← Ελλάδα

ΑΠ 831/2008 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 831 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια. Περίληψη: Έλλειψη αιτιολογίας λόγω αντιφάσεως αιτιολογικού και σκεπτικού. Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 831/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Ελευθερίου Νικολόπουλου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ...... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πρόκο, περί αναιρέσεως της 9716/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καλλέργη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.2.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 256/

  1. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
  2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 του Π.Κ, όπως αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3327/2005 με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμοδία για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι, το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης προϋποθέτει, είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται, κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος, στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος, αλλά απαιτείται άμεσος δόλος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 § 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί ωστόσο να συνάγεται από την απόφαση, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης (Ποινική ΟλΑΠ 1/2005), καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, όπως και στα εγκλήματα της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτών και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώση ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη διαληφθείσα γνώση. Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
  3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ""Η κατηγορουμένη στην Αθήνα στις 2-10-2001 α) ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση αίτησης που είχε υποβάλει ο σύζυγος αυτής Μ1, για να τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση η μητέρα του ...... κατέθεσε ως μάρτυρας της καθ' ης γεγονότα για τον εγκαλούντα Ψ1 φίλο και συνεργάτη του συζύγου της "...Έμεινε στο ΥΓΕΙΑ πολλούς μήνες, όχι γιατί είχε σοβαρούς λόγους, αλλά γιατί αυτό ήθελαν ο Φ1 και ο Ψ1 . Μέχρι SECURITY έβαλαν και δεν μας άφηναν να μπούμε. Τον έχουν απομονώσει και δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε μαζί του...Δεν μπορεί να επιμεληθεί της δικής του περιουσίας, πως θα επιμεληθεί της πεθεράς μου;..." "Τον κράτησαν οκτώ μήνες στο Νοσοκομείο χωρίς λόγο...Μένει στο .... γιατί τον έπεισε το περιβάλλον του ότι εκεί θα κάνει φυσιοθεραπείες, ενώ έχει χρήματα να έχει προσωπικό θεραπευτή." Τα ανωτέρω ήταν ψευδή και τα γνώριζε η κατηγορουμένη όταν κατέθετε στο άνω δικαστήριο. Ο εγκαλών Ψ1 , όπως ο ίδιος ο σύζυγος της κατηγορουμένης εξεταζόμενος βεβαιώνει ότι είχε πάθει εγκεφαλικό και μόνος του ήθελε να παραμείνει στο Νοσοκομείο για να κάνει φυσιοθεραπείες. Ο ίδιος επίσης ο σύζυγος της ζήτησε δια του δικηγόρου να μπει φύλακας στο Νοσοκομείο για να μην εισέρχεται οποιοσδήποτε στο Νοσοκομείο. Μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο ο Μ1 που είχε υποστεί την 1-11-99, ήταν πλήρως ικανός να χειρίζεται τις υποθέσεις του. Μετά το εγκεφαλικό στις 14-2-2000 έκανε και αγωγή διαζυγίου με την κατηγορουμένη (βλ. αντίγραφο). Όπως προκύπτει από την από 27-1-2000 Ιατρική Πραγματογνωμοσύνη των Ιατρών ......νευρολόγου-ψυχιάτρου και ..... νευρολόγου, μετά το εγκεφαλικό στις 27-1-2000 οι νοητικές και ψυχικές λειτουργίες του δεν ήταν διαταραγμένες. Κρίνεται ότι είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να χειρίζεται τις υποθέσεις του με λεπτομερείς και σαφείς εντολές προς τρίτους (βλ. άνω πραγματογνωμοσύνη), β) τα ανωτέρω που ισχυρίσθηκε η κατηγορουμένη για τον εγκαλούντα ενώ εξεταζόταν ενόρκως και περιήλθαν αυτά σε γνώση των δικαστών, Εισαγγελέων, Γραμματέων, Δικηγόρων τα ισχυρίσθηκε εν γνώσει της και με σκοπό να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος, εκτός της φράσης "Δεν μπορεί να επιμεληθεί της δικής του περιουσίας, πως θα επιμεληθεί της πεθεράς μου;" γιατί η φράση αυτή δεν ενέχει προσβολή για τον εγκαλούντα. Αναφέρεται στο σύζυγο της. Επομένως η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως ειδικότερα στο διατακτικό διαλαμβάνεται με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ., καθ' όσον μέχρι τότε, όπως αποδείχθηκε, διήγε έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό βίο." Όσον αφορά τα κατατεθέντα ενόρκως κατά τον άνω τόπο και χρόνο και δη "Τους είχε δανείσει 170.000.000 δρχ. και μέχρι τότε που μπήκε στο Νοσοκομείο του τα χρωστούσαν και όταν ήταν στο Νοσοκομείο έκαναν συμβολαιογραφική πράξη ότι εξοφλήθηκαν... Πιθανόν να υπάρχουν υποκινητές πίσω από τον άνδρα μου και θέλουν τή δικαστική συμπαράσταση της πεθεράς μου, γιατί χειριζόταν την περιουσία της και για να μην λογοδοτήσουν στα αδέλφια του. Στο Νοσοκομείο πήγαινα τον πρώτο καιρό δίπλα στον άνδρα μου και κάποια μέρα μπήκε ένας μπρατσωμένος και ήλθαν και οι δυο κύριοι και με απειλούσαν." "Μόλις του πήραν τα πληρεξούσια άρχισαν ένα ανελέητο πόλεμο.." ήταν αληθινά. Ο ίδιος ο σύζυγός της δέχεται ότι είχε δανείσει χρήματα στο εγκαλούντα, είχε κάνει αίτηση για δικαστική συμπαράσταση της μητέρας του η οποία απερρίφθη, ενώ είχε βάλει φύλακα στο Νοσοκομείο για να μη δύναται κανείς να τον επισκέπτεται ακόμα και η σύζυγος του, ενώ είχαν όντως δοθεί πληρεξούσια από το σύζυγο της στον εγκαλούντα. Για τα περιστατικά αυτά που είναι αληθινά πρέπει να κηρυχθεί αθώα η κατηγορουμένη ως προς την ψευδορκία. Επίσης να κηρυχθεί αθώα ως προς τη φράση "Δεν μπορεί να επιμεληθεί της δικής του περιουσίας, πως θα επιμεληθεί της πεθεράς μου;" γιατί όπως προκύπτει αυτή η φράση αναφέρεται στο σύζυγό της και όχι στον εγκαλούντα και δεν του προσβάλει την τιμή και υπόληψή του.". Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο την κατηγορουμένη για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης και της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης έξι μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία.
  4. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο Αθηνών δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τις εκτεθείσες ανωτέρω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ παράλληλα στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, υπάρχουν αντιφάσεις στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως και τούτο διότι ενώ δέχεται ότι οι περικοπές της καταθέσεως της κατηγορουμένης που αφορούσαν τα γεγονότα ότι α) ο εγκαλών και ο Φ1 κατά την εισαγωγή του Μ1 στο Νοσοκομείο όφειλαν το ποσό των 170.000.000 δρχ. και ότι οι ίδιοι (εγκαλών και Φ1) όταν ο Μ1 ήταν στο Νοσοκομείο έκαναν συμβολαιογραφική πράξη ότι εξοφλήθηκαν και β) ότι ο Μ1 , όχι από δική του πρωτοβουλία αλλά υποκινούμενος από τρίτους άσκησε αίτηση προκειμένου να τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση η μητέρα του είναι αληθινές, συγχρόνως δέχεται ότι οι περικοπές της ιδίας κατάθεσης ότι ο Μ1 δεν ήταν ικανός να χειρίζεται τις υποθέσεις του και οι νοητικές και ψυχικές λειτουργίες του ήταν διαταραγμένες, ως και ότι ο ίδιος επηρεάστηκε από τρίτους για να παραμείνει στο Νοσοκομείο που είναι θέμα ήσσονος σημασίας σε σχέση με την άσκηση αίτησης για να τεθεί η μητέρα του σε δικαστική συμπαράσταση είναι ψευδείς. Επίσης ενώ δέχεται στο σκεπτικό ως αληθινό ότι ο εγκαλών απειλούσε την κατηγορουμένη στο διατακτικό αυτής αντιφατικά αναφέρεται ότι ο εγκαλών ουδέποτε απείλησε την κατηγορουμένη. Τέλος ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι οι ως άνω περικοπές της κατάθεσης της κατηγορουμένης ως και οι περικοπές της ιδίας κατάθεσης ότι "στο νοσοκομείο πήγαινα τον πρώτο καιρό δίπλα στον άνδρα μου και κάποια μέρα μπήκε ένας μπρατσωμένος άνδρας και ήλθαν και οι δύο κύριοι και με απειλούσαν. Μόλις του πήραν τα πληρεξούσια άρχισαν ένα ανελέητο πόλεμο" ήταν αληθινές στο διατακτικό καταδικάζεται για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και για τα γεγονότα που περιλαμβάνουν οι περικοπές αυτές. Οι αντιφάσεις αυτές καθιστούν την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ελλιπή και τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 225 παρ. 2 και 362-363 ΠΚ που εφαρμόσθηκαν ανέφικτο. Επομένως, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' σχετικοί λόγοι αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 9716/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαρτίου
  5. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.