Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 818 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Χρόνος τέλεσης πράξης, Πλαστογραφία. Περίληψη: Πλαστογραφία - έννοια αυτής. Απαιτείται υπερχειλής δόλος. Απάτη - έννοια αυτής. Ως γεγονότα νοούνται πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν, όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Η περιουσιακή βλάβη θα πρέπει ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης να είναι άμεσα αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως. Θα πρέπει δηλαδή να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προηγήθηκε από αυτή, ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Χρόνος τέλεσης της απάτης είναι ο χρόνος που ολοκληρώνεται η απατηλή συμπεριφορά και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής ζημίας του παθόντος. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 818/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 979/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ιταλική τράπεζα με την επωνυμία "BANCA INTESA SpA", που εδρεύει στο ...και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13.7.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1086/
(220)ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 583 Κ.Π.Δ. ως ισχύει σήμερον. Συνεισάγω την από 4-2-2009 αίτηση του εκκαλούντος ... περί αυτοπρόσωπου εμφανίσεως του ενώπιον του Συμβουλίου σας κατά άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ και εκθέτω τα εξής: Ήδη ο εκκαλών κατηγορούμενος με το απολογητικό του υπόμνημα, με έγγραφα που προσεκόμισε αλλά και με το επί της εφέσεως υπόμνημα του όπου λεπτομερώς ανέπτυξε τους λόγους εφέσεως του, είναι σαφές ότι έχει εκφράσει πλήρως τις απόψεις του και τους ισχυρισμούς του επί της υποθέσεως, έτσι ώστε να μην υφίσταται λόγος κάποιας περαιτέρω επεξηγήσεως ή διευκρινίσεως επί ορισμένου ζητήματος. Συνεπώς δεν συντρέχει λόγος αυτοπρόσωπου εμφανίσεως του στο Συμβούλιο σας για περαιτέρω ανάπτυξη των ισχυρισμών του. Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η αίτηση του. VI) Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που εδέχθη και ακολούθως απέρριψε το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος (263/2008) του Συμβουλίου Πλημ/κών Χαλκίδας, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εν λόγω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1+3, 386 παρ. 1+3β Π.Κ. τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Δια την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν ανάγκη να διαληφθούν επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα: Αναφέρει ότι την 17-4-2003 περιήλθε στην Ιταλική Τράπεζα "BANCA INTESA S.P.A." που εδρεύει στο ... εντολή μέσω τηλεομοιοτυπίας μήνυμα στο οποίο υπήρχαν πλαστογραφημένες υπογραφές με την μέθοδο συρραφής (κολάζ) το οποίο έτσι φαινόταν ότι ήταν γνήσιο και προερχόμενο από την εταιρεία VALENTINO S.P.A. η οποία έδιδε εντολή στην άνω Τράπεζα να εμβάσει το ποσό των 926.604,04 ευρώ σε πίστωση λογαριασμού του κατηγορουμένου στην Ελλάδα και δη στο Υποκατάστημα Τράπεζας Πειραιώς στην Χαλκίδα στον Κωδικό SWIFT PIRB GR AA ΚΩΔ. GR ... τον οποίο είχε ανοίξει ο ίδιος στις 30-10-2002 με αιτιολογία PAYMENT CONTRACT (δηλ. Πληρωμή συμβολαίου) αρ. ΑΑ .../03 S.P.A. Το αληθές είναι ότι οι πληρεξούσιοι της Εταιρείας VALENTINO S.P.A. δεν είχαν υπογράψει ούτε είχαν δώσει εντολή πιστώσεως του λογαριασμού του κατηγορουμένου με το άνω ποσό. Το βούλευμα (ενόψει αντιρρήσεων του κατηγορουμένου) εξηγεί ότι τόπος καταρτίσεως του εγγράφου ήταν η ... και κατά τούτο διόρθωσε το διατακτικό του πρωτόδικου βουλεύματος. Οι υπάλληλοι της Ιταλικής Τράπεζας παραπλανήθηκαν από τον κατηγορούμενο, επείσθησαν για την γνησιότητα της εντολής και επίστωσαν το ποσό στον λογαριασμό του και αυτός το πρωί της 24-4-2003 μετέβη στο Υποκατάστημα και προέβη σε διαδοχικές αναλήψεις του ποσού, ως ειδικώς εκτίθεται στο βούλευμα, σκοπούσε δε να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλους παράνομο περιουσιακό όφελος κατά το άνω ποσό με αντίστοιχη ζημία της μηνύτριας και από τις σκέψεις του εν λόγω βουλεύματος προκύπτει ότι τα άλλα παρανόμως ωφεληθέντα άτομα δεν κατέστη εφικτό να ανακαλυφθούν. Το βούλευμα με αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση αποκρούει με επάλληλες σκέψεις τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου προς αντίκρουση της κατηγορίας, δέχεται ότι ενήργησε βάσει οργανωμένου σχεδίου εξηγεί πως έπεισε και τους υπαλλήλους της Τράπεζας Πειραιώς οι οποίοι θεωρούσαν ύποπτη την συναλλαγή-ανάληψη (λόγω και του ύψους της, αλλά και του διεθνούς της χαρακτήρα, αλλά και του προσώπου του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν ήταν γνωστός σε αυτούς), ότι έσπευσε να παραλάβει αμέσως όλο το πόσο, αντικρούει τον ισχυρισμό ότι επιθυμούσε να επιστρέψει τα χρήματα στους αντισυμβαλλομένους του (ΓΓ και ΔΔ) οι οποίοι του είχαν ζητήσει (κατ' αυτόν) συνεργασία για επένδυση σε περιοχή της ... (...) και εκτιμά τον ισχυρισμό του ως δικαιολογία για να μην επιστέψει τα χρήματα, δεδομένου ότι το απόγευμα της ίδιας ημέρας (24-4-2003) η Ιταλική Τράπεζα ενημέρωσε την Τράπεζα Πειραιώς να μην προβεί στην απόδοση του ποσού πιστώσεως διότι εν τω μεταξύ πληροφορήθηκαν από την VALENTINO S.P.A. ότι η εταιρεία δεν είχε σχέση (δεν είχε αποστείλει) την τηλεομοιοτυπική εντολή στην BANCA INTESA για την αποστολή του εμβάσματος. Επίσης αντικρούει αιτιολογημένα τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι για την υπόθεση αυτή υπάρχει καταδικαστική απόφαση Ιταλικού Δικαστηρίου το οποίο δεν προσήψε το παραμικρό σε βάρος του, και επισημαίνει (το προσβαλλόμενο) πως στην απόφαση του Ιταλικού Δικαστηρίου (Ποινικό Τμήμα Μιλάνο) στην σελ. 5 γίνεται μνεία για τον παρόντα κατηγορούμενο, στο όνομα του οποίου κατετέθη το ποσόν, στοιχείο που επιρρωνύει την εμπλοκή του στην εν λόγω υπόθεση και ότι το γεγονός πως η Ιταλική Δικαιοσύνη δεν επεξέτεινε την ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου ή ότι δεν ζήτησε επίσημα την συνδρομή των ημεδαπών δικαστικών αρχών (όπως διατείνεται στην έφεσή του) δεν σημαίνει ότι υφίσταται δεδικασμένο υπέρ της αθωότητός του για εμπλοκή στην υπό κρίση υπόθεση γι' αυτό άλλωστε η αλλοδαπή Τράπεζα υπέβαλε σε βάρος του αυτοτελή μήνυση και δεν κωλύεται η άσκηση ποινικής δίωξης στην Ελλάδα σύμφωνα με το αρ. 9 Π.Κ. Κατά συνέπεια θα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα. VII)Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 144/13-7-2009 αίτηση αναιρέσεως (ασκηθείσα ενώπιον της Γραμμ. Εφετείου Αθηνών) του Χ, κατοίκου ..., 1ο χλμ. ..., ασκηθείσα δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημ. Ιωαννίδη κατά του υπ' αρ. 979/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 30-10-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημοσίας ή ιδιωτικής φύσης. Η πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (αρθρ. 216 παρ. 3 εδ. α' ΠΚ). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη σε φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρου άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και ακολούθως από το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/2999 που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) ... ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25 εκατομμυρίων δραχμών (ή 73.000 ευρώ). Ως γεγονότα, κατά την έννοια του άνω άρθρου, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν, όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Εξάλλου, περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη, που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει δηλαδή αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει αν είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Χρόνος τελέσεως της απάτης είναι ο χρόνος που ολοκληρώνεται η απατηλή συμπεριφορά και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του πλανηθέντος. Το επιζήμιο όμως ή μη της πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως, στην οποία προέβη ο πλανηθείς, θα κριθεί κατά το χρόνο που διενεργείται η πράξη αυτή, γιατί τότε η ζημία θα είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου αυτού. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το συμβούλιο δίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όχι μόνον όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση στις διατάξεις που εφάρμοσε, αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό με το διατακτικό, το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. στοιχ. β' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με το 263/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για τα κακουργήματα 1) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με όφελος άνω των 73.000 ευρώ και 2) της απάτης από την οποία η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ. Μετά από έφεση του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 979/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεσή του κατ' ουσίαν και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα κατά τις παραπεμπτικές διατάξεις του και διόρθωσε τον τόπο τελέσεως της πρώτης πράξεως, ορίζοντας ως τόπο τελέσεως αυτής (κακουργηματικής πλαστογραφίας) την ... . Με το βούλευμα αυτό, το Συμβούλιο Εφετών, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, αφού αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανελέγκτως ότι: Στις 17 Απριλίου 2003 περί ώρα 10:40 περιήλθε στην ιταλική τράπεζα με την επωνυμία "BANCA INTESA S.p.A." που εδρεύει στο ..., νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον ΑΑ, τραπεζικό υπάλληλο, κάτοικο Αθηνών και στο Υποκατάστημα της Vicenza Ιταλίας, σχετική εντολή, μέσω τηλεομοιοτυπίας, που έφερε ως ενδείξεις προελεύσεως τον αριθμό τηλεομοιοτυπικής συσκευής 0445-429556 και αποστολέα τον οίκο MARZOTTO S.p.A. TESORERIA, γραμμένη σε επιστολόχαρτο της πελάτιδος VALENTINO S.p.A. που ανήκει στον Όμιλο MARZOTTO S.p.A. Με την εντολή αυτή εδίδοντο οδηγίες στην ανωτέρω τράπεζα όπως προβεί και διενεργήσει έμβασμα ευρώ εννιακοσίων είκοσι έξι χιλιάδων εξακοσίων πέντε και 0,4 (€926.605,04) υπέρ "Χ-M.M. SALES EUROPE". To εν λόγω έμβασμα θα έπρεπε να διενεργηθεί με πίστωση του προαναφερομένου ποσού στο λογαριασμό αριθ. ... του εκκαλούντος κατηγορουμένου στην Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε., υποκατάστημα ...-...(ΚΩΔ. SWIFT PIRB GR ΑΑ-ΚΩΔ. GR ...) τον οποίο είχε ανοίξει ο ανωτέρω στις 30-10-2002 με αιτιολογία: Payment Contract (δηλαδή Πληρωμή Συμβολαίου) αριθ. ΑΑ .../03 S.p.A. (βλ. σχετικό 2). Αμέσως μετά τη λήψη του προαναφερομένου τηλεομοιοτυπικού μηνύματος, δηλαδή ώρα 10.55, το υποκατάστημα της τράπεζας στη Vicenza έλαβε τηλεφώνημα από κάποιον ΒΒ ο οποίος, υποστηρίζοντας ότι τηλεφωνεί για λογαριασμό της Valentino S.p.A., ερώτησε εάν είχε ληφθεί το εν λόγω τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, ζητώντας έτσι την εκτέλεση του. Το υποκατάστημα της τράπεζας στη Vicenza ,στη συνέχεια, προχώρησε την ίδια ημέρα (17 Απριλίου 2003) στην εκτέλεση του εμβάσματος που ζητήθηκε υπέρ του "Χ-M.M. Sales Europe", δηλαδή του κατηγορουμένου, μέσω πιστώσεως του προαναφερομένου ποσού των ευρώ 926.605,04 στον λογαριασμό του στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στη ..., με τα στοιχεία που αναφέρονται ανωτέρω. Στη συνέχεια, όμως, και συγκεκριμένα στις 24 Απριλίου 2003, εκπρόσωποι της εταιρείας VALENTINO S.p.A. πληροφόρησαν το υποκατάστημα στη Vicenza Ιταλίας της BANCA INTESA S.p.A. ότι η εντολή για το εν λόγω έμβασμα δεν είχε προέλθει από την εταιρία τους και ότι οι υπογραφές που είχαν τεθεί στο τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, αν και αντιστοιχούσαν σε εκείνες των πληρεξουσίων της εταιρείας VALENTINO S.p.A. (σχετικό 3), στην πραγματικότητα δεν είχαν τεθεί από αυτούς αλλά ήταν αποτέλεσμα συρραφής (κολάζ), από το οποίο προήλθε το πλαστό έγγραφο που καταρτίστηκε από τον κατηγορούμενο στη ... και απεστάλη από τον ίδιο (μέσω) συνεργών του) με τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, όπως προαναφέρθηκε, στις 17-4-2003 και ώρα 10:40 στο υποκατάστημα BANCA INTESA S.p.A. στη Vicenza Ιταλίας. Περαιτέρω, την ίδια ημέρα στις 24-4-03 και ώρα 16:40 Ιταλίας και 15:40 Ελλάδας, η BANCA INTESA S.p.A. απέστειλε μήνυμα SWIFT στην τράπεζα Πειραιώς, με το οποίο ζητούσε την ακύρωση του παραπάνω εμβάσματος λόγω πλαστότητας και επιπλέον ζητούσε την επιστροφή των χρημάτων. Το αίτημα αυτό δεν είχε θετική έκβαση δεδομένου ότι, όπως εν συνεχεία προέκυψε, το ποσό που ήταν το αντικείμενο του εμβάσματος είχε εν τω μεταξύ αναληφθεί από τον ανωτέρω κατηγορούμενο κατά την διάρκεια του συναλλακτικού ωραρίου της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. στις 24-4-
- Συγκεκριμένα, έκανε ανάληψη αρχικά 80.000 ευρώ και ύστερα από πέντε λεπτά άλλων 20.000 ευρώ από το υποκατάστημα της τράπεζας Πειραιώς στη ... (οδός ...). Επιπλέον, έλαβε από το παραπάνω υποκατάστημα επιταγή που εκδόθηκε σε διαταγή του, ύψους 828.000 ευρώ, την οποία εξαργύρωσε αργότερα την ίδια μέρα, εντός του ωραρίου συναλλαγών στο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. στην ... . Ο κατηγορούμενος δεν ηδυνήθη να αποσείσει βασίμως την εις βάρος του κατηγορία ισχυριζόμενος ότι είναι επιχειρηματίας, έχει μία επιχείρηση στις ... σε έκταση 7 στρεμμάτων και συγχρόνως ασκεί και το επάγγελμα του σκηνογράφου. Η επιχείρηση είναι πολυχώρος, έχει εστιατόριο, σνακ μπαρ, καφετέρια, πισίνα κτλ. και ότι του δημιουργήθηκαν οικονομικά προβλήματα τα οποία προσπαθούσε να τα αντιμετωπίσει. Κατά καιρούς έψαχνε για συνεταίρους μέσω εφημερίδων και μεσιτικών γραφείων για να πουλήσει την επιχείρηση ή για να κάνει συνεργασία. Ότι το 2003 το Μάρτιο ήρθαν δύο άντρες (ο ένας του συστήθηκε ως ΓΓ και ο άλλος ως ΔΔ) και του είπαν ότι αναζητούν στην περιοχή επιχειρήσεις για να επενδύσουν και η συγκεκριμένη περιοχή τους ενδιέφερε επειδή ήταν πολύ αποδοτική τουριστικά. Ότι μίλησε μαζί τους για τη δυνατότητα ανάπτυξης στην περιοχή ενός πολυχώρου δηλ. ενός θεματικού πάρκου τύπου Ντίσνειλαντ και αυτοί έδειξαν ενδιαφέρον ισχυριζόμενοι ότι εκπροσωπούν μια μεγάλη ιταλική επενδυτική εταιρεία που ασχολείται με τουριστικές επενδύσεις και συγκεκριμένα τη Βαλεντίνο ΣΠΑ. Αφού τους έδωσε τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου του είπαν ότι θα επικοινωνήσουν αργότερα μαζί του. Ότι αργότερα του τηλεφώνησαν οι παραπάνω και τον ρώτησαν το ακριβές κόστος της επενδύσεως και αυτός τους απάντησε ότι χρειάζονται 1.800.000 ευρώ για να ολοκληρωθεί όλο το έργο. Αυτοί του απάντησαν ότι θα επικοινωνήσουν με την εταιρεία που εκπροσωπούσαν, δηλαδή τη Βαλεντίνο ΣΠΑ, και θα επικοινωνούσαν πάλι μαζί του για να του απαντήσουν. Ότι το τηλεφώνημα αυτό έγινε στις αρχές Απριλίου 2003 και κανονίστηκε ραντεβού στις 10 Απριλίου προκειμένου να υπογραφεί ένα προσύμφωνο. Πραγματοποιήθηκε η συνάντηση, υπεγράφη ιδιωτικό συμφωνητικό και συμφώνησαν όπως αυτός (κατηγορούμενος) λάβει δύο πόστα του εστιατορίου και του καφέ και το 50% της επιχείρησης, ενώ η άλλη πλευρά το υπόλοιπο 50% και τα έσοδα από την είσοδο των εισιτηρίων και την εκμετάλλευση του πολυχώρου. Ότι στις 17-4-2003 του τηλεφώνησε ο ΔΔ και του είπε ότι γίνονται οι ενέργειες να σταλούν τα χρήματα στο λογαριασμό του στην τράπεζα Πειραιώς, στις δε 23-4-2003 τον ενημέρωσε τηλεφωνικά η τράπεζα Πειραιώς ... ότι έχουν πιστωθεί στο όνομα του 926.000 ευρώ περίπου. Ότι την παραμονή της αναλήψεως των χρημάτων, δηλαδή στις 23-4-2003 τηλεφώνησε σε αυτόν με απόκρυψη ο ΔΔ και, αφού του ανέφερε ξανά ότι έχουν πιστωθεί τα χρήματα, άρχισε να του κάνει μία συζήτηση που αφορούσε την οριστική συμφωνία για το ποσοστό συμμετοχής στην επιχείρηση-επένδυση που επρόκειτο να γίνει. Συγκεκριμένα ο ΔΔ, σε αντίθεση με όσα προφορικά αρχικά είχαν συμφωνήσει, του ζητούσε να πάρει η Βαλεντίνο Σπα το 85% της επιχείρησης. Αυτός δε αρνήθηκε και του δήλωσε ότι η συνεργασία διαλύεται. Ότι απάντησε έτσι κατόπιν ενδιάμεσων διαβουλεύσεων που είχε με το δικηγόρο του ΕΕ, ο οποίος τον συμβούλεψε να τους επιστρέψει άμεσα τα χρήματα μόλις τα παραλάβει. Την επόμενη μέρα 24-4-03 μετέβη με το ΕΕ στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στη ..., έκανε ανάληψη 80.000 ευρώ και 20.000 ευρώ και για τα υπόλοιπα χρήματα εκδόθηκε τραπεζική επιταγή σε διαταγή του, την οποία εξαργύρωσε αυθημερόν στο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στην ... στο Σύνταγμα, ... αρ.
- Αφού πήρε όλα τα χρήματα, έδωσε ραντεβού με τον ΔΔ στην επιχείρηση του στις ... και το απόγευμα της 24-4-03 αυτός εμφανίστηκε εκεί με τον ΓΓ και ένα άλλο άτομο αγνώστων λοιπών στοιχείων. Ότι υπήρξε μία διαφωνία για το ποιος ευθύνεται για το σπάσιμο της συμφωνίας και για το θέμα της ποινικής ρήτρας, οπότε αυτός, επειδή είδε ότι τα πράγματα ήταν επικίνδυνα, όχι μόνο λόγω του απειλητικού ύφους του αγνώστου άντρα αλλά και επειδή και οι άλλοι είχαν άγριες διαθέσεις, υπεχώρησε και έδωσε όλα τα χρήματα. Ισχυρίζεται ότι δεν είχε επικοινωνήσει πριν την επιστροφή των χρημάτων με το διευθυντή της Τράπεζας Πειραιώς στη ... ΣΤ, ο οποίος την επόμενη ημέρα της επιστροφής τον πήρε τηλέφωνο και του ζήτησε να επιστρέψει τα χρήματα, ενώ ο ίδιος του απάντησε ότι η συναλλαγή έχει ολοκληρωθεί και ότι δεν είχε τη δυνατότητα να επιστρέψει τα χρήματα στην τράπεζα. Τέλος, εκθέτει ότι δεν γνωρίζει κάποιον ΒΒ, δεν έχει πάει ποτέ στην Ιταλία και δεν γνωρίζει ιταλικά, ενώ δεν ξανασυνάντησε ούτε άκουσε τίποτε για τον ΓΓ και τον ΔΔ, αυτοί εξαφανίστηκαν και δεν ξέρει καν αν τα ονόματα που του έδωσαν ήταν αληθινά". Είναι προφανές ότι πρόκειται για ανεδαφικούς ισχυρισμούς και εξιστόρηση σεναρίων, που ασφαλώς δεν μπορούν να πείσουν οιονδήποτε. Ειδικότερα: Γεννάται κατ' αρχάς, εύλογα, το ερώτημα: πώς ο κατηγορούμενος συνεβλήθη με δύο πρόσωπα που ήλθαν "από το πουθενά" και δεν εγνώριζε ούτε καν τα στοιχεία τους για μια τόσο μεγάλη επιχείρηση με τέτοιο ύψος ποσού επενδύσεως. Αλλά και το κυριότερο, αυτά τα δύο άγνωστα στην ουσία πρόσωπα, πώς ήταν δυνατόν να εμπιστευτούν ένα επίσης άγνωστο σε αυτούς πρόσωπο (τον κατηγορούμενο) και να του στείλουν ένα τόσο μεγάλο ποσό και μάλιστα από την Ιταλία, χωρίς καμία εγγύηση εκ μέρους του προς κατοχύρωση τους. Δηλαδή, κατά τον κατηγορούμενο, του απεστάλη σχεδόν ένα εκατομμύριο ευρώ, ως προκαταβολή για να κατασκευάσει στο μέλλον θεματικό πάρκο στην παραλία ... στην ... συνυπογράφοντας ένα απλό ιδιωτικό συμφωνητικό, σχεδόν μιας σελίδος, με αντισυμβαλλόμενο κάποιον ΓΓ, ως δήθεν εκπρόσωπο της εταιρίας "VALENTINO S.P.A." και χωρίς καν βεβαιωμένο από κάποια αρχή το γνήσιο της υπογραφής των συμβαλλομένων. Χωρίς βεβαίως να υπάρχει και κάποια εξουσιοδότηση προς τον ως άνω ΓΓ από την ανωτέρω εταιρία που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε και μάλιστα για μια τέτοια μεγάλη επένδυση. Αντιθέτως, προέκυψε ότι ο ανωτέρω ενήργησε επί τη βάσει ενός καλά οργανωμένου σχεδίου προκειμένου ο ίδιος (αλλά και άλλοι συνεργοί του) να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος. Συγκεκριμένα: 1) Θέλοντας να πείσει τους υπαλλήλους της τράπεζας Πειραιώς (οι οποίοι θεωρούσαν ύποπτη την παραπάνω συναλλαγή-ανάληψη, λόγω και του ύψους της, αλλά και του διεθνούς της χαρακτήρα, αλλά και του προσώπου του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν ήταν γνωστός σε αυτούς) φρόντισε να παρουσιαστεί στο υποκατάστημα της άνω τράπεζας στη ... με δικηγόρο τον ήδη αποβιώσαντα ΕΕ, ο οποίος ήταν από τους σημαντικούς πελάτες του άνω καταστήματος της τράπεζας, όπου έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης και ο οποίος εγγυήθηκε προφορικά για το ποιος ήταν ο παραλήπτης του άνω εμβάσματος αίροντας έτσι καταρχήν τους όποιους ενδοιασμούς των τραπεζικών υπαλλήλων. 2) Άνοιξε τον παραπάνω τραπεζικό λογαριασμό (αριθ. ...) στις 30-10-2002, στην Τράπεζα Πειραιώς Α. υποκατάστημα ... (οδός ...), μόλις λίγους μήνες πριν την τέλεση των υπό κρίση αξιοποίνων πράξεων (με ποσό 4.000 €) προς εξυπηρέτηση δήθεν των επιχειρηματικών του συναλλαγών. Αφού έκανε δύο αναλήψεις από χίλια ευρώ εκάστη ακολούθησε (την 24-4-2003) η κρίσιμη συναλλαγή, ενώ μετά από αυτή ουδεμία αξιόλογη κίνηση του λογαριασμού έλαβε χώρα. 3) Ενώ επέδειξε μεγίστη επιμέλεια, παρουσιαζόμενος στον άνω υποκατάστημα της τράπεζας Πειραιώς με δικηγόρο προκειμένου να εισπράξει το άνω ποσό (926.000 ευρώ περίπου), δεν έπραξε το ίδιο προκειμένου να εξακριβώσει την πραγματική ταυτότητα των αντρών, οι οποίοι δήθεν, κατά τους ισχυρισμούς, του εκπροσωπούσαν την άνω εταιρεία (VALENTINO S.P.A.), ούτε απευθύνθηκε στην τελευταία για να εξακριβώσει την αλήθεια των ισχυρισμών τους. 4) Έσπευσε να αναλάβει το παραπάνω ποσό αμέσως μόλις αυτό ήταν διαθέσιμο (την 24-4-2003) και μάλιστα ολόκληρο (το ποσό των 100.000 ευρώ από το υποκατάστημα της τράπεζας Πειραιώς στη ... και το υπόλοιπο από το κεντρικό κατάστημα της ίδιας τράπεζας στην ...), προτού γίνουν αντιληπτές οι άνω αξιόποινες πράξεις. Ο ισχυρισμός του ότι επιθυμούσε να επιστρέψει τα χρήματα στους αντισυμβαλλόμενους του (ΓΓ και ΔΔ), οι οποίοι δήθεν εκπροσωπούσαν την εταιρεία VALENTINO S.P.A., δεν αντέχει στη κοινή λογική, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο (επιστροφή των χρημάτων) θα μπορούσε να το πράξει με πολύ μικρότερο κίνδυνο γι' αυτόν, δηλαδή λογιστικά μέσω της ίδιας τράπεζας, απ' όπου εισέπραξε τα χρήματα και χωρίς να χρειαστεί να έχει στη κατοχή του τόσο μεγάλο ποσό, το οποίο μάλιστα μετέφερε από την ... τη ... . Κατά πάσα περίπτωση, αφού, όπως ισχυρίζεται, η συμφωνία ναυάγησε πριν καταβληθούν τα χρήματα (καθόσον η άλλη πλευρά ήθελε μεγαλύτερα ποσοστά συμμετοχής), τότε γιατί δεν τους διεμήνυσε να μην αποστείλουν το συμφωνηθέν ποσό, αλλά, αντιθέτως, ανέμενε να το παραλάβει πρώτα και μετά δήθεν να το επιστρέψει: 5) Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του συνάντησε δήθεν τους ΓΓ και ΔΔ την ίδια ημέρα (24-4-2003) το απόγευμα στη επιχείρηση του στις ..., όπου παρουσία δήθεν του ήδη αποβιώσαντος ΕΕ, τους επέστρεψε το άνω ποσό. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται ως αβάσιμος και διατυπώνεται προκειμένου να δικαιολογήσει την μη επιστροφή των χρημάτων, αφού στην τράπεζα Πειραιώς ήδη από το απόγευμα της ίδιας ημέρας (24-4-2003), έχοντες ενημερωθεί σχετικά, είχαν αρχίσει να αναζητούν το άνω ποσό. 6) Τέλος, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η υπόθεση απησχόλησε την Ιταλική Δικαιοσύνη, με τη δε υπ' αρ. 2112/22-2-2007 απόφαση του Τακτικού Δικαστηρίου του Μιλάνου (VIII Ποινικό Τμήμα). δράστες (και) της υπό κρίση υποθέσεως συνελήφθησαν και καταδικάστησαν (βλέπε στην απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου που μας διεβιβάσθη κατόπιν αιτήματος δικαστικής συνδρομής). Συνεπώς, διατείνεται ο κατηγορούμενος, "... υφίσταται καταδικαστική απόφαση σε βάρος των αληθών υπαιτίων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης, για την ίδια υπόθεση για την οποία ο ίδιος κατηγορείται, οι δε ασχοληθείσες διωκτικές και δικαστικές αρχές (της Ιταλίας) δεν προσήψαν το παραμικρό σε βάρος του, καίτοι ερεύνησαν ενδελεχώς την αυτήν ακριβώς υπόθεση ..." (βλέπε στους λόγους εφέσεως, σελ. 2). Επί του ισχυρισμού αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Κατ' αρχάς στην ανωτέρω απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου γίνεται μνεία και για τον κατηγορούμενο, στο όνομα του οποίου κατετέθη το αναφερθέν ποσό, στοιχείο που επιρρωνύει την εμπλοκή του στην εν λόγω υπόθεση (βλ. σελίδα 5 της αποφάσεως του αλλοδαπού δικαστηρίου). Το γεγονός δε ότι η Ιταλική Δικαιοσύνη "δεν επεξέτεινε την ποινική δίωξη και σε βάρος του κατηγορουμένου, ή ότι δε ζήτησε επίσημα τη συνδρομή των ημεδαπών δικαστικών αρχών", όπως διατείνεται ο κατηγορούμενος στους λόγους εφέσεως του, τούτο δεν σημαίνει ότι υφίσταται και "δεδικασμένο" υπέρ της αθωότητος αυτού για την εμπλοκή του στην υπό κρίση υπόθεση. Εξάλλου επελήφθησαν ούτως ή άλλως οι ημεδαπές δικαστικές αρχές ενόψει της υπό κρίση αυτοτελούς μηνύσεως που υπέβαλε η ανωτέρω παθούσα αλλοδαπή τράπεζα, ως εδικαιούτο, ουδόλως δε κωλύεται η έρευνα της υποθέσεως και η άσκηση ποινικής διώξεως κατά του κατηγορουμένου από τις Ελληνικές Αρχές, αφού δεν συντρέχει κάποιος λόγος που να αποκλείει αυτήν, κατά τα εις το άρθρο 9 Π.Κ. οριζόμενα. Ενόψει των όσων εξετέθησαν προέκυψαν πλέον ή επαρκείς ενδείξεις περί του ότι ο κατηγορούμενος (μόνος ή κατά συναυτουργία με άλλους) τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες εδιώχθη ως οι έννοιες αυτές ανεπτύχθησαν ανωτέρω. Συγκεκριμένα, στη ..., κατήρτισε περί τα μέσα Απριλίου 2003 το εν λόγω τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, στο οποίο πλαστογράφησε τις υπογραφές των εντεταλμένων για τη διαχείριση του τραπεζικού χρήση του, στις 17 Απριλίου 2003, έπεισε το υποκατάστημα της Τράπεζας με την επωνυμία BANCA INTESA S.P.A. στη Vicenza Ιταλίας, να προβεί στην αποστολή του εμβάσματος στο λογαριασμό του κατηγορουμένου στην ενταύθα Τράπεζα Πειραιώς με αντίστοιχη χρέωση του λογαριασμού της εν λόγω εταιρίας, σκοπεύοντας να προσκομίσει στον εαυτό του (και σε άλλους) περιουσιακό όφελος, ύψους 926.605,04 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη της εν λόγω τράπεζας, η οποία είχε εν τέλει και την ευθύνη, αφού η εταιρεία "VALENTINO S.P.A." την ενημέρωσε ότι ουδέποτε έδωσε τέτοια εντολή. Συγχρόνως υπέπεσε και στο έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, καθόσον απέστειλε (μέσω συνεργών του) το ως άνω πλαστό τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, στο υποκατάστημα της ως άνω τράπεζας ως γνήσιο δήθεν και υπογεγραμμένο από τους εντεταλμένους για τη διαχείριση του τραπεζικού λογαριασμού της εταιρία VALENTINO S.P.A. παριστώντας έτσι εν γνώσει του ψευδώς στους υπαλλήλους της ανωτέρω τράπεζας ότι αυτό αποτελούσε αληθινή και γνήσια εντολή της εταιρίας αυτής για την πραγματοποίηση εμβάσματος ποσού 926.604,04 ευρώ σε πίστωση του λογαριασμού του στην Ελλάδα, απ' όπου και ανέλαβε το σύνολο του ποσού που εστάλη με το έμβασμα, από τους παραπλανηθέντες ως άνω υπαλλήλους της τράπεζας, προκαλώντας έτσι ισόποση ζημία στην εγκαλούσα αλλοδαπή τράπεζα με αντίστοιχη δική του (και των συνεργών του) ωφέλεια. Ορθώς, συνεπώς, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών εξετίμησε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, ως αυτά εξετέθησαν ανωτέρω και τα οποία εδέχθη στο σκεπτικό του και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, παραπέμποντας τον εκκαλούντα στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Κατόπιν τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η κρινόμενη έφεση του. Προσέτι δε δέον όπως διορθωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τον τόπο τελέσεως της πλαστογραφίας, ο οποίος ως προκύπτει από το όλο σκεπτικό του βουλεύματος, είναι η πόλη της ..., εκ παραδρομής δε, προφανώς, δεν ετέθη η πόλη αυτή στο διατακτικό αυτού και εγράφη "σε άγνωστο τόπο". Συνεπώς, δέον όπως στην αρχή του διατακτικού αμέσως μετά το στοιχείο Α), αντί των λέξεων "Σε άγνωστο κατά την ανάκριση τόπο", τεθεί η λέξη "Στη ...". Τέλος, επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως τούτο διορθώθηκε ως προς όλες τις διατάξεις του. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον σε αυτήν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο τούτο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άνω άρθρων που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και ορθά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται αναφορά του τρόπου τελέσεως παρά του αναιρεσείοντος των εγκλημάτων που δι' αυτού του αποδίδονται, διαλαμβάνοντας τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία αμφοτέρων των εγκλημάτων τούτων υπό την άνω κακουργηματική τους μορφή κατά επαρκή αιτιολογία. Συγκεκριμένα και όσον αφορά την πράξη της πλαστογραφίας, αναφέρεται το έγγραφο εκείνο, ήτοι η σχετική εντολή μέσω τηλεομοιοτυπίας, ο αριθμός της τηλεομοιοτυπικής συσκευής, ο φερόμενος ως αποστολέας, το περιεχόμενο τούτου, ήτοι η οδηγία του δήθεν αποστολέως (οίκου MARZOTTO S.p.A. TISORERIA) προς την εντολοδόχο τράπεζα (BANGA INTESA S.p.A), εντελλομένη να εμβάσει προς τον αναφερόμενο λογαριασμό του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που αυτός είχε στην τράπεζα ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ (υποκατάστημα ...) το αναφερόμενο ποσό των 926.605,04 ευρώ, το οποίο η άνω τράπεζα, δια χρεώσεως του λογαριασμού της δήθεν εντολέως και πιστώσεως του λογαριασμού του κατηγορουμένου, πράγματι ενέβασε την 17-04-2003 και ο τελευταίος ανέλαβε το ποσό τούτο την 24-04-
- Περαιτέρω, διαλαμβάνεται ότι η άνω έγγραφη εντολή ήταν καθ' ολοκληρίαν πλαστή, φερομένη ως καταρτισθείσα από τον κατηγορούμενο κατά τον αναφερόμενο τόπο, χρόνο και τρόπο, φέρουσα δήθεν τις υπογραφές των αρμοδίων προς τούτο οργάνων τής άνω δήθεν εντολέως προς την τράπεζα αυτή δια συρραφής τούτων από την οποία προήλθε το πλαστό τούτο έγγραφο, το οποίο, κατά τις παραδοχές περαιτέρω του βουλεύματος, ο κατηγορούμενος μέσω συνεργών του (αγνώστων) το απέστειλε, ήτοι το χρησιμοποίησε προς την άνω τράπεζα ως δήθεν προερχόμενο από την άνω εντολέα, τούτο δε ο κατηγορούμενος έπραξε με σκοπό να παραπλανήσει και πράγματι παρεπλάνησε την άνω τράπεζα και η τελευταία του ενέβασε το ποσό τούτο στο λογαριασμό του, το οποίο ανέλαβε και έτσι παρανόμως ωφελήθηκε το ποσό αυτό που είναι ανώτερο των 73.000 ευρώ δια βλάβης της ενταλθείσης τράπεζας, δεχθέν ότι αυτήν βαρύνει η ευθύνη η ανύπαρκτη εντολή προς έμβαση του ποσού τούτου λόγω ενημερώσεώς της από την δήθεν εντολέα περί του ανυπάρκτου τέτοιας εντολής της. Περαιτέρω και όσον αφορά την πράξη της απάτης, διαλαμβάνονται τα στοιχεία εκείνα που συγκροτούν αντικειμενικώς και υποκειμενικώς και το έγκλημα τούτο, αφού αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε ως ανωτέρω με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο πράγματι πέτυχε δια της αναλήψεως του άνω ποσού πείθοντας τους υπαλλήλους της άνω τράπεζας ότι η άνω εντολή είναι γνήσια ως προερχομένη από την άνω εντολέα, ενώ γνώριζε ότι αυτή ήταν πλαστή, πλαστογραφηθείσα ως άνω από τον ίδιο, με αποτέλεσμα να παραπλανηθούν οι υπάλληλοι της τράπεζας αυτής και εμβάσουν το άνω ποσό στον ρηθέντα λογαριασμό του και έτσι να ζημιωθεί η τράπεζα αυτή κατά το ποσό τούτο. Δια του πρώτου λόγου αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, προβάλλονται μερικότερες αιτιάσεις και δη ότι η αιτιολογία του βουλεύματος τούτου περιέχει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά ως προς τους νομικούς συλλογισμούς και τις σκέψεις που στηρίζουν την παραπομπή του (αναιρεσείοντος) και ειδικότερα ότι βεβαίως οι άνω συλλογισμοί και σκέψεις αποτελούν τη λογική βάση του παραπεμπτικού συμπεράσματος, πλην καταστρώνονται και αναφέρονται σε χρονικό διάστημα συμπεριφοράς του που έπεται του χρόνου τελέσεως των πράξεων τούτων. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, καθόσον, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, η αξιόποινη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος χρονικά τοποθετείται στους άνω άχρονους που συνιστούν τους χρόνους τελέσεως των πράξεων αυτών (αρθρ. 17 ΠΚ), ήτοι διαλαμβάνεται ο χρόνος καταρτίσεως του άνω πλαστού εγγράφου και χρήσεως αυτού ως και ο χρόνος παραπλανήσεως των υπαλλήλων της τράπεζας, δοθέντος ότι, όσον αφορά την πράξη της απάτης χρόνος τέλεσης αυτής, είναι, ως ελέχθη, ο χρόνος που ολοκληρώνεται η απατηλή συμπεριφορά (εν προκειμένω δε η 17-4-2003 και είναι διάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, ως και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια του πλανηθέντος, ήτοι, εν προκειμένω, η μεταγενέστερη χρονικώς πίστωση ή ανάληψη του ποσού τούτου είναι υλική πράξη, νομικώς αδιάφορος. Ειδικότερα, η αιτίαση ότι αναιτιολόγητα παραπέμπεται ο αναιρεσείων, αφού δράστης των πράξεων τούτων είναι ο καταδικασθείς από ιταλικό ποινικό δικαστήριο εγκέφαλος της ιταλικής συμμορίας ΖΖ, ότι περαιτέρω, και αν είχε συμμετοχική δράση, προϋποτίθενται: 1) ότι είχε οργανώσει μεγάλο αριθμό προσώπων που δρούσαν στην Ιταλία που θα του παρείχαν χρήσιμες για την προετοιμασία των εντολών ενδείξεις, 2) η συνεργασία του με ταχυδρόμο που θα έψαχνε την αλληλογραφία της άνω εταιρείας, ώστε να τον προμηθεύσει με πανομοιότυπα έγγραφα για τη διαβίβαση της πλαστής εντολής, ως και η ύπαρξη ιδιαίτερης σχέσης του στο εσωτερικό της εταιρείας, από την οποία θα είχε λάβει γνώση των fax που αυτή χρησιμοποιεί, 3) συνεργασία μεγάλου αριθμού πρόσωπων για να του προμηθεύσουν τηλεφωνικές κάρτες στο όνομα τρίτων προσώπων εντός Ιταλίας, προκειμένου να αποστείλει μέσω κινητού τηλεφώνου την πλαστογραφημένη τηλεομοιοτυπία, 4) ανεύρεση καρτών SIM και WIND, προκειμένου να εκτελεστεί είτε η αποστολή του fax είτε να επιβεβαιωθεί η σχετική εντολή, κατά τρόπον ώστε να μην καθίσταται δυνατή ή ένδειξη των κελιών προέλευσης για τις ανωτέρω κλήσεις και αποστολές, 5) η πλήρης γνώση ανάπτυξης και λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος στην Ιταλία, προκειμένου η αποστολή του τηλεομοιοτυπικού μηνύματος και η επιβεβαίωση της εντολής να μην διακινδυνεύσουν με πρόσθετες ενδοτραπεζικές διαβεβαιώσεις, ως επίσης και η εμπειρία και γνώση διεθνών τραπεζικών συναλλαγών, 6) άριστη γνώση της ιταλικής γλώσσας, προκειμένης της συνεργασίας με τα πρόσωπα του οργανωμένου δικτύου, κυρίως όμως τοπικών ιταλικών διαλέκτων που απαγορεύουν την οποιαδήποτε ένδειξη ότι η εντολή δεν προέρχεται από τους αντίστοιχους ιταλούς εκπροσώπους της VALENTINO S.p.A. (που ανήκει στον όμιλο MARZOTTO S.p.A.), 7) η σε βάθος γνώση και διαχείριση της τηλεματικής με άριστη τεχνολογική υποδομή ραδιοκάλυψης και ραδιοανίχνευσης αλλά και λειτουργίας τερματικών κέντρων κινητής τηλεφωνίας στην Ιταλική επικράτεια, ώστε να καθίσταται αδύνατη η ανεύρεσή του ή η εξιχνίαση του δικτύου, γεγονότα κατ' εκτίμηση αναγκαία που δεν συνέβησαν κατά τους ισχυρισμούς του και συνεπώς περί τούτων δεν υφίσταται αιτιολογία, είναι αβάσιμη, αφού τα διαλαμβανόμενα στο βούλευμα στοιχεία είναι επαρκή και επιβάλλουν τον ακροαματικό έλεγχο της υπόθεσης προς έρευνα και των ισχυρισμών τούτων, ως συνδεομένων με την ουσιαστική βασιμότητα των εγκλημάτων αυτών, αφού, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, το κρίσιμο γεγονός της αναλήψεως του χρηματικού τούτου ποσού έγινε από τον αναιρεσείοντα και παραμένει στην κατοχή του. Εξάλλου, περαιτέρω, το προσβαλλόμενο βούλευμα, στηριζόμενο στο αποδεικτικό υλικό, παραδεκτώς προβαίνει και σε σκέψεις, αντικρούοντας τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, διαλαμβάνοντας ανελέγκτως για το πώς ο αναιρεσείων συνεβλήθη με άγνωστα πρόσωπα και δεν γνώριζε καν τα στοιχεία τους και μάλιστα για μια τόσο μεγάλη επιχείρηση, εξάλλου δε, πώς ήταν δυνατόν τα άγνωστα αυτά άτομα να του εμπιστευτούν ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό χωρίς καμία εγγύηση εκ μέρους του, περαιτέρω δε και χωρίς να υπάρχει κάποια εξουσιοδότηση προς αυτούς (ΓΓ- ΔΔ) από την φερόμενη δήθεν ως εντολέα ως άνω εταιρεία. Περαιτέρω και προκειμένου να καταλήξει στην ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων σε βάρος του αναιρεσείοντος, προσδιορίζει το χρόνο που αυτός άνοιξε τον άνω λογαριασμό και την ασήμαντη κίνηση αυτού πριν και μετά την κρίσιμη συναλλαγή της 24-04-
- Πλέον τούτων και προς ενίσχυση της ύπαρξης επαρκών ενδείξεων, ευλόγως περαιτέρω, στο πλαίσιο των σκέψεων υπαγωγής στους άνω νομικούς κανόνες, διαλαμβάνει προβληματισμό ότι, ενώ επέδειξε μεγάλη επιμέλεια εμφανισθείς με νομικό παραστάτη προς ανάληψη των χρημάτων δεν έπραξε το ίδιο προκειμένου να εξακριβώσει την πραγματική ταυτότητα των ατόμων αυτών, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς του, εκπροσωπούσαν την άνω εταιρεία, ούτε απευθύνθηκε σε αυτήν για να εξακριβώσει την αλήθεια των ισχυρισμών τους. Περαιτέρω, επαρκώς αιτιολογείται ο ισχυρισμός του ότι επιθυμούσε να επιστρέψει τα χρήματα στους ΓΓ και ΔΔ, αφού θα μπορούσε να τα επιστρέψει λογιστικά μέσω της ίδιας τράπεζας, χωρίς μάλιστα να κατέχει στα χέρια του ένα τόσο μεγάλο ποσό με τους αντίστοιχους κίνδυνους, άλλωστε δε, αφού από την προηγούμενη, κατά τον ισχυρισμό του, ημέρα είχε διαλυθεί η συμφωνία, λόγω του ότι του είχαν διαμηνύσει ότι δήθεν η εντολέας απαιτούσε μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής στη μέλλουσα επιχείρηση, αυτός την επομένη (24-4-2003) ανέλαβε το ποσό που αφορούσε διαλυθείσα συμφωνία. Τέλος, η καταδίκη κάποιων από το δικαστήριο του Μιλάνου σχετικά με την μείζονα εγκληματική δραστηριότητα στην οποία εμπλέκεται και η παρούσα υπόθεση, δεν δημιουργεί δεδικασμένο υπέρ της αθωότητας του αναιρεσείοντος, αφού, ως ελέχθη, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, τα χρήματα παραμένουν στην κατοχή του. Όθεν, οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, ότι δηλαδή πρόκειται περί αποδοχής προϊόντος εγκλήματος ήδη παραγεγραμμένου, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Όθεν, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 1447 13-07-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του 979/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι