Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 83 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Ένδικο μέσο, Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, Προτάσεις. Περίληψη: Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Έννοια άρθρου 281 Α.Κ. Επανυποβολή ισχυρισμών προηγούμενης συζήτησης. Δεν θεωρείται προηγούμενη συζήτηση εκείνη κατά την οποία το δικαστήριο κηρύχθηκε αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Μη εφαρμογή άρθρου 240 ΚΠολΔ στην περίπτωση αυτή. Αναίρεση. Λόγοι από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αβάσιμοι. Κρίση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ στην εξεταζόμενη περίπτωση( Επικυρώνει Εφ. Θεσσ. 2391/2013). Αριθμός 83/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1)Ε. Π. του Ξ. και 2)Ε. συζ. Α. Γ., το γένος Ξ. Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κωστή. Των αναιρεσιβλήτων: 1)Μ. χήρας Χ. Π., το γένος Λ. Κ., κατοίκου ..., 2)Δ. Δ. του Κ., 3)Ε. συζ. Γ. Ι., το γένος Κ. Δ., κατοίκων ..., και 3)Γ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., των τριών τελευταίων ως κληρονόμων του Ευαγγέλου Δεμελίδη του Κωνσταντίνου. Η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Τζόλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, και οι 2ος, 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλεξιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ Κοινοποιούμενης της αίτησης αναίρεσης προς τους: 1)Β. χήρα Η. Ι., το γένος Θ. Φ., 2)Α. συζ. Δ. Κ., το γένος Η. Ι., 3)Β. Ι. του Β. και 4)Η. Ι. του Β., ..., ως κληρονόμους του Η. Ι.. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/10/2010 διεκδικητική αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25027/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, που έκρινε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, και 2391/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 3/2/2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 6/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δεν ιδρύεται και προβαλλόμενος είναι αβάσιμος όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εξετάζει ουσιώδη ισχυρισμό που είχε προταθεί νομίμως, τέτοιον δε ουσιώδη ισχυρισμό ("πράγμα") αποτελεί και η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, εφόσον η ένσταση αυτή υποβλήθηκε νόμιμα και ήταν ορισμένη, με επίκληση των περιστατικών που τη συγκροτούν σύμφωνα με το άρθρο 281 του ΑΚ. Περαιτέρω, κατά τα άρθρο 240 του ΚΠολΔ για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν, ενώ προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης. Κατά δε το άρθρο 281 του ίδιου ΚΠολΔ συζήτηση θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών ως συζήτηση της υποθέσεως θεωρείται εκείνη στο αρμόδιο δικαστήριο, έστω και αν η υπόθεση παραπέμφθηκε σ' αυτό κατά το άρθρο 46 του ΚΠολΔ από το αναρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο είχε αρχικώς εισαχθεί, ή κατά το άρθρο 535 παρ. 2 του ίδιου ΚΠολΔ από το Εφετείο, όταν εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση για αναρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου, με αποτέλεσμα η συζήτηση που έλαβε χώραν ενώπιον του αναρμοδίου δικαστηρίου να μη λογίζεται ως "προηγούμενη συζήτηση" κατά το ως άνω άρθρο 240 του ΚΠολΔ. Παρέπεται ότι ισχυρισμοί που είχαν προταθεί με τις προτάσεις στο αναρμόδιο δικαστήριο νομίμως προβάλλονται με τις προτάσεις στο αρμόδιο δικαστήριο και αν ακόμη στις τελευταίες αυτές προτάσεις έχουν ενσωματωθεί (συρραφθεί) οι πρώτες, που τους περιέχουν και οι οποίες θεωρούνται ως προτάσεις (μέρος των προτάσεων) στο αρμόδιο δικαστήριο, χωρίς να απαιτούνται στην περίπτωση αυτή οι προϋποθέσεις του άρθρου 240 ΚΠολΔ, που δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην εν λόγω περίπτωση. Η αυτή όμως, λύση προσήκει και στην περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση με την οποία εσφαλμένα είχε κηρυχθεί αναρμόδιο το δικαστήριο και είχε παραπέμψει την υπόθεση στο κατ' αυτό αρμόδιο δικαστήριο και μετά ταύτα (το δευτεροβάθμιο δικαστήριο) κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν, σύμφωνα με το άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά συνέπειαν δε ισχυρισμοί που περιείχοντο στις προτάσεις του διαδίκου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου νομίμως προβάλλονται με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου στις οποίες έχουν ενσωματωθεί οι πρώτες, που θεωρούνται μέρος των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, κατά τα προεκτεθέντα. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, οι αναιρεσείουσες άσκησαν την ένδικη διεκδικητική αγωγής τους κατά των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι εναγόμενοι δε αυτοί προς απόκρουση της αγωγής πρότειναν κατά τη συζήτησή της στο ως άνω δικαστήριο μεταξύ των άλλων και την εκ του άρθρου 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγουσών, αφ' ενός μεν με αναφορά των περιστατικών που τη συνιστούν στις προτάσεις που κατέθεσαν στο δικαστήριο και αφ' ετέρου με καταχώρηση της ενστάσεως στα οικεία πρακτικά και ρητή αναφορά στις προτάσεις. Το ανωτέρω δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 25027/2012 απόφασή του έκρινε ότι είναι καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής και την παρέπεμψε στο κατ' αυτό αρμόδικο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το Εφετείο όμως Θεσσαλονίκης με την αναιρεσιβαλλόμενη ήδη υπ' αριθμ. 2391/2013 απόφασή του, που εκδόθηκε επί της εφέσεως των εναγουσών κατά της ειρημένης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, δέχθηκε ότι εσφαλμένα το τελευταίο αυτό δικαστήριο κηρύχθηκε αναρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής και την παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, και μετά ταύτα (το Εφετείο), αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη παραπεμπτική απόφαση, κράτησε την αγωγή και τη δίκασε κατ' ουσίαν, κατά το άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ που προαναφέρθηκε, και εν τέλει απέρριψε την αγωγή ως καταχρηστική, κατά παραδοχήν της σχετικής, εκ του άρθρου 281 του ΑΚ, ενστάσεως των εναγομένων. Την ένσταση αυτή είχαν προτείνει οι εναγόμενοι στο Εφετείο α) η μεν πρώτη αναιρεσίβλητη Μ. Π. με τις νομίμως κατατεθείσες από 10-4-2013 έγγραφες προτάσεις της, στις οποίες είχε ενσωματώσει αυτούσιες (συρράψει) τις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως άνω προτάσεις της, με την επ'αυτών προσθήκη-αντίκρουση, περιέχουσες και την ειρημένη ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ, και β) οι δε λοιποί αναιρεσίβλητοι Δ. Δ. κ.λ.π. με τις νομίμως υποβληθείσες στο Εφετείο από 16-5-2013 προτάσεις τους, στις οποίες αναφέρουν τα περιστατικά που είχαν επικαλεστεί και πρωτοδίκως για τη θεμελίωση της ενστάσεώς τους. Η κατά τα αμέσως προεκτεθέντα προβολή τής εκ του άρθρου 281 του ΑΚ ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων στο Εφετείο είναι σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη νόμιμη, και το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη και εξέτασε την ένσταση αυτή δεν υπέπεσε στην προαναφερθείσα αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο, σκέλος πρώτο και δεύτερο, από τη διάταξη αυτή, λόγο της αιτήσεώς τους. ΙΙ.- Κατά την έννοια του άρθρου 281 AK, κατά το οποίο η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά τον μεσολαβήσαντα χρόνο, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς να εμποδίζουν κατά νόμον τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να κρίνεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του. Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών ή (και) αντιφατικών αιτιολογιών δεν ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της απόφασης αναφέρονται χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι με το υπ' αριθμ. …/1994 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και σύμβαση εργολαβίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Παρσελιά-Παπαϊωάννου, όπως τροποποιήθηκε με το υπ' αριθμ. …/1994 όμοιο, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ανέθεσαν στον μη διάδικο ήδη τότε πρώτο εναγόμενο εργολάβο Η. Ι. την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής σε οικόπεδό τους που βρίσκεται στην οδό ..., στη Θεσσαλονίκη, με τους αναφερομένους στο συμβόλαιο και στην απόφαση, ειδικότερους όρους και συμφωνίες, ότι εις εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο εργολάβος προχώρησε στην ανέγερση της οικοδομής και αποπεράτωσε τους χώρους που περιέρχονταν κατά τη συμφωνία τους στον ίδιο (συνολικά οκτώ διαμερίσματα), ενώ δεν αποπεράτωσε στη συμφωνηθείσα προθεσμία και δεν παρέδωσε στις οικοπεδούχους-ενάγουσες τους χώρους της αντιπαροχής τους και τους κοινόχρηστους χώρους και τις εγκαταστάσεις της οικοδομής, και ότι κατόπιν τούτων και κάνοντας χρήση του σχετικού 9ου όρου της εργολαβικής σύμβασης οι ενάγουσες με την επιδοθείσα στον εργολάβο από 5-10-1996 εξώδικη καταγγελία τους κήρυξαν έκπτωτο τον εργολάβο και υπαναχώρησαν εγκύρως από τη σύμβαση, όπως άλλωστε τούτο είχε ήδη κριθεί με την υπ' αριθμ. 1604/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Με το υπ' αριθμ. …/22-6-1994 προσύμφωνο της ιδίας ως άνω συμβ/φου, ο εργολάβος υποσχέθηκε να πωλήσει και να μεταβιβάσει μέχρι 30-11-1995 στην δεύτερη εναγομένη Μ. χήρα Χ. Π. (πρώτη αναιρεσίβλητη) ένα διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου της μέλλουσας να αναγερθεί στο ανωτέρω οικόπεδο πολυορόφου οικοδομής, της οποίας οι εργασίες, κατά τον χρόνο καταρτίσεως του άνω προσυμφώνου, δεν είχαν αρχίσει ακόμη, εμβαδού μικτού 84,55 τ.μ. και καθαρού 66,47, τ.μ., με αντίστοιχο ποσοστό 90/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, αντί τιμήματος 10.000.000 δραχμών, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί ως εξής: α) ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές εντός δύο ημερών από της καταρτίσεως του προσυμφώνου, που θα αποδεικνύεται με απλή απόδειξη, β) πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές στις 2-8-1994, γ) τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές στην τοιχοποϊία και υδραυλικά και δ) ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, κατά την πλήρη λειτουργία της οικοδομής, όλων των δόσεων αποδεικνυομένων με απλές αποδείξεις του εργολάβου. Με δε το υπ' αριθ. 913/1-6-1995 προσύμφωνο της ιδίας συμβ/φου, ο εργολάβος υποσχέθηκε να πωλήσει και μεταβιβάσει μέχρι 30-8-1995 στον τρίτο εναγόμενο (δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Δ. Μ. κ.λπ.) ένα διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου, με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης δύο
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.