← Ελλάδα

ΑΠ 835/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 835 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή. Περίληψη: Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 19 του Ν.2523/1997). Στοιχεία του εγκλήματος. Στην ανωτέρω περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του αρμόδιου φορολογικού οργάνου, η οποία αναφορά δεν συνιστά αίτηση διώξεως της Αρχής ώστε να απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 41 του ΚΠΔ. Επαρκής προσδιορισμός της ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου, οι οποίοι εξέδωσαν πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως. Αριθμός 835/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)X1 και 2)X2, κατοίκοι ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 4803/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Βάϊα Παπακωνσταντίνου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουνίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1073/09. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 19 παρ.1 εδαφ.α'του Ν.2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών

(3)μηνών, ενώ κατά το εδαφ.β'του ίδιου άρθρου που προστέθηκε με το άρθρο 40 παρ.1 του Ν.3220/2004, ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής τιμωρείται: α)με φυλάκιση τουλάχιστον ενός
(1)έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων
(3000)ευρώ και β)με κάθειρξη μέχρι δέκα
(10)ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ. Περαιτέρω κατά την παραγρ.4 του ίδιου ως άνω άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι, επίσης, το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιαδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Εξάλλου κατά το άρθρο 21 παρ.2 εδαφ.γ'και 10 εδαφ.β'του ίδιου ως άνω νόμου, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του νόμου αυτού η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από τα όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) η δε παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο. Η ως άνω μηνυτήρια αναφορά δεν έχει το χαρακτήρα της προβλεπόμενης στο άρθρο 41 του ΚΠΔ αίτησης δίωξης και έτσι δεν απαιτείται η σύνταξη πράξεως καταθέσεως αυτής, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη για το ανωτέρω έγκλημα, ούτε απαιτείται για την άσκηση της εν λόγω δίωξης η πάροδος της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατά της φορολογικής εγγραφής ή της τελεσίδικης κρίσης του διοικητικού δικαστηρίου σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής. Περαιτέρω η κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ1 αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος ή αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο, παρόλο που συντρέχουν οι όροι άσκησής της. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθ.4803/2009 αποφάσεώς του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ'είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι από το έτος 1994 διατηρούν επιχείρηση γραφικών τεχνών, διαφημιστικών και τυπογραφικών εργασιών και εμπορίας Η/Υ - φωτογραφικών υλικών, υπό τη μορφή ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία "X1. - X2. ΟΕ", η οποία εδρεύει στη ... και επί της οδού .... Κατά τα έτη 1999, 2000 και 2001 οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας υπό την ιδιότητα των ομορρύθμων εταίρων, διαχειριστών και εκπροσώπων της εν λόγω εταιρίας εξέδωσαν και καταχώρησαν στα βιβλία της τελευταίας: α) για τη χρήση 1999, δέκα
(10)εικονικά τιμολόγια πωλήσεως-εξαγωγής προς διάφορους λήπτες, συνολικής καθαρής αξίας 2.411.2007,57 ευρώ με τα αντίστοιχα δελτία αποστολής και δέκα
(10)πλαστογραφημένα διεθνή φορτωτικά έγγραφα, β) για τη χρήση 2000, είκοσι εννέα
(29)εικονικά τιμολόγια πωλήσεως-εξαγωγής προς διάφορους λήπτες, συνολικής καθαρής αξίας 9.985.664,71 ευρώ με τα αντίστοιχα δελτία αποστολής και είκοσι εννέα
(29)πλαστογραφημένα διεθνή φορτωτικά έγγραφα και γ) για τη χρήση 2001, είκοσι τέσσερα
(24)εικονικά τιμολόγια πωλήσεως-εξαγωγής προς διάφορους λήπτες, συνολικής καθαρής αξίας 7.970.435,14 ευρώ και είκοσι τέσσερα
(24)πλαστογραφημένα διεθνή φορτωτικά έγγραφα, όπως αυτά λεπτομερώς αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας. Οι πωλήσεις-εξαγωγές που δήθεν έγιναν με αυτά σε διάφορες βουλγαρικές εταιρίες και επιχειρήσεις, αφορούν μεγάλες ποσότητες φωτογραφικού χαρτιού, τις οποίες η εταιρία των κατηγορουμένων φέρεται να έχει προμηθευτεί από τις Αθηναϊκές επιχειρήσεις "... ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΕΠΕ" και "... ΦΩΤΟΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΑΕΒΕ", των οποίων όμως τα τιμολόγια μετά από σχετικό έλεγχο της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) Κεντρικής Μακεδονίας κρίθηκαν εικονικά, ως αφορώντα ανύπαρκτες συναλλαγές. Με τον έλεγχο αυτό, που διεξήχθη μετά από σχετική ενημέρωση εκ μέρους του ΣΔΟΕ Αττικής, που έλεγξε τις προαναφερόμενες αθηναϊκές εταιρίες, αποκαλύφθηκε δράση κυκλώματος επιχειρηματιών, που χρησιμοποιούσαν εικονικά φορολογικά στοιχεία και ψευδή τελωνειακά έγγραφα, προκειμένου να εισπράξουν παράνομα επιστρεφόμενο ΦΠΑ εκατοντάδων εκατομμυρίων δραχμών από διάφορες Δ.Ο,Υ., με τη μέθοδο των εικονικών συναλλαγών. Ειδικότερα διαπιστώθηκε ότι, ενώ κύριος προμηθευτής των εταίριών "... ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΕΠΕ" και "... ΦΩΤΟΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΑΕΒΕ" ήταν η εταιρία με την επωνυμία "ΦΩΤΟΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΠΕ", με φερόμενο αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την εμπορία φωτογραφικών ειδών και με έναρξη εργασιών την 22-4-1998 σε κατάστημα, που βρίσκεται στην οδό ..., εντούτοις η εταιρία αυτή, ουδέποτε άσκησε επιχειρηματική δραστηριότητα, ουδέποτε υπέβαλε δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, εκκαθαριστικές δηλώσεις ΦΠΑ και συγκεντρωτικές καταστάσεις τιμολογίων προμηθευτών-πελατών στην αρμόδια ΙΘ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, ενώ πουθενά δεν διατηρούσε αποθηκευτικούς χώρους για τα εμπορεύματα, που φέρονται να έχουν πωληθεί στις ως άνω δύο προμηθεύτριες, της εταιρίας των κατηγορουμένων, εταιρίες. Η εταιρία "ΦΩΤΟΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΠΕ", που εμφανίζεται να διακινεί στο εσωτερικό της χώρας τεράστιες ποσότητες φωτογραφικού υλικού, τις οποίες ουδόλως δικαιολόγησε δια των αντιστοίχων εισαγωγών ή ενδοκοινοτικών αποκτήσεων, συνεστήθη, κατά τα αποδειχθέντα, μόνο και μόνο για τη νομιμοφάνεια των συναλλαγών των επιχειρήσεων, που έλαβαν τα σχετικά φορολογικά στοιχεία, τα οποία αυτή εξέδωσε. Μεταξύ των εταιριών αυτών συγκαταλέγεται και η επιχείρηση "X
  1. - X
  2. ΟΕ", η οποία εμφανίζεται να πραγματοποιεί εξαγωγές μεγάλων ποσοτήτων φωτογραφικού χαρτιού προς την ..., για τις οποίες εξαγωγές ζήτησε και πήρε επιστροφή ΦΠΑ. Το δικαίωμα, ωστόσο, επιστροφής του ΦΠΑ, που άσκησε ως δικαιούχος κατά το χρονικό διάστημα από 1999 έως 2001 η επιχείρηση των κατηγορουμένων, βασίζεται σε εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια, δελτία αποστολής, φορτωτικές κλπ), τα οποία απεικονίζουν ψευδείς κατά το είδος, την αξία, το βάρος κλπ συναλλαγές, υπό την έννοια ότι δεν εξήχθησαν τα συγκεκριμένα εμπορεύματα στις αξίες που αναγράφονται στα εν λόγω φορολογικά στοιχεία, αλλά εξήχθησαν εμπορεύματα διαφορετικά και πολύ μικρότερης αξίας. Απώτερος στόχος των παραπάνω ενεργειών των κατηγορουμένων ήταν, κατά τα προαναφερόμενα, η παράνομη είσπραξη ΦΠΑ, που ανέρχεται για τις χρήσεις 1999, 2000 και 2001 στο ποσό των 3.451.631 ευρώ. Προκειμένου να αποδειχθεί το εικονικό των συγκεκριμένων φορολογικών στοιχείων, οι υπάλληλοι της ΥΠ.Ε.Ε. Κεντρικής Μακεδονίας ζήτησαν και έλαβαν από τις τελωνειακές βουλγαρικές αρχές, στα πλαίσια αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής, στοιχεία για τους παραλήπτες των εμπορευμάτων, στους οποίους φαίνονται να έχουν πωληθεί αυτά από την εταιρία των κατηγορουμένων. Τα ανωτέρω στοιχεία οι υπάλληλοι της ΥΠ.Ε.Ε., τα διασταύρωσαν με αυτά που είχαν κατατεθεί στις ελληνικές τελωνειακές αρχές και συγκεκριμένα στο Δ' Τελωνείο ...ς, οπότε και προέκυψαν πολλές διαφορές ως προς το είδος, την ποσότητα και την αξία των τελωνισθέντων στη ...εμπορευμάτων. Ειδικότερα αποδείχθηκε, ότι ήταν αδύνατον να έχουν μεταφερθεί με τα μεταφορικά μέσα, που αναγράφονται στα φορολογικά στοιχεία, οι εξαγόμενες στη ... ποσότητες φωτογραφικού χαρτιού, διότι είναι κατά πολύ μεγαλύτερες (υπέρογκες) σε σχέση με τον όγκο και τις διαστάσεις τους. Επιπλέον, ενώ στις διασαφήσεις εξαγωγής, που κατατέθηκαν στο Δ' Τελωνείο, φέρεται να εξάγεται φωτογραφικό χαρτί συγκεκριμένου τύπου και πολύ καλής ποιότητας και διαστάσεων, στα συνοδευτικά αυτού έγγραφα (τιμολόγια, ΕUR 1, ΤΙR, CΜR), αναγράφεται απλώς η λέξη ΧΑΡΤΙ (ΡΑΡΕR), χωρίς τη διάκριση του ως φωτογραφικού, που αναβαθμίζει την ποιότητα και την αξία του. Σε άλλες πάλι περιπτώσεις, ενώ αναγράφεται φωτογραφικό χαρτί (ΡΗΟΤΟ ΡΑΡΕR), δεν είναι το ίδιο με αυτό που παραλαμβάνουν τελικώς οι Βούλγαροι εισαγωγείς, πολλές δε φορτωτικές (CΜR), αν και είχαν κατατεθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., εμφανίζονται να παραποιούνται μεταγενέστερα από την έκδοση τους δια της προσθήκης της λέξεως ΡΗΟΤΟ δίπλα στη λέξη ΡΑΡΕR. Αν και τα εξαγόμενα από την εταιρία των κατηγορουμένων εμπορεύματα φέρονται να είναι πολύ μεγάλης αξίας, αυτά ουδέποτε ασφαλίζονται, ενώ η αξία των τιμολογίων, που είναι πολύ μεγάλη για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, φέρεται να εξοφλείται από τους Βούλγαρους εισαγωγείς-αγοραστές τοις απολύτου μετρητοίς, κάτι που δεν συνηθίζεται στις συναλλαγές και δη στις αφορώσες εξαγωγή εμπορευμάτων σε τρίτες χώρες. Οι εξαγωγές αυτές δεν αφορούσαν φωτογραφικό χαρτί, αλλά χαρτί συσκευασίας ή φωτοτυπικό χαρτί που είναι μικρής αξίας, τούτο δε προέκυψε από τον ενδελεχή διασταυρωτικό έλεγχο που διενεργήθη από τους υπαλλήλους της ΥΠ.Ε.Ε. στις λήπτριες επιχειρήσεις της ..., οι οποίες φέρονται να παραλαμβάνουν απλό χαρτί ευτελούς αξίας και κακής ποιότητας και όχι αυτό, που υποτίθεται ότι εξήχθη από το Ελληνικό Τελωνείο για λογαριασμό της εταιρίας των κατηγορουμένων. Άλλωστε, τόσο μεγάλες ποσότητες φωτογραφικού χαρτιού, που είναι ειδικής επεξεργασίας, συσκευασίας, ποιότητας και υψηλής αξίας, είναι αδύνατον να μην υποπέσουν στην προσοχή των τελωνειακών αρχών της Βουλγαρίας, αφού αυτές προκειμένου να τελωνιστούν, θα πρέπει να καταταγούν στην σωστή δασμολογική κλάση. Όλα τα ανωτέρω με σαφήνεια συνάγονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ... και ..., υπαλλήλων της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας, από τα λοιπά έγγραφα που αναγνώστηκαν, κυρίως δε από την υπ' αριθμ. ... Έκθεση Ελέγχου, που οι προαναφερόμενοι υπάλληλοι έχουν συντάξει και στην οποία αναλυτικά εκτίθεται η δράση των δύο κατηγορουμένων, αλλά και άλλων προσώπων, που εμπλέκονται στην έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, με σκοπό την παράνομη είσπραξη επιστρεφόμενου ΦΠΑ. Ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται στον παρόν Δικαστήριο, ότι οι συναλλαγές που απεικονίζονται στα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι ανύπαρκτες και ως εκ τούτου αυτά εικονικά, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην ως άνω νομική σκέψη της παρούσας αποφάσεως. Τα εικονικά δε αυτά φορολογικά στοιχεία εξέδωσαν οι κατηγορούμενοι στη ..., υπό την ως άνω ιδιότητα τους και κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό χρόνους, αν και γνώριζαν την εν λόγω εικονικότητα τους. Συνεπώς, συντρέχουν στο πρόσωπο τους τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη, για την οποία κατηγορούνται και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτής, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας". Ακολούθως στο διατακτικό της αποφάσεώς του το Δικαστήριο όρισε τα εξής : " Κηρύσσει τους κατηγορουμένους ενόχους του ότι στη ... κατά το χρονικό διάστημα από το 1999 έως 2001, από κοινού ενεργούντες, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος: Εξέδωσαν προς διάφορους τρίτους εικονικά-πλαστά φορολογικά στοιχεία, ήτοι στοιχεία που είχαν εκδοθεί για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους Ειδικότερα, έχοντες την ιδιότητα των ομόρρυθμων μελών της Ο.Ε. με την επωνυμία "X
  3. - X
  4. ΟΕ", που εδρεύει στην ..., με αντικείμενο εργασιών "ατελιέ γραφικών τεχνών - διαφημιστικές - τυπογραφικές εργασίες - εμπόριο Η/Υ - φωτογραφικών υλικών"εξέδωσαν:(Ακολουθεί κατάσταση με τα εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία).Επίσης εξέδωσαν και χρησιμοποίησαν πλαστό αντίτυπο Νο 3 των διασαφήσεων εξαγωγής και συγκεκριμένα τα με αριθμ. .... Τα προαναφερθέντα πλαστά αντίτυπα των διασαφήσεων εξαγωγής κατατέθηκαν στις Βουλγαρικές αρχάς κατά την εισαγωγή και παρελήφθησαν από υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομίας, Οικονομικών - Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων- Περιφ. Δ/νση Κεντρικής Μακεδονίας. Τα ανωτέρω αντίτυπα διαφέρουν από αυτά που κατατέθηκαν τόσο στο αρμόδιο Τελωνείο όσο και τα όμοια που κατατέθηκαν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., τόσο ως προς την αξία, όσο και ως προς την περιγραφή του είδους και την δασμολογική κατάταξη. Όλα τα προαναφερθέντα φορολογικά στοιχεία εξαγωγής (τιμολόγια, δελτία αποστολής) που εξέδωσαν οι κατηγορούμενοι ήταν εικονικά αφού επρόκειτο για ανύπαρκτες συναλλαγές, καθόσον δεν εξήχθησαν τα συγκεκριμένα εμπορεύματα στις αξίες που αναγράφονται στα εν λόγω φορολογικά στοιχεία, αλλά εξήχθησαν εμπορεύματα διαφορετικά και πολύ μικρότερης αξίας, με απώτερο στόχο την παράνομη είσπραξη Φ.Π.Α για τις χρήσεις 1999, 2000 και 2001 συνολικού ποσού 3.451.638,21 Ευρώ. Πλαστές ήταν και οι προαναφερόμενες διεθνείς φορτωτικές (ΟΜΚ) διότι παραποιήθηκε ένα από τα δεδομένα στοιχεία της συναλλαγής, αφού έγινε σύγκριση αυτών που κατατέθηκαν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., αυτών που παρελήφθησαν από την υπηρεσία που διενήργησε τον έλεγχο από τις Βουλγαρικές Αρχές" Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τους κηρυχθέντες ενόχους κατηγορουμένους σε ποινή φυλακίσεως τριών
(3)ετών τον καθ'ένα. Από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε σ'αυτήν την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων από κοινού και κατ'εξακολούθηση, για το οποίο καταδίκασε τους κατηγορούμενους τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 98 του ΠΚ και 10, 19 και 21 του Ν.2523/1957, τις οποίες ορθα'εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει: α)τα εικονικά και πλαστά αντίστοιχα φορολογικά στοιχεία που εξέδωσαν οι κατηγορούμενοι, τα οποία αφορούσαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους, β)την από κοινού δράση των κατηγορουμένων υπό την ιδιότητά τους ως ομόρρυθμων μελών της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "X1.-X
  1. ΟΕ", στο όνομα της οποίας εκδόθηκαν τα ως άνω φορολογικά στοιχεία και γ) τη γνώση των κατηγορουμένων για την εικονικότητα και πλαστότητα, αντίστοιχα, των εκδοθέντων φορολογικών στοιχείων και, εκ περισσού, το σκοπό της έκδοσής τους. Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις ακόλουθες αιτιάσεις: α)ότι το Δικαστήριο δέχεται αντιφατικά δύο διαφορετικούς χρόνους τελέσεως των πράξεων και συγκεκριμένα την 22-12-2005 που θεωρήθηκε το πόρισμα του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της Αρχής που διενήργησε τον έλεγχο και το χρονικό διάστημα από το 1999 έως το 2001, που εκδόθηκαν τα σχετικά φορολογικά στοιχεία, με αποτέλεσμα να υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, β)ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού ως προς την ανυπαρξία των συναλλαγών που αφορούν τα εκδοθέντα φορολογικά στοιχεία, γιατί στο διατακτικό αναφέρεται ότι οι συναλλαγές ήταν ανύπαρκτες στο σύνολό τους, ενώ από το σκεπτικό προκύπτει ότι αυτές ήταν κατά ένα μέρος ανύπαρκτες, με αποτέλεσμα να υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και γ) ότι το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη τους, ενώ όφειλε να παύσει οριστικά την ποινικά δίωξη λόγω παραγραφής του αξιοποίνου της πράξεως, επειδή η ποινική δίωξη ήταν απαράδεκτη, αφενός γιατί για τη μηνυτήρια αναφορά που έχει το χαρακτήρα αιτήσεως διώξεως, δεν συντάχθηκε έκθεση κατάθεσής της κατά το άρθρο 41 του ΚΠΔ και αφετέρου γιατί η αναφορά υποβλήθηκε από τον Προϊστάμενο του ΣΔΟΕ που δεν είναι νόμιμο ελεγκτικό όργανο και έτσι υπάρχει εν προκειμένω υπέρβαση εξουσίας. Επί των αιτιάσεων αυτών λεκτέα τα εξής: α)το Δικαστήριο δέχθηκε ως χρόνο τελέσεως των πράξεων το χρονικό διάστημα από 1999 έως 2001 που εκδόθηκαν τα εικονικά και τα πλαστά φορολογικά στοιχεία και ως χρόνο ενάρξεως της παραγραφής του εγκλήματος την 22-12-2005 που θεωρήθηκε το πόρισμα του φορολογικού ελέγχου και έτσι δεν υπάρχει αντίφαση, β)από το σκεπτικό της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι οι συναλλαγές ήταν ανύπαρκτες στο σύνολό τους και έτσι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού και γ)όπως ήδη αναφέρθηκε, η μηνυτήρια αναφορά δεν έχει το χαρακτήρα αιτήσεως διώξεως ώστε να απαιτείται η σύνταξη εκθέσεως καταθέσεώς της, ενώ νομίμως υποβλήθηκε η ανωτέρω αναφορά από τον Προϊστάμενο του ΣΔΟΕ και έτσι δεν είναι απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη και ούτε παρεγράφη το αξιόποινο της πράξεως. Επομένως οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι αβάσιμες και είναι επίσης αβάσιμοι και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ, Ε και Η του ΚΠΔ που στηρίζονται στις αιτιάσεις αυτές. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, καθώς και τα δικαστικά έξοδα του παρασταθέντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία πρέπει να μειωθούν στο μισό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/
  2. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-6-2009αίτηση των : 1)X1 και 2)X2, για αναίρεση της υπ'αριθ.4803/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)Ευρώ για κάθε αναιρεσείοντα, καθώς και τα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των τριακοσίων
(300)Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.