Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 844 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Θήρα παράνομη. Περίληψη: Δύο συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε τον πρώτο των αναιρεσειόντων για παράνομη θήρα λαγών με κυνηγετικό όπλο εκτός χρόνου κυνηγετικής περιόδου σε χώρο εκτός ζώνης κυνηγίου και για θήρα λαγών άνευ αδείας από το αρμόδιο Δασαρχείο και τον δεύτερο των αναιρεσειόντων για παράνομη θήρα λαγών με κυνηγετικό όπλο εκτός χρόνου κυνηγετικής περιόδου σε χώρο εκτός ζώνης κυνηγιού. Απορρίπτονται οι λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν είναι απαραίτητη η παράθεση στην καταδικαστική απόφαση για τις άνω πράξεις στοιχείων για το είδος του όπλου με το οποίο θήρευαν οι κατηγορούμενοι, την εταιρεία κατασκευής των όπλων, του αριθμού της αδείας κατοχής κυνηγετικού όπλου, του ονόματος του νομίμου κατόχου ή ιδιοκτήτη του κυνηγετικού όπλου και αν το όπλο αυτό ήταν λειτουργικά ικανό για να σκοτώσει θηράματα, ούτε επί όλων απαιτείται η εξειδίκευση της ιδιότητας του καταλάβοντος τους κατηγορουμένους να θηρεύουν ως δημοσίου δασικού υπαλλήλου ορισμένου δασαρχείου ή ως ιδιωτικού φύλακα θήρας προσληφθέντος από κάποια κυνηγετική ομοσπονδία ούτε απαιτείται περαιτέρω να γίνεται μνεία στην απόφαση ποια και πόσα θηράματα είχαν θηρεύσει οι κατηγορούμενοι και ποια ήταν με βάση συγκεκριμένη απόφαση δημοσιευθείσα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η διάρκεια των κυνηγετικών περιόδων, αλλά αρκούσε η αναφορά της δασικής ρυθμιστικής διάταξης θήρας του αρμοδίου Δασαρχείου, η οποία είχε εκδοθεί βάσει των οικείων διατάξεων του δασικού κώδικα και του Ν. 996/1971, δεν στηριζόταν σε κανονιστικού χαρακτήρα άλλη υπουργική απόφαση για το κύρος της οποίας να ήταν απαραίτητη η δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Δεν υπάρχει αντίφαση ή ασάφεια στην καταδικαστική απόφαση από τη μη αναφορά ότι κατασχέθηκαν τα κυνηγετικά όπλα και τα θηράματα, αφού έγινε δεκτό ότι δεν κατέστη δυνατή η κατάσχεση των αφού για την τέλεση της παράνομης θήρας δεν απαιτείται η χρήση του κυνηγετικού όπλου με πυροβολισμούς κατά του θηράματος ούτε η επίτευξη συλλήψεως των θηραμάτων αλλά αρκούσαν όσα δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση στο σκεπτικό όπως συμπληρώνεται από το διατακτικό, στο οποίο γίνεται παραπομπή και έτσι απορρίφθηκε και ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος για εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων που αφορούν τα συγκεκριμένα μέσα άσκησης παράνομης θήρας ως προϋποθέσεως για την τέλεση αυτής της αξιοποίνου πράξεως. Απορρίπτεται ο λόγος ακυρότητας για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ) διότι δόθηκε τελευταία ο λόγος στον κατηγορούμενο παρά το ότι δεν αναφέρεται ονομαστικά πριν αποφασίσει το Δικαστήριο, τόσο επί της ενοχής όσο και επί της ποινής και δεν ήταν αναγκαίο να δοθεί εκ νέου λόγος στον πρώτο αναιρεσείοντα ως προς την επιβλητέα σ' αυτόν συνολική ποινή εν όψει της καταδίκης αυτού για δύο αξιόποινες πράξεις. Αριθμός 844/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ...και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βουλγαράκη, περί αναιρέσεως της 204/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαβρύτων. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαβρύτων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23.11.2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1666/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι υπ' αριθ. εκθέσεως ... αυτοτελείς αιτήσεις των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2, περί αναιρέσεως της 204/12.5.2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαβρύτων είναι συναφείς και συνεκδικάζονται. Με τη διάταξη του άρθρου 261 του ν.δ. 86/1969, όπως ετροποποιήθηκε με το άρθρο 11 ν.δ. 996/1971 και το άρθρο 8 του ν. 177/1975, ορίζεται ο χρόνος της θήρας και ειδικότερα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι η κυνηγετική περίοδος κατά την οποία γενικώς επιτρέπεται η θήρα άρχεται: α) του λαγωού, από 15ης Σεπτεμβρίου και λήγει την 10ην Ιανουαρίου..... ενώ κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, δύναται δι' αποφάσεώς του, κατόπιν προτάσεως της Δασικής Αρχής ή της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας, να περιορίζει την διάρκεια της κυνηγετικής περιόδου ή τις εντός αυτής ημέρες θήρας σε όλη την επικράτεια ή περιφέρειες αυτής και περαιτέρω κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου επιτρέπεται η θήρα μόνον κατά τη διάρκεια της ημέρας, ήτοι ημίσεια ώρα προ της ανατολής και μέχρι ημίσεια ώρα μετά τη δύση του ηλίου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ιδίου ν.δ. 86/1969, η θήρα επιτρέπεται μόνον στον κάτοχο αδείας θήρας, η οποία εκδίδεται στον τόπο μονίμου κατοικίας του από την αρμόδια δασική αρχή. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 287 παρ. 10 περ. β' του ν.δ. 86/1989 με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή ή με αμφότερες τιμωρούνται...... β) όποιος θηρεύει σε χρόνο που δεν εμπίπτει εντός της κυνηγετικής περιόδου...... και κατά τη διάταξη της παραγράφου 11 περ. δ' του ιδίου άρθρου του άνω ν.δ. με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή ή και με αμφότερες τιμωρούνται..... δ) οι θηρεύοντες άνευ αδείας θήρας. Κατά τα οριζόμενα δε στο άρθρο 288 ν.δ. 86/1969, τα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος κώδικος κατεχόμενα, κατασκευαζόμενα, πωλούμενα ή χρησιμοποιούμενα παντός είδους όργανα κ.λπ. μέσα, που έχουν σκοπό την θήρα, σύλληψη ή θανάτωση εν γένει αγρίων ζώων (θηλαστικών ή πτερωτών), ασχέτως εποχής, κατάσχονται και το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο διατάσσει την δήμευση των κατασχεθέντων και τα μεν απαγορευμένα μέσα καταστρέφονται, τα δε άλλα εκποιούνται από επιτροπή, οριζόμενη από τον Εισαγγελέα.....(παρ. 1).... Εάν δε για οποιονδήποτε λόγο τα όπλα, δίκτυα, παγίδες και λοιπά μέσα παρανόμου θήρας δεν έχουν κατασχεθεί και ο κάτοχος τούτων καταδικάζεται, διατάσσεται υποχρεωτικώς με την καταδικαστική απόφαση η δήμευση τούτων.... Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι παράνομηθήρα τελείται, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν πραγματοποιείται σε χρόνο που δεν εμπίπτει εντός της κυνηγετικής περιόδου που έχει ορισθεί για τα διάφορα θηράματα στην περιφέρεια του κάθε Δασαρχείου, καθώς και όταν αυτοί που θηρεύουν δεν είναι εφοδιασμένοι με άδεια θήρας εκδιδομένη από την αρμόδια δασική αρχή. Ο δράστης αυτής της εγκληματικής πράξεως πρέπει να έχει την γνώση και θέληση τελέσεως αυτής με την αναζήτηση θηραμάτων με σκοπό θανατώσεώς των και στην ενέργεια αυτή δύναται να προέλθει κατέχοντας κυνηγετική όπλο ή άλλα απαγορευμένα από το νόμο μέσα ή όργανα προς τον σκοπό αυτόν δεν απαιτείται δε για την τέλεση της παράνομης θήρας ούτε να έχει κάνει χρήση του κυνηγετικού όπλου και να έχει πυροβολήσει κατά του θηράματος, ούτε η επίτευξη της συλλήψεως και θανατώσεως του θηράματος. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα να μη στερείται η απόφαση αιτιολογίας, εφόσον στο διατακτικό αυτής, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχονται πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού. Πρέπει όμως να υπάρχει σκεπτικό στην προσβαλλόμενη απόφαση με ρητή αναφορά στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επίσης, για να υπάρχει η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις αιτιολογία, πρέπει κατά την αναφορά των αποδεικτικών μέσων να γίνεται μνεία αυτών, γενικά κατά το είδος των, χωρίς και να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ. (Ολ. ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νομού, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαβρύτων, δικάζον σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό αυτής, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις) στο ακροατήριο των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν, έγγραφα που αναγνώσθηκαν και απολογίες των κατηγορουμένων) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 12/9/2006 και περί ώρα 9.00 οι ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι κατελήφθησαν να θηρεύουν λαγούς εκτός της κυνηγετικής περιόδου σε χώρο εκτός ζώνης κυνηγίου καθόσον ως έναρξη της κυνηγετικής περιόδου για τα παραπάνω θηράματα είχε ορισθεί με την υπ' αριθμό 2/1703/16.8.2006 δασική ρυθμιστική διάταξη θήρας του Δασαρχείου ... η 15η Σεπτεμβρίου 2006 και η προαναφερόμενη τοποθεσία ήταν εκτός ζώνης κυνηγίου. Επιπρόσθετα, ο πρώτος κατηγορούμενος κατελήφθη κατά τον άνω τόπο και χρόνο να θηρεύει λαγούς με κυνηγετική καραμπίνα χωρίς να είναι εφοδιασμένος με άδεια θήρας του αρμοδίου Δασαρχείου .... Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε το Δικαστήριο και κήρυξε ένοχους αμφότερους τους αναιρεσείοντες κατηγορούμενους της πράξεως της παράνομης θήρας λαγών με κυνηγετικά όπλα κατά τόπο και χρόνο μη εμπίπτοντα εντός της κυνηγετικής περιόδου και σε χώρο εκτός ζώνης κυνηγίου στην τοποθεσία ... στις 2/9/2006 περί ώρα 09.00 και τον ήδη αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Χ1 ένοχο και του ότι στο άνω τόπο και χρόνο κατελήφθη χωρίς άδεια θήρας από το αρμόδιο Δασαρχείο Καλαβρύτων, με κυνηγετική καραμπίνα, να θηρεύει λαγούς, κατεδίκασε δε τον πρώτο κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών για κάθε πράξη, και του επέβαλε μια συνολική ποινή φυλακίσεως έξι
(6)μηνών και τον δεύτερο κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων
(4)μηνών, την εκτέλεση των οποίων ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει το Δικαστήριο σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο εκ των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ1 και του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων ο κατηγορούμενος Χ2, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 261 παρ. 2, 262 παρ. 1, 287 παρ. 10 περ. β' και 11 παρ. δ, 288 του ν.δ. 86/1969 όπως ίσχυαν μετά την αντικατάστασή των με το άρθρο 8 του ν. 177/1975 και το ν.δ. 996/1971, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και αρκούσαν οι διατάξεις αυτές να παρατεθούν ως εφαρμοστέες για την καταδίκη των κατηγορουμένων για τις πράξεις αυτές. Η ύπαρξη του δόλου των κατηγορουμένων δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των άνω αξιόποινων πράξεων και προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την ενοχή των κατηγορουμένων, χωρίς να αξιώνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση συνδρομή προσθέτων στοιχείων για την υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων. Οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση το είδος του κυνηγετικού όπλου με το οποίο θήρευε καθένας από αυτούς και αν ήταν μονόκαννο ή δίκαννο με λείο ή ραβδωτό το εσωτερικό της κάνης ή εάν επρόκειτο για επαναληπτική καραμπίνα καθώς και η εταιρεία κατασκευής των όπλων ούτε ο νόμιμος κάτοχος ή ιδιοκτήτης αυτών και ο αριθμός της αδείας κατοχής κυνηγετικού όπλου όπως και αν αυτό ήταν λειτουργικά ικανό να θανατώσει θηράματα. Επίσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την άνω απόφαση δεν διέλαβε σ' αυτήν ποιο ή ποια πρόσωπα κατέλαβαν τους ίδιους να θηρεύουν και αν αυτά ενεργούσαν ως δημόσιοι δασικοί υπάλληλοι ορισμένου δασαρχείου ή ως ιδιωτικοί φύλακες θήρας που να είχαν προσληφθεί από κάποια κυνηγετική ομοσπονδία, ούτε αναφέρει ποιά και πόσα θηράματα (λαγούς) είχαν θηρεύσει οι κατηγορούμενοι και αν αυτά κατασχέθηκαν και ακόμη δεν προσδιορίζει τη διάρκεια των κυνηγετικών περιόδων 2005-2006 και 2006-2007 και με ποια συγκεκριμένη υπουργική απόφαση, δημοσιευμένη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως είχαν αυτές ορισθεί όπως και εάν η 2/1703/16.8.2006 δασική ρυθμιστική διάταξη θύρας του Δασαρχείου Καλαβρύτων είχε εκδοθεί και δημοσιευθεί νομίμως κατ' εξουσιοδότηση συγκεκριμένης Υπουργικής Αποφάσεως δημοσιευμένης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για τη μη παράθεση των άνω στοιχείων στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι απορριπτέες. Δεν είναι απαραίτητο για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες να μνημονεύονται στοιχεία με τα ειδικότερα χαρακτηριστικά των όπλων με τα οποία θήρευαν, αλλά αρκούσε η παραδοχή ότι κυνηγούσαν θηράματα με κυνηγετικά όπλα εκτός της κυνηγετικής περιόδου. Δεν καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι για παραβάσεις της νομοθεσίας περί κατοχής κυνηγετικών όπλων για να έχει σημασία αν είχε εκδοθεί άδεια κατοχής για αυτά στο όνομά τους ως ιδιοκτητών αυτών. Εξ άλλου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι κατηγορούμενοι θήρευαν παρανόμως εκτός κυνηγετικής περιόδου λαγούς κατά παράβαση της αναφερόμενης και αναγνωσθείσης ρυθμιστικής απαγορευτικής διάταξης θήρας του Δασαρχείου Καλαβρύτων. Με αυτή οριζόταν ότι το κυνήγι λαγού επιτρεπόταν από 15/9/2006 μέχρι 10/1/2007, τρεις ημέρες την εβδομάδα, ήτοι κάθε Τετάρτη, Σάββατο και Κυριακή. Από την παραδεκτή επισκόπηση, στα πλαίσια ελέγχου της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως της εν λόγω 2/1703/16.8.2006 ρυθμιστικής απαγορευτικής διάταξης θήρας του άνω Δασαρχείου προκύπτει ότι αυτή είχε εκδοθεί με βάση τις διατάξεις των άρθρων 251 παρ. 2, 257 παρ. 5, 258 παρ. στ, 259 παρ. 2α και 2β, 261 παρ. 4 και 5 του ν.δ. 86/1969, του άρθρου 2 του ν. 996/1971 και των άρθρων 7 και 8 του ν. 177/1975 καθώς και με βάση τις διατάξεις της δημοσιευθείσης στο τεύχος β' της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως (αρ. φύλλου 757/18.12.1985) υπ' αριθμό 414985/1985 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Γεωργίας, η οποία είχε εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 2 παρ. 1ζ' και 3 του ν. 1338/1983. Η ως άνω όμως κοινή υπουργική απόφαση αφορούσε τα μέτρα διαχείρισης της άγριας πτηνοπανίδας και την θήρα πτηνών και δεν εφαρμόζονταν οι διατάξεις της στην προκείμενη υπόθεση που αφορούσε παράνομη εκ μέρους των ήδη αναιρεσειόντων θήρα λαγού. Η άνω ρυθμιστική απαγορευτική διάταξη του Δασαρχείου Καλαβρύτων δεν στηριζόταν σε κανονιστικού χαρακτήρα άλλη υπουργική απόφαση για το κύρος της οποίας να είναι απαραίτητη η δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η κρίση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση περί της τελέσεως από τους ήδη αναιρεσείοντες των άνω αξιόποινων πράξεων στηρίζεται στα αναφερόμενα, ότι λήφθηκαν υπόψη, αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης, περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των ενόρκων εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας, που ήταν ο Β1 , ... και ο Β2.... Οι μάρτυρες αυτοί είναι εκείνοι που εξετάσθηκαν και στη δίκη στον πρώτο βαθμό, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ευρισκόμενης στη δικογραφία 200/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κλειτορίας, μετά των πρακτικών της, κατά της οποίας είχαν ασκήσει εφέσεις οι ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι. Σε κλήτευση δε των άνω μαρτύρων ως εκείνων που εξετάσθηκαν στην πρωτόδικη δίκη προήλθε κατά την προπαρασκευαστική διαδικασία κατά το άρθρο 500 Κ.Ποιν.Δ. ο Εισαγγελέας του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμούσαν οι εφέσεις των άνω κατηγορουμένων προκειμένου να εξετασθούν και στην κατ' έφεση δίκη. Προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε αναμφισβητήτως υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του και την κατάθεση του μάρτυρα Β2, ανεξάρτητα από το ότι είχε πρωτοδίκως προταθεί και εξετασθεί ως μάρτυρας υπερασπίσεως, ενώ στη δίκη κατ' έφεση λόγω της κλητεύσεώς του κατά τα ανωτέρω από τον Εισαγγελέα αναγράφεται στα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως μάρτυρας κατηγορίας. Δεν ήταν περαιτέρω απαραίτητο, για να ληφθεί υπόψη η κατάθεση του μάρτυρα Β1, ο οποίος δήλωσε ότι ήταν θηροφύλακας που είχε προσληφθεί από την κυνηγετική ομοσπονδία της περιοχής, να διευκρινισθεί από το Δικαστήριο εάν επρόκειτο για φύλακα θήρας που να είχε προσληφθεί με κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αμείβεται από το Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών με μηνιαία αντιμισθία, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η εφαρμογή και τήρηση των διατάξεων περί θήρας του Δασικού Κώδικα (βιβλίο έκτο του ν.δ. 86/1969, άρθρα 251-267) ή εάν επρόκειτο για ιδιωτικό φύλακα θήρας που να είχε διορισθεί κατά το άρθρο 267 παρ. 3 του ν.δ. 86/1969, πριν ή μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση κατά τα εδάφια δ' έως ζ' με το άρθρο 4 παρ. 13 του ν. 3208/2003 από κυνηγετική οργάνωση ή από ιδιοκτήτη μη δημοσίων εκτάσεως και για την εξομοίωση των οποίων, ως προς τα καθήκοντα τους περιορισμούς και τα προσόντα για την πρόσληψη και τη λειτουργία των ανάλογα με αυτά των φυλάκων θήρας της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, απαιτείται μετά από πρόταση της αρμόδιας δασικής αρχής ή της κυνηγετικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος η αναγνώρισή τους από τον Υπουργό Γεωργίας. Δεν δημιουργεί, τέλος, αντίφαση ή κενό η μη αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατεσχέθησαν τα θηράματα και τα όπλα που έφεραν οι αναιρεσείοντες κατά την τέλεση των άνω αξιόποινων πράξεων, αφού δεν κατέστη δυνατή η κατάσχεση και δήμευση των όπλων με τα οποία θήρευαν οι κατηγορούμενοι, αλλά αρκούσαν τα περιστατικά εκείνα που δέχθηκε το Δικαστήριο και αναφέρει στο σκεπτικό της άνω αποφάσεως, όπως συμπληρώνεται από το διατακτικό της, στο οποίο γίνεται παραπομπή. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε για εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων που αφορούν τα συγκεκριμένα μέσα άσκησης παράνομης θήρας εκ μέρους των ήδη αναιρεσειόντων ως προϋπόθεση για την τέλεση της παράνομης θήρας και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όπως επιβαλλόταν από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. αλλά παραθέσεως εντελώς τυπικής αιτιολογίας και άνευ λήψεως υπόψη και της καταθέσεως του εξετασθέντος μάρτυρα Β2 ως μάρτυρα υπεράσπισης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδαφ. δ' του Κ.Ποιν.Δ. ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 369 παρ. Κ.Ποιν.Δ., όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει το λόγο στον Εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος στον κατηγορούμενο, ενώ κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει το δικαίωμα πάντοτε να μιλήσει τελευταίος. Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 373 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι μετά την κήρυξη ενόχου του κατηγορουμένου γίνεται συζήτηση για την ποινή που πρέπει να του επιβληθεί, οπότε δίδεται υποχρεωτικώς ο λόγος στον Εισαγγελέα και τελευταία στον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η δόση του λόγου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά, στο δε κατηγορούμενο στο τέλος και αν δεν ζητήσει αυτός τούτο και η παράβαση των ανωτέρω και ειδικώς όσον αφορά τον κατηγορούμενο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ Κ.Ποιν.Δ., διότι αφορά την υπεράσπισή του και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο και από την παράλειψη δημιουργίας, οίκοθεν από το δικαστήριο, των προϋποθέσεων που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων και χωρίς προηγούμενη αίτηση του κατηγορουμένου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Ποιν.Δ. Δεν απαιτείται, όμως, να δοθεί εκ νέου ο λόγος σ' αυτούς για την τυχόν επιβολή συνολικής ποινής επί περισσοτέρων ποινών που καταγνώσθηκαν ή παρεπομένης ποινής, αφού μία μόνον περί ποινής απόφαση εκδίδεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η πρόεδρος, μετά την κήρυξη της λήξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα ο οποίος ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να γίνουν δεκτές κατ' ουσία οι εφέσεις των κατηγορουμένων και να κηρυχθούν ένοχοι και στη συνέχεια έλαβε το λόγο ο συνήγορος που υπερασπιζόταν αμφοτέρους τους κατηγορουμένους, ο οποίος ζήτησε την αθώωση αυτών και το ίδιο ζήτησαν και οι κατηγορούμενοι. Ακόμη προκύπτει από τα άνω πρακτικά της κατ' έφεση δίκης, ότι πριν από την κήρυξη του τέλους της συζητήσεως η Πρόεδρος ρώτησε τον κατηγορούμενο χωρίς να αναφέρεται το ονοματεπώνυμο του εάν έχει να προσθέσει τίποτε για την υπεράσπιση και αυτός απάντησε αρνητικά και ότι μετά την απαγγελία της περί ενοχής των κατηγορουμένων αποφάσεως του Δικαστηρίου, από τον Εισαγγελέα, που έλαβε τον λόγο, προτάθηκε να επιβληθεί στον πρώτο κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 4 μηνών για κάθε πράξη και στον δεύτερο κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 4 μηνών ενώ οι συνήγορος των κατηγορουμένων ζήτησε να επιβληθεί στους πελάτες του η μικρότερη ποινή που προβλέπεται από το νόμο και το ίδιο ζήτησαν και οι κατηγορούμενοι. Ακόμη μετά την απαγγελία της αποφάσεως του δικαστηρίου περί καταδίκης των κατηγορουμένων στις ποινές φυλακίσεως που αναφέρονται, ο Εισαγγελέας έλαβε το λόγο και πρότεινε να καθορισθεί για τον πρώτο κατηγορούμενο μια συνολική ποινή φυλακίσεως έξι μηνών αποτελούμενη από την πρώτη των ποινών φυλάκισης των τεσσάρων μηνών επαυξανόμενη κατά δύο μήνες από την έτερη, ίσως διάρκειας, ποινή φυλακίσεως και στη συνέχεια το Δικαστήριο επέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο κατ' εφαρμογή του άρθρου 94 παρ. 1 Π.Κ. συνολική ποινή φυλακίσεως έξι
(6)μηνών κατ' επαύξηση της πρώτης των δύο ίσων ποινών φυλάκισης 4 μηνών κατά 2 μήνες από την άλλη της αυτής διάρκειας ποινή φυλάκισης. Από τα άνω πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δόθηκε ο λόγος, τόσο επί της ενοχής όσο και επί της επιβλητέας ποινής, από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου στο τέλος στον κοινό συνήγορο υπεράσπισης των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και στους ίδιους και δεν παραβιάσθηκαν οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 369 και 371 Κ.Ποιν.Δικ. όσον αφορά την υπεράσπιση των κατηγορουμένων και την άσκηση των δικαιωμάτων τους που ρητά θεσπίζονται από το νόμο και με τις διατυπώσεις που επιβάλλονται από τις οικείς διατάξεις. Εκ περισσού δόθηκε ο λόγος εκ νέου "στον κατηγορούμενο" προκειμένου να προσθέσει όσα ήθελε προς υπεράσπισή του, αφού προκύπτει από τα πρακτικά ότι τελευταίοι είχαν μιλήσει οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι επί της ενοχής των μετά την αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισής των και δεν συνέτρεχε περίπτωση δευτερολογίας προς απόκρουση αντίθετων επιχειρημάτων του Εισαγγελέα. Δεν ήταν επίσης αναγκαίο να δοθεί ο λόγος επί της συνολικής ποινής όσον αφορά τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ1 που καταδικάσθηκε για δύο πράξεις σε στερητικές της ελευθερίας ποινές αφού δεν ζητήθηκε ο λόγος από τον άνω κατηγορούμενο ή τον συνήγορο υπεράσπισής του για το ζήτημα αυτό και δεν επρόκειτο για κατάγνωση συνολικής ποινής σύμφωνα με το άρθρο 551 Κ.Ποιν.Δ., ώστε να επιβάλλεται να δοθεί αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο ο λόγος επί της συνολικής ποινής στον άνω κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του. Συνεπώς δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από το ότι μετά την αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων και την εν συνεχεία εκ μέρους των τελευταίων διατύπωση ομοίων απόψεων περί αθωώσεώς των δεν δόθηκε εκ μέρους της διευθύνουσας τη συζήτηση αυτεπαγγέλτως, χωρίς να το ζητήσουν οι ίδιοι, ο λόγος και στους δύο κατηγορούμενους αλλά σε έναν μόνο από αυτούς και από το ότι δεν δόθηκε μετά την απαγγελία της περί ποινής αποφάσεως αυτεπαγγέλτως από την Πρόεδρο στον κατηγορούμενο σε βάρος του οποίου κατεγνώσθησαν περισσότερες στερητικές της ελευθερίας ποινές ή στον συνήγορο υπεράσπισής του ο λόγος για να τοποθετηθεί επί της συνολικής ποινής και έτσι ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος των ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν καθ' ολοκληρία οι αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. εκθέσεως 1/23.11.2009 και 2/23.11.2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 αντιστοίχως για αναίρεση της 204/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαβρύτων. Και Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ