Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 840 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Διαθήκης ακύρωση. Περίληψη: Ανίκανοι για σύνταξη διαθήκης κατά το άρθρο 1719 παρ. 4 ΑΚ, όπως ισχύε. Αοριστία αγωγής. Λόγοι από 1 και 14: Απορρίπτει. Λόγος από αριθ. 19: Απορρίπτει. Λόγος από αριθ. 10: Απορρίπτει Αριθμός 840/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Β. συζ. Ν., το γένος Π. Μ., 2) Α. Ν. Κ. συζ. Γ., το γένος Π. Μ., 3) Ν. Μ. του Π., 4)Π. Μ. του Ν. και 5) Α. συζ. Π. Μ., το γένος Δ. Ρ., κατοίκων ... . Οι 1η, 2η, 4ος και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καζά και ο 3ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ιερού Ναού Αγίου Νεκταρίου Νέου Ηρακλείου Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενου, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Τασία Βασιλακοπούλου -Πουλή. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου και άσκησε πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών, ως ασκούντος επιμέλεια επί των υπέρ του κράτους και κοινωφελών σκοπών ή ιδρυμάτων καταλειπομένων περιουσιών και δωρεών, υπέρ του αναιρεσιβλήτου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/2/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5271/2000 μη οριστική, 6506/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4997/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/12/2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 13/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων που παραστάθηκαν ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδάφ. β' ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους. Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση (ΑΠ 240/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσίβλητο Ιερό Ναό με αριθμό 3842Γ'/10-3-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 22-2-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο της 20-2-2013, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου προς τον τρίτο αναιρεσείοντα Ν. Μ.. Επομένως, εφόσον ο τρίτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ κατά τη σημερινή, νόμιμη μετ' αναβολή δικάσιμο της 20-2-2013, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επειδή, κατά το άρθρο 80 ΚΠολΔ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 1/1996). Περαιτέρω, από την παραπάνω διάταξη και τον συνδυασμό αυτής με την διάταξη του άρθρου 68 του ιδίου Κώδικα προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση προσθέτου παρεμβάσεως, είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της παρεμβάσεως κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 126 του Α.Ν. 2039/1939 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ. Ν.ΚΠολΔ, και όπως τούτο έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 10 παρ. 2 του Ν.Δ. 958/1971 "Ο Υπουργός των Οικονομικών δύναται να παρεμβαίνει κατά πάσαν στάσιν της δίκης και άνευ της κοινοποιήσεως δικογράφου παρεμβάσεως, αλλά διά των προτάσεων εις δίκας αφορώσας διεκδίκησιν εν όλω ή εν μέρει της υπέρ του σκοπού ταχθείσης περιουσίας, ή την ακύρωσιν των συστατικών πράξεων ως και εν γένει εις πάσας τας δίκας, αίτινες ενδιαφέρουσιν οπωσδήποτε την υπέρ του σκοπού ή υπέρ κοινωφελούς ιδρύματος άνευ ειδικού σκοπού καταλειπομένων περιουσιών". Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση ο Υπουργός των Οικονομικών παραδεκτώς με τις από 21-2-2013 προτάσεις του ασκεί πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ιερού Ναού, στον οποίο με διαθήκη αφέθηκε περιουσία για τους κοινωφελείς σκοπούς του, και κατά των αναιρεσειόντων. Επειδή, κατά μεν το άρθρο 1718 ΑΚ διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Κατά δε το άρθρο 1719 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτό ίσχυε πριν από τη με το άρθρο 30 του ν. 2447/1996 τροποποίησή του και εφαρμόζεται ως προς τις διαθήκες, που έγιναν υπό το κράτος της ισχύος του, δηλαδή πριν από την 30-12-1996, "ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή δεν έχουν τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, έλλειψη συνειδήσεως των πραττομένων υπάρχει, όταν ο διαθέτης από θόλωση της διάνοιας από κάποιο νοσηρό ή μη αίτιο, σε βαθμό συγχύσεως, αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξεως που επιχειρεί, δηλαδή της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη της συνειδήσεως, αφού αρκεί η σε μεγάλο βαθμό σύγχυση της συνειδήσεως. Στέρηση δε της χρήσεως του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας υπάρχει, όταν συντρέχει διανοητική ή ψυχική διαταραχή, οφειλομένη σε ασθένεια, επιφέρουσα, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αδυναμία λογικής στάθμισης και ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη, ο οποίος μπορούσε μεν να έχει επαρκή αντίληψη για το τί έπραττε συντάσσοντας τη διαθήκη του, αλλά, εξαιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής δεν ήταν η βούλησή του ελεύθερη στο βαθμό που είναι του ομαλά ψυχικά ανθρώπου, δηλαδή δεν μπορούσε αυτός να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του και να αντισταθεί, έτσι, σε υποβολή προερχόμενη από άλλους. Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ. η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.ά. Για να είναι δε ορισμένη η σχετική αγωγή ακυρότητας της διαθήκης, πρέπει να αναφέρεται ο λόγος της ανικανότητας προς σύνταξη της διαθήκης και τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την ανικανότητα αυτή. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή, ή, αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Αντιθέτως, η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 KΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 8-2-1999 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ιερού Ναού προκύπτει, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, ότι με αυτήν ο τελευταίος ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: Ότι δυνάμει της .../14-6-1994 δημόσιας διαθήκης της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Τσαβδαρίδου - Λαγοπάτη, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, η αποβιώσασα στις 16-12-1996 Σ. Κ. εγκατέστησε γενική κληρονόμο της την αδελφή της Μ. Τ. σε όλη την καταληφθείσα περιουσία της, πλην ενός καταστήματος στον οδό ... στη ..., το οποίο όρισε, ότι θα περιέλθει στον βαφτισιμιό της Α. Χ., συγχρόνως δε όρισε ότι, εφόσον η αδελφή της προαποβιώσει, ολόκληρη η κληρονομιά της, πλην του πιο πάνω καταστήματος, να περιέλθει στον αναιρεσίβλητο Ιερό Ναό. Ότι πράγματι η τιμηθείσα με την ανωτέρω διαθήκη αδελφή της κληρονομουμένης προαποβίωσε αυτής στις 11-3-1995 και ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατέστη, δυνάμει της ως άνω διαθήκης, γενικός κληρονόμος επί της κληρονομιαίας περιουσίας, εξαιρουμένου του προαναφερθέντος καταστήματος. Ότι, με την μεταγενέστερη της πιο πάνω προηγούμενης, νέα με αριθμό .../12-1-1995 δημόσια διαθήκη της συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολέττας Γυφτοπούλου - Ψύχου, που επίσης δημοσιεύθηκε νόμιμα, η ίδια κληρονομούμενη εγκατέστησε ως κληρονόμους της τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες σε διάφορα αντικείμενα της κληρονομιαίας περιουσίας, καθώς και τον πιο πάνω βαφτισιμιό της σε ένα μόνο κατάστημα εκ των περιλαμβανομένων στην κληρονομιά ακινήτων, εξαντλώντας με τις διατάξεις της διαθήκης αυτής τον κλήρο. Ότι η τελευταία αυτή διαθήκη είναι άκυρη, διότι κατά το χρόνο της σύνταξής της, η διαθέτιδα ήταν ανίκανη να συντάξει διαθήκη, καθόσον βρισκόταν σε κατάσταση ελλείψεως συνειδήσεως των πραττομένων και δη είχε θολωμένη την διάνοια σε βαθμό συγχύσεως, η οποία της είχε προκληθεί από πολύμηνο κοινωνικό αποκλεισμό και ιδεασμούς, που την είχαν υποβάλλει οι αναιρεσείοντες, σε έδαφος προϊούσας απομείωσης των πνευματικών της ικανοτήτων, τόσο φυσιολογικής λόγω προχωρημένης ηλικίας, όσο και παθολογικής λόγω εξελισσόμενης γεροντικής άνοιας, άλλως ότι βρισκόταν σε κατάσταση αποκλεισμού της χρήσεως του λογικού, από την οποία ήδη έπασχε και ειδικότερα συνεπεία εδραιωμένης βαριάς μορφής γεροντικής άνοιας, σε κάθε δε περίπτωση σε κατάσταση αποφασιστικού περιορισμού της λειτουργίας της βουλήσεώς της, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, αντίστοιχης με τα συμπτώματα της εν λόγω ασθένειας. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της τελευταίας υπέρ των εναγομένων-αναιρεσειόντων δημόσιας διαθήκης της κληρονομουμένης. Η ανωτέρω αγωγή, όπως εκτιμάται, είναι ορισμένη, αφού σ' αυτή αναφέρονται με πληρότητα, όλα τα απαραίτητα κατά νόμο στοιχεία, τόσο για τον αναφερόμενο λόγο ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, όσο και ως προς τα πραγματικά περιστατικά, που τη θεμελιώνουν και ειδικότερα δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή. Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ως ορισμένη την ένδικη αγωγή, παραβίασε, αντίστοιχα, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, όπως ίσχυε, και τη δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Την 16-12-1996 απεβίωσε στη ..., στον οίκο ευγηρίας "..." η Σ. χήρα Κ. Κ., κάτοικος εν ζωή ..., Η ανωτέρω αποβιώσασα, ενόσω ακόμη ζούσε ο σύζυγός της Κ. Κ., με την .../9-2-1972 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ν. Ιωνίας Αττικής Νεόφυτου Φιντάνογλου και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 1254/1997 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο σε όλη την ακίνητη και κινητή περιουσία της τον παραπάνω σύζυγο της, ο οποίος με την υπ' αριθμ. .../9-2-1972 όμοια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 1939/1986 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε ταυτόχρονα την ανωτέρω αποβιώσασα σύζυγό του μοναδική κληρονόμο του. Ακολούθως την 20-2-1986 απεβίωσε ο Κ. Κ. και η ανωτέρω αποβιώσασα Σ. Κ. με την υπ' αριθμ. .../6-5-1987 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Αττικής Ζάμπιας Παπακαλού και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 1258/1997 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ανακάλεσε την ως άνω προηγούμενη διαθήκη της. Μετά το θάνατο του συζύγου της, η παραπάνω αποβιώσασα Σ. Κ. με την υπ' αριθμ. .../2-4-1990 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ν. Ιωνίας Αττικής Ζάμπιας Παπακαλού και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 1256/1997 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε κληρονόμους της σε δήλο αντικείμενο της κληρονομιάς τον τέταρτο και την πέμπτη των εναγομένων, γείτονές της, με τους οποίους είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις, και συγκεκριμένα όρισε: "να λάβουν από κοινού μετά το θάνατό της την ισόγεια μονοκατοικία της με το οικόπεδο της, που βρίσκεται στο ... στην οδό ... αριθμ. 10, με την ελπίδα ότι τα αγνά και ανθρώπινα αισθήματα, που τρέφουν απέναντί της, δεν θα αλλάξουν μέχρι τέλους της ζωής της και θα της συμπαρασταθούν σε οποιαδήποτε ανάγκη της". Στη συνέχεια, η ανωτέρω διαθέτης με την υπ' αριθμ. .../28-5-1990 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 1257/1997 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε κληρονόμους της σε έτερο δήλο αντικείμενο της κληρονομιάς της και τις θυγατέρες των ανωτέρω τέταρτου και πέμπτης των εναγομένων, ήτοι την Β. Β., (πρώτη εναγομένη) και την Α.-Ν. Κ., (δεύτερη εναγομένη ), ορίζοντας να περιέλθει μετά το θάνατό της κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, ο θάλαμος με το WC του πρώτου ορόφου πάνω από το ισόγειο της τριώροφης οικοδομής της, (κτίριο Ι), που βρίσκεται στη ... επί των οδών ... (πρώην ...) αριθ. 95 και ... αριθ.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.