Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 84 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Ισότητα παροχών. Περίληψη: Οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την ειδική παροχή των 176 ευρώ, ανεξάρτητα από το δικαίωμα τους στην απόληψη ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών, όπως το προβλεπόμενο επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης εκπαιδευτικών λειτουργών, το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας των εκπαιδευτικών. Αριθμός 84/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Λαμπρόπουλο, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Γ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 2) Π. Π. του Σ., κατοίκου ..., 3) Α. Σ. του Β., κατοίκου ..., 4) Μ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 5) Β. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 6) Μ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 7) Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 8) Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 9) Ε. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 10) Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 11) Ό. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 12) Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 13) Κ. Τ. του Ι., κατοίκου ... και 14) Κ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σιντόρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Β. Δ. του Π., κατοίκου ... και 2) Θ. Π. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 16-11-2009 αίτησή του. Εκδόθηκε η 47/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 8-4-2011 κλήση των υπό στοιχ. 1ου έως και 10ου αναιρεσιβλήτων - καλούντων. Εκδόθηκε η 1683/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία και πάλι κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 17-6-2012 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 226, 228, 495, 498 και 568 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης γίνεται με κατάθεση αυτού στο γραμματέα του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, μετά την οποία κάθε διάδικος μπορεί, φέροντας αντίγραφο αυτού και της προσβαλλόμενης απόφασης στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, να ζητήσει προσδιορισμό δικασίμου και να φέρει για συζήτηση την υπόθεση με κλήση κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου, που έχει κατατεθεί ή και αυτοτελώς, η οποία επιδίδεται στον αντίδικο. Ο προσδιορισμός γίνεται με απλή σημείωση του Προέδρου του οικείου τμήματος, στο αντίγραφο της αναίρεσης που έχει κατατεθεί. Τα παραπάνω εφαρμόζονται και για τον προσδιορισμό κάθε άλλης δικασίμου. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, επίσης, ότι, για να είναι νόμιμη η κλήτευση του αναιρεσίβλητου για την ορισθείσα από τον Πρόεδρο του αρμόδιου τμήματος του Αρείου Πάγου δικάσιμο προς συζήτηση της υπόθεσης, ανεξάρτητα από το αν η συζήτηση επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα ή από κάποιον από τους αναιρεσιβλήτους, είναι αναγκαία η, προς τον αναιρεσίβλητο που απουσιάζει, επίδοση, νόμιμα και εμπρόθεσμα, και αντιγράφου του δικογράφου της αιτήσεως αναίρεσης, που κατατέθηκε. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 568 § 4 και 576 § 1 και 3 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι σε περίπτωση ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται, αυτεπάγγελτα, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και μόνο σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση για όλους τους διαδίκους. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η από 16-11-2009 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 103/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας προσδιορίσθηκε για εκδίκαση στη δικάσιμο της 7-12-2010, κατά την οποία η συζήτηση της κηρύχθηκε απαράδεκτη. Στη συνέχεια οι αναιρεσίβλητοι, πλην των 11ης και 15ου, με την από 17-6-2012 κλήση τους ζήτησαν και ορίσθηκε νέα δικάσιμος της συζήτησης της υπόθεσης, εκείνη που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, κατά την ανωτέρω δικάσιμο, το αναιρεσείον και οι επισπεύδοντες αναιρεσίβλητοι παρέστησαν με δήλωση του αρθρ. 242 § 2 ΚΠολΔ, ενώ δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι Β. Δ. (11η) και Θ. Π. (15ος), ούτε εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο (έχοντα σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα) με δήλωση κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ. Από τις 2226Γ και 2227Γ/13-7-2012, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας ... προκύπτει ότι αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης και της κλήσης για εμφάνιση κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει το δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία των. Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτήν, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια, επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δε δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΑΠ (ολ) 28/1992). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε το θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.