← Ελλάδα

ΑΠ 820/2008 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 820 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια. Περίληψη: Έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδή βεβαίωση αστυνομικού. Αναιρεί και παραπέμπει. ΑΡΙΘΜΟΣ 820/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντώνιου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο, περί αναιρέσεως της 759/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1648/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά το άρθρο 242 παρ.1 του ΠΚ υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά δε το άρθρο 13 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινώς η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του προβλεπόμενου και τιμωρούμενο από την πρώτη από αυτές εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος υπό την ανωτέρω έννοια και ακόμη να είναι αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση και να ενεργεί μέσα στο πλαίσιο της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' του ΠΚ, το οποίο πρέπει να είναι δημόσιο. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται στο άρθρο 13γ' ή σε διάταξη του Π.Κ. Για τον λόγο αυτόν εφαρμόζεται και στο πεδίο του ποινικού δικαίου το άρθρο 438 του ΚΠολΔ κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική υπηρεσία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, όχι δε και εκείνο το οποίο αφορά την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων αρχών και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες. Εξάλλου, με το άρθρο 7 παρ.1 ΠΔ/τος 75/1987 "Αλληλογραφία και συναφή θέματα του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης " ορίζεται ότι "Πιστοποιητικά ή βεβαιώσεις χορηγούνται από τους προϊσταμένους των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας ή τους αναπληρωτές αυτών, καθώς και από τους προϊσταμένους των υποδιευθύνσεων, τμημάτων ή γραφείων των υπηρεσιών, επιπέδου διεύθυνσης και άνω, με εντολή του προϊσταμένου της οικείας υπηρεσίας. Σε περίπτωση που οι διοικητές των υπηρεσιών, επιπέδου Αστυνομικού Σταθμού ή Αστυνομικού Φυλακίου, ελλείπουν ή κωλύονται, και οι αναπληρωτές αυτών δεν είναι ανακριτικοί υπάλληλοι, τα πιστοποιητικά ή βεβαιώσεις χορηγούνται από τις αμέσως προϊστάμενες αυτών Αστυνομικές Αρχές . Περαιτέρω η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ υπάρχει, όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος , όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, συνδυαζόμενο με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του και μετ' εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων στην απόφασή του αυτή αποδεικτικών μέσων, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, ο οποίος υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό Κυπρίνου Ν. Εβρου και εκτελούσε χρέη διοικητή του σταθμού αυτού, στις 27-1-2000 έλαβε το υπ' αριθ. 11/21-1-2000 βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών Ροδόπης. Τούτο απέστειλε ο Εισαγγελέας Πλημ/κών Ροδόπης και με αυτό διατασσόταν ή υφ' όρον απόλυση του κρατούμενου στις δικαστικές φυλακές Κομοτηνής Γ1 και είχαν επιβληθεί στον τελευταίο οι περιοριστικοί όροι της μόνιμης διαμονής του στην........ Ν. Εβρου, καθώς και της εμφάνισής του το πρώτο 10ήμερο κάθε μήνα ενώπιον του διοικητή Α.Τ. της διαμονής του για διάστημα τριών ετών από την απόλυσή του. Στο σχετικό διαβιβαστικό τονιζόταν, εκτός άλλων η παραγγελία σύνταξης εκθέσεων εμφανίσεως του Γ1, χωρίς να υποβάλλονται στην Εισαγγελία, αλλά σε περίπτωση μη εμφάνισής του στο Α.Τ. Κυπρίνου, να γίνει γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού. Ο κατηγορούμενος, όντας αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον υπάλληλος προς τούτο, κατά το μήνα Απρίλιο δέχθηκε το αίτημα του αποφυλακισθέντος Γ1, να εμφανίζεται σ' αυτόν κάθε περιττό μήνα και να υπογράφει ότι εμφανίζεται κάθε μήνα, δηλαδή και για τον μήνα που δεν εμφανιζόταν πραγματικά. Κατόπιν τούτου, ο κατηγορούμενος βεβαίωσε την 8-4-2001, 8-6-2001, 10-8-2001, 10-10-2001 και 10-12-2001 ότι ο Γ1 είχε εμφανισθεί ενώπιόν του, ενώ αυτό ήταν ψευδές και ταυτόχρονα δεν ανέφερε τούτο στην εισαγγελία Πλημ/κών Ροδόπης, ενώ αποτελούσε παραβίαση εκ μέρους εκείνου του ως άνω περιοριστικού όρου. Σύμφωνα με αυτά ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν άδικη πράξη, όπως αυτή διαλαμβάνεται και στο διατακτικό. Συνακόλουθα, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής. Κατά την κρίση του δικαστηρίου ο κατηγορούμενος έζησε ως το χρόνο που τέλεσε το εν λόγω έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης ένταξη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Ακολούθως, με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Τριμελές Εφετείο Θράκης κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο ψευδούς βεβαιώσεως με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ. και του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε

(5)μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία έτη.- Με αυτά όμως που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφή αιτιολογία που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 242 ΠΚ . Ειδικότερα προκύπτει ασάφεια σχετικά με το αν ο αναιρεσείων ήταν καθ' ύλην αρμόδιος να συντάσσει τις ανωτέρω εκθέσεις εμφανίσεως του αποφυλακισθέντος Γ1 ενόψει και του ισχυρισμού του ότι δεν ετύγχανε καθ' ύλην αρμόδιος προ τούτο , καθόσον δέχεται μεν ότι " εκτελούσε χρέη Διοικητή στον Αστυνομικό Σταθμό Κυπρίνου Ν. Έβρου " χωρίς όμως να διευκρινίζεται είτε στο σκεπτικό είτε στο διατακτικό εάν ως αναπληρωτής του Διοικητού του σταθμού ήταν ανακριτικός υπάλληλος στοιχείο απαραίτητο ώστε να τον καθιστά καθ' ύλην αρμόδιο σύμφωνα με τη ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7 του Π.Δ. 75/1987 . Επομένως πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ κατ' ορθή εκτίμηση λόγου της αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση ,αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 759/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης .- Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαρτίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.