοηθήματος, με τρόπο, όμως, που είναι δυσμενέστερος εκείνου, τον οποίο προέβλεπε το καταστατικό του παλαιού, ενιαίου Ταμείου. Στο άρθρο 24 παρ.5 του καταστατικού του εναγομένου, ως μεταβατική διάταξη και από διάθεση επιείκειας προς τους παλαιούς ασφαλισμένους, ορίσθηκε κατά λέξη ότι "Για όσους [Όσοι] αποχωρήσουν σε διάστημα μιας πενταετίας από της ενάρξεως εφαρμογής του παρόντος καταστατικού δεν λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν του ν. 2084/1992)". Εν όψει του ότι η διάταξη του άρθρου 24 παρ.5 του νέου καταστατικού τέθηκε σε χρόνο (7-1-2004) κατά τον οποίο δεν είχαν εκδοθεί ακόμη οι ως άνω αποφάσεις περί της αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992 (οι αποφάσεις εκδόθηκαν κατά το έτος 2005 και μετέπειτα), καθίσταται σαφές ότι η επιείκεια, η οποία υπαγόρευσε το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 24 παρ.5, απέβλεπε στο να μην είναι μικρότερο το καταβλητέο ποσό του βοηθήματος, υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 17 του καταστατικού του εναγομένου, είτε από το ποσό του βοηθήματος με βάση το άρθρο 34 του παλαιού καταστατικού (εάν αυτό ήταν έλασσον του ποσού των 56.220,35 ευρώ) είτε από το ποσό των 56.220,35 ευρώ (εάν το ποσό με βάση το άρθρο 34 ήταν μείζον των 56.220,35 ευρώ, ήτοι του πλαφόν που τότε εφαρμοζόταν). Με άλλα λόγια, δηλαδή, η δια του άρθρου 24 παρ.5 του καταστατικού του εναγομένου αναφορά στο πλαφόν του ν. 2084/1992 δεν έγινε για να περιορίσει το ύψος του βοηθήματος, οπότε η λειτουργία του πλαφόν θα ήταν απαγορευμένη ως αντισυνταγματική, αλλά για να εξασφαλίσει στους συνταξιούχους τη βεβαιότητα ότι, εξερχόμενοι από την ενεργό υπηρεσία μετά την έναρξη της ισχύος του καταστατικού του νέου Ταμείου, δεν θα λάβουν εφ' άπαξ παροχή μικρότερη, από εκείνη που θα ελάμβαναν με το παλαιό καθεστώς, που προέβλεπε, βέβαια, το ανώτατο όριο του ν. 2084/1992, το οποίο είχαν υπ' όψη τους τα πρόσωπα που κατάρτισαν το νέο καταστατικό, διότι δεν είχε κριθεί ακόμη αντισυνταγματικό. Άλλως, εάν στην πρόθεση των συντακτών του καταστατικού του νέου Ταμείου (του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου), το οποίο ως προς τις κανονιστικές του ρυθμίσεις έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, ήταν το να μην είναι μικρότερο το ποσό του βοηθήματος, υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 17 αυτού, από το ποσό που προέκυπτε με εφαρμογή του άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού ανεξαρτήτως του πλαφόν, θα είχαν διαλάβει διάταξη στην οποία, με πολύ απλούστερο τρόπο, θα οριζόταν ότι "η νέα ρύθμιση δεν καταλαμβάνει τους υπαλλήλους που θα συνταξιοδοτηθούν κατά τη διάρκεια μιας πενταετίας μετά την έναρξη εφαρμογής της". Τέτοια διάταξη, όμως, δεν υπήρξε, με συνέπεια οι ρυθμίσεις του νέου καταστατικού να είναι υποχρεωτικές και για τους εν λόγω ασφαλισμένους, υπό την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 24 παρ.5 αυτού (εγκριθέντος με την ΚΥΑ Φ.80000/23358/1107/2004), της οποίας η αληθινή έννοια είναι αυτή που αναφέρθηκε. Σύμφωνα με τη μειοψηφούσα γνώμη, το Εφετείο, που δέχθηκε πάντα τα ανωτέρω, ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Γι' αυτό και οι εξεταζόμενοι λόγοι της αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων θα έπρεπε να κριθούν αβάσιμοι.
- Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 1404/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο να πληρώσει στον αναιρεσείοντα δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Απριλίου
- -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Απριλίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ