← Ελλάδα

ΑΠ 845/2010 — Αποχή αποφάσεως

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 845 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αποχή αποφάσεως. Περίληψη: Απέχει να αποφανθεί, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων. Παραπεμπτικό βούλευμα για άμεση συνεργεία σε κακουργηματική απάτη. Ο μοναδικός λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απαράδεκτος, γιατί όλες οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν την ουσία της υποθέσεως, η κρίση επί της οποίας του Συμβουλίου είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Απέχει να αποφανθεί, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, για να προσέλθει ενώπιον του συμβουλίου, και να εκθέσει τις απόψεις του. Αριθμός 845/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1493/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Κ, κάτοικο ... και 2) Χ2, κάτοικο .... Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ

  1. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.11.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1632/
  2. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 79/18.2.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ. την υπ' αριθ. 209/23-11-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 1493/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το υπ' αριθ. 508/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολική ζημία ανώτερη των 15.000 ευρώ (άρθρα 1, 13 περιπτ. στ'46§1β' και 386§§1β'και 3α' Π.Κ., όπως το τελευταίο αντικατεστάθη με το άρθρο 1§11 Ν. 2408/96 και 14§4 Ν. 2721/99). Κατά του παραπάνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμμελειοδικών Αθηνών, άσκησε ο αναιρεσείων την υπ' αριθ. 128/17-3-2008 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθ. 1914/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την πιο πάνω έφεση του αναιρεσείοντος. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών άσκησε ο αναιρεσείων την υπ' αριθ. 72/11-12-2008 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1128/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), η οποία ανήρεσε το υπ' αριθ. 1914/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Η αναίρεση του βουλεύματος αυτού έγινε για έλλειψη αιτιολογίας και συγκεκριμένα διότι: α) δεν αιτιολογείται με ποιο τρόπο με τη σύνταξη του υπ' αριθ. ... πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά Βασιλείου Πετράτου, ο φερόμενος ως φυσικός αυτουργός Ψ1 ωφελήθηκε παράνομα το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73,365 ευρώ με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των παθόντων, β) δεν αιτιολογείται η παραδοχή με βάση ποια περιστατικά προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το υπ' αριθ. ... πληρεξούσιο ήταν πλαστό και γ) δεν αιτιολογείται γιατί ο Συμβολαιογράφος Βασίλειος Πετράτος δεν θα προέβαινε στη σύνταξη του υπ' αριθ. 28278/98 πληρεξουσίου χωρίς την παρουσία του κατηγορουμένου στο γραφείο του, καθώς επίσης δεν αιτιολογείται με βάση ποια περιστατικά δέχθηκε ότι στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 13 στ' Π.Κ. και συγκεκριμένα τόσο για εκείνη που αφορά την από μέρους του (αναιρεσείοντος κατηγορουμένου) τέλεση της πράξεως κατ' επάγγελμα, στοιχείο το οποίο δεν μπορεί να συνυπάρξει από μόνο το γεγονός ότι μεταξύ αυτού (αναιρεσείοντος) και του ως άνω συμβολαιογράφου υφίστατο πολύχρoνη γνωριμία, όσο και για την ετέρα (επιβαρυντική περίσταση) της κατά συνήθεια τέλεσης της κακουργηματικής απάτης, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει οποιαδήποτε αιτιολογία, περιοριζόμενο μόνο σε απλή αναφορά του όρου τούτου. Στη συνέχεια εκδόθηκε το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 1493/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την μνημονευόμενη έφεση του αναιρεσείοντος, με αριθμό 128/2008, και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως και εμπροθέσμως την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι και παραδεκτή, αφού αναφέρει σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης και δη αυτόν της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484§1δ' Κ.Π.Δ.). Σύμφωνα με το άρθρο 386§1 ΠΚ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται το έγκλημα της απάτης, το οποίο στρέφεται κατά της περιουσίας και για τη στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία να έχει παραπλανηθεί κάποιος σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, β) βλάβη ξένης περιουσίας και να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και γ) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς ν' απαιτείται και η πραγμάτωση του. Ως βλάβη νοείται η μείωση ή η χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης προσώπου την οποία δεν αναιρεί ή τυχόν ύπαρξη ενεργού αξίωσης του παθόντος για αποκατάσταση της ζημίας κατ' εκείνου που την προκάλεσε (ΑΠ 242/97 Π.Χρ. ΜΗ 39, ΑΠ 472/97 Π.Χρ. ΜΗ-68, ΕΑ 1114/06 αδημ). Περαιτέρω κατά την παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου του ίδιου κώδικα, όπως η παρ. αυτή έχει αντικατασταθεί με την παρ. 11 αρθρ. 1 Ν. 2408/96 επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Ωστόσο ήδη με τη διάταξη του άρθρου 14§4 Ν. 2721/99 με την οποία αντικαταστάθηκε, και πάλι η πιο πάνω παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ στην προβλεπόμενη από την τελευταία αυτή παράγραφο επιβαρυντική περίπτωση της κακουργηματικής απάτης προστέθηκε ως επιπλέον στοιχείο της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της εν λόγω πράξεως: "το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ". Συνεπώς, είναι προφανές, ότι η παραπάνω συμπληρωματική διάταξη του άρθρου 14§4 Ν. 2721/99 είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, αφού μέχρι να θεσπισθεί η νεώτερη αυτή διάταξη αρκούσε για τη θεμελίωση της ανωτέρω επιβαρυντικής περιπτώσεως η κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της απάτης. Εξ ετέρου, σύμφωνα με το αρθρ. 13 περ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή με την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει ροπή του δράστη προς τη διάπραξη συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Έτσι, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος υπάρχει όταν ο δράστης ενεργεί και μία φορά, όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου και με κατάλληλη υποδομή διαμορφωθείσα ενωρίτερα από αυτόν, ενώ για την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως δεν απαιτούνται προηγούμενες καταδίκες (ΑΠ 691/97 Π. Χρ. ΜΗ 176, ΑΠ 488/02 Ποιν. Λογ. 2002-600). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 46§1 β' ΠΚ "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α)....β) όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κυρίας πράξης". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού, δηλ. ηθελημένη παροχή συνδρομής στον αυτουργό με τη γνώση ότι παρέχεται κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης συνδεόμενη προς αυτήν κατά τρόπο, ώστε χωρίς τη βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί (ΑΠ 1879/00 Π. Χρ. ΝΑ 818, ΑΠ 1642/00 ΠΧρ. ΝΑ-715). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 49§2 ΠΚ "Οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον το συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι αν οι ιδιαίτερες ιδιότητες, σχέσεις κλπ, οι οποίες δεν απαιτούνται κατά νόμο για το αξιόποινο της πράξης, υπάρχουν μόνο στον αυτουργό ένεκα δε αυτών επιτείνεται η ποινή και μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της πράξης από πλημμέλημα σε κακούργημα, δεν υπάρχουν όμως στον συμμέτοχο, άμεσο ή απλό συνεργό δεν θα ληφθούν υπόψη ως προς αυτόν, αλλά θα κριθεί αυτός ως συμμέτοχος στο βασικό έγκλημα της απάτης της παρ. 1 του αρθρ. 386 ΠΚ έστω και αν αυτός γνώριζε ότι οι ιδιαίτερες σχέσεις ή ιδιότητες υπήρχαν στον αυτουργό (ΑΠ 857/00 Π. Χρ. ΝΑ - 149, ΑΠ 1475/01 Ποιν. Λογ. 2001-1934, ΑΠ 781/02 Ποιν. Λογ. 2002-959). Από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2§5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα των υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 2464/2005 Ποιν.Χρ.ΝΣΤ/627, ΑΠ 1687/2002 Ποιν. Χρ.ΝΓ/638) ΑΠ 501/2006 Π.Χρ. ΝΖ/39). Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με δικές του σκέψεις δέχθηκε ότι "από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από την κυρία Ανάκριση και τη συμπληρωματική αυτής που διενεργήθηκε και περατώθηκε νόμιμα και ειδικότερα από τις ανωμοτί καταθέσεις της μηνύτριας και του μηνυτή, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα απολογητικά τους υπομνήματα, προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Προκειμένου ο συγκατηγορούμενος του εκκαλούντος Ψ1 να συντάξει το υπ' αρ. ... πληρεξούσιο σύμφωνα με το οποίο η Β καθιστούσε πληρεξουσίους την μηνύτρια Χ2 και το μηνυτή Κ, ώστε αυτοί να μεταβιβάσουν βάσει αυτού το ακίνητο της Β) που βρίσκεται στην ..., σε περίπτωση που δεν εξοφληθεί το δάνειο που χορηγήθηκε σ' αυτήν από τους τελευταίους με την από 26.6.98 σύμβαση δανείου μέχρι 31.12.98, ο εκκαλών οδήγησε τον Ψ1 στον ... και στο γραφείο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Βασίλ. Πετράτο, τον οποίο γνώριζε από παλαιά συνεργασία τους. Η χορήγηση του άνω δανείου συνολικού ύψους 26.000.000 δρχ. έγινε από την μηνύτρια Χ2 η συμμετοχή της οποίας σ' αυτό ανερχόταν στο 75% του ποσού αυτού μετά προηγούμενη παρουσίαση από τους . και Ψ1, δικηγόρων, πρότασης, σύμφωνα με την οποία η μηνύτρια επρόκειτο να δανειοδοτήσει γηραιά και πλούσια κυρία ονόματι Β που βρισκόταν σε πρόσκαιρη ανάγκη χρημάτων, η οποία για την εξασφάλιση των χρημάτων τους προτίθετο να τους χορηγήσει εμπράγματη ασφάλεια (υποθήκη) επί ακινήτου της (δανειολήπτριας) μεγάλης αξίας που βρισκόταν στην .... Η εικόνα που δόθηκεστη μηνύτρια ήταν ότι οι κατηγορούμενοι, συμπεριλαμβανομένου και του εκκαλούντος Χ, δικηγόρου, συνεργάτη της συγκατηγορουμένης . στο γραφείο της οποίας συστεγαζόταν από Ιανουάριο 1985 έως Αύγουστο 1991 (όπως ο ίδιος απολογούμενος αναφέρει) και βοηθός του Ψ1, ήταν δικηγόροι της υποτιθέμενης γηραιάς κυρίας οι οποίοι αναζητούσαν δανειοδότη για την πελάτισσα τους (λόγω οικονομικών της προβλημάτων και έτσι αυτή (μηνύτρια) πείσθηκε ότι έχοντας να κάνει με σοβαρούς δικηγόρους από τους οποίους ο εκκαλών εμφανιζόμενος ως συνεργάτης τους φέρεται ως εκείνος που διενήργησε τον έλεγχο των τίτλων του υπό προσημείωση ακινήτου και τους βρήκε εντάξει και εμφανίστηκε ως πληρεξούσιος των μηνυτών, εκπροσωπώντας αυτούς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της αίτησης τούτων για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου της Β, κατά τη συζήτηση της οποίας ο συγκατηγορούμενος του Ψ1 επέδειξε το υπ' αρ. ... πλαστό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Κουρεμένου (βλ. ιδία από 10.10.01 ένορκη κατάθεση αυτής και από 7.12.98 αναφορά της προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών) δυνάμει του οποίου απέσπασαν την υπ' αρ. 17353/98 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επέτρεψε την εγγραφή προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 27.000.000 δρχ. επί ενός οικοπέδου κυριότητας της Β εκτάσεως 5700 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση " .... Η συνεργασία του αυτή δείχνει ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος αποτελούσε και ο ίδιος μέρος του σχεδίου εξαπάτησης στο οποίο ενετάσσετο ολόκληρη η ήδη υπάρχουσα κοινωνική και γνωστική δικηγορική υποδομή των κατηγορουμένων, την οποία οι ίδιοι μετέτρεψαν σε μηχανισμό παροχής εμπιστοσύνης σε τρίτους με σκοπό να τους παραπλανήσουν (βλ. ιδία σχετ. από 10.10.01 ένορκη κατάθεση του Χ σύμφωνα με την οποία στη συνάντηση που έγινε στο γραφείο της .... για τη δόση των χρημάτων του δανείου ήταν και ο εκκαλών παρών, ο οποίος και τους διαβεβαίωσε ότι είχε εκτελέσει την εντολή τους για την εγγραφή της προσημείωσης στο Υποθηκοφυλακείο). Στα πλαίσια της συνεργασίας τους αυτής ο κατηγορούμενος Χ οδήγησε στις 26.6.98 στον Πειραιά και στο γραφείο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Βασίλειου Πετράτου τον συγκατηγορούμενό του Ψ1, όπως προαναφέρθηκε και τούτο προκειμένου να προβούν στη σύνταξη του προαναφερομένου υπ' αρ. ... πληρεξουσίου και για τη δυνατότητα πώλησης του ακινήτου αυτού από τους δανειστές - μηνυτές για την είσπραξη των χρημάτων τους, εφόσον το δάνειο δεν εξοφλείτο έως 31.12.
  3. Το τελευταίο αυτό πληρεξούσιο συνετάγη χωρίς την παρουσία της εντολέως Β την οποία εφέροντο να εκπροσωπούν ως πληρεξούσιοι οι Ψ1 και . δυνάμει του ανωτέρω υπ' αρ. ... πλαστού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελ Κουρεμένου (βλ. σχετ. από 7.12.98 Αναφορά της προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών). Για τη σύνταξη του ανωτέρω υπ' αρ. ... πληρεξουσίου χρησιμοποιήθηκε η γνωριμία του κατηγορουμένου Χ με το συμβολαιογράφο Βασίλειο Πετράτο στο γραφείο του οποίου και οδηγήθηκε ο κατηγορούμενος Ψ1 από τον εκκαλούντα. Σαφής, εν προκειμένω, η κατάθεση του μάρτυρα ... ο οποίος στις 25.10.01 εξεταζόμενος ενώπιον του Ανακριτή, αναφέρεται και στην από 14.9.98 αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς (στην οποία γίνεται αναφορά στην εμφάνιση στο γραφείο του στις 26.6.98 έως 10.7.98 τουΨ1 και Χ για τη σύνταξη πληρεξουσίων υπέρ των ήδη μηνυτών στις 26.6.98 και υπέρ του ... στις 10.7.98) και καταθέτει μεταξύ άλλων και ότι γνώριζε τον Χ με τον οποίο και κατά το παρελθόν είχε συνεργασθεί και ότι αυτός έφερε στο γραφείο του τον Ψ1τον οποίο μέχρι τότε δεν γνώριζε. Είναι βέβαιο εξάλλου, ότι ο συμβολαιογράφος Βασίλειος Πετράτος δεν ερεύνησε τη γνησιότητα του πληρεξουσίου υπ' αρ. 4637/98 γεγονός που οφείλεται μεταξύ άλλων και στη γνωριμία, συνεργασία και εμπιστοσύνη που είχε με τον Χ. Το ότι η πλαστότητα του πληρεξουσίου αυτού (υπ' αρ. 4637/98) ήταν σε γνώση του Χ προκύπτει ακριβώς από την εσκεμμένη αυτή σύμπραξη με τον Ψ1 και την κατάχρηση της γνωριμίας του με το συμβολαιογράφο Πειραιώς Βασίλειο Πετράτο τον οποίο εσκεμμένα χρησιμοποίησε, διότι κατά τη λογική πορεία των πραγμάτων αν αγνοούσε την πλαστότητα θα διερωτάτο κανείς για ποιο λόγο ο Ψ1 δεν είχε συντάξει το δεύτερο πληρεξούσιο σε συμβολαιογράφο Αθηνών, πλησιέστερα στο δικηγορικό του γραφείο χωρίς απώλεια χρόνου, αλλά ζήτησε τη δική του συνδρομή και σύσταση σε ήδη γνώριμο του συμβολαιογράφο. Ενισχυτικό τούτων είναι και όσα ο ίδιος ο συμβολαιογράφος Βασίλειος Πετράτος εξεταζόμενος ως μάρτυρας στις 25.10.01 καταθέτει σχετικά και συγκεκριμένα ότι όταν αντελήφθη τα περιστατικά που αναφέρει στην από 14.9.98 αναφορά του ρώτησε τον Χ για το τι είχε συμβεί και αυτός του απάντησε ότι σε δύο ημέρες αφού έκανε έρευνα θα μπορούσε να του απαντήσει και στη συνέχεια του είπε να κάνει το καθήκον του χωρίς να του δώσει καμία άλλη εξήγηση έκτοτε (βλ. αυτή). Η σύνταξη αυτού του δεύτερου πληρεξουσίου ήταν καθοριστική για την εξαπάτηση των μηνυτών οι οποίοι βασίστηκαν σ' αυτό και θεώρησαν ότι με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται πλήρως η απαίτηση τους από το δάνειο ύψους 26.000.000 δρχ. που επρόκειτο να χορηγήσουν αμφότεροι, το οποίο δεν θα είχαν χορηγήσει αν δεν είχαν αισθανθεί τόσο ασφαλή την επένδυση τους (βλ. ιδία από 10.10.01 ένορκη κατάθεση του Χ) Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Χ γνώριζε επίσης ότι ο Ψ1 χρησιμοποιεί πλαστά έγγραφα για να επιτύχει την παράδοση σ' αυτόν χρημάτων που δεν είχε δικαίωμα να λάβει καθώς και ότι ισχυρίζεται σε πολίτες ότι μπορεί να κατοχυρώσει νομικά την επιστροφή των χρημάτων των υποτιθέμενων δανειοδοτών (βλ. ιδία από 10.10.01 ανωμοτί κατάθεση της μηνύτριας Χ2 όπου η τελευταία αναφέρει την . και τον Χ να έρχονται σε επαφή μαζί της και χωρίς ν' αμφισβητήσουν την πλαστότητα των πληρεξουσίων απέδωσαν το ζήτημα της πλαστότητας στο ότι το συγκεκριμένο πληρεξούσιο το είχε δώσει ο ανεψιός της ... στον Ψ1). Επομένως, ο εκκαλών γνώριζε ότι γίνεται χρήση των νομικών γvώσεων και της δικηγορικής ιδιότητας όλων των κατηγορουμένων για την παραπλάνηση πολιτών και τη σύνταξη ανύπαρκτων συμφωνιών με τη χρήση απατηλών μέσων από τις οποίες επρόκειτο να επέλθει οικονομικό όφελος τουλάχιστον στον συγκατηγορούμενό του Ψ1, ο οποίος ακόμη και αν δεν βιοποριζόταν αποκλειστικά από απατηλές πράξεις τουλάχιστον συμπλήρωνε το νόμιμο εισόδημα του από αυτές, χρησιμοποιώντας την κοινωνική και γνωστική υποδομή που διέθετε ως δικηγόρος. Εξετέρου, ολόκληρη η μεθόδευση των κατηγορουμένων με την εμφάνιση τους ως ομάδας έμπειρων νομικών που διαθέτουν γνωριμίες και προσφέρουν ευκαιρίες σε τρίτους για ασφαλή επένδυση χρημάτων σε πελάτες τους συγχρόνως δε παρέχουν απόλυτη νομική κάλυψη στους δανειοδότες με την κατασκευή πλαστών πληρεξουσίων και τη χρήση τους σε δικαστήρια και συμβολαιογράφους, δείχνει ότι είχαν δημιουργήσει σοβαρή υποδομή με τη χρήση και των νομικών τους γνώσεων, η οποία ήταν ικανή να παραπλανήσει ακόμη και έμπειρους στις συναλλαγές πολίτες, όπως ήταν ο συμβολαιογράφος που χρησιμοποιήθηκε για τη σύνταξη του μεταπληρεξουσίου για την πώληση του ακινήτου της φερομένης ως δανειολήπτριας .. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, προέκυψαν κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ κατηγορία για άμεση συνεργεία σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολική ζημία άνω των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 € (αρθρ. 1, 13 περ. στ', 14, 18 περ. α' 26§1α', 27§1, 46§1β', 51, 52, 60, 69, 79, 386§1β-3' ΠΚ όπως το τελευταίο αντικ. με αρθρ. 1 § 11 Ν. 2408/96 και 14§4 Ν. 2721/99). Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών που δέχθηκε τα ίδια και στη συνέχεια αποφάσισε την παραπομπή του κατηγορουμένου - εκκαλούντος στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για την ως άνω πράξη, σωστά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό γι' αυτό και η έφεση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου που υποστηρίζει τ' αντίθετα είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει ν' απορριφθεί, να επικυρωθεί κατόπιν τούτου το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τις διατάξεις του που αφορούν τον εκκαλούντα και να επιβληθούν σε βάρος του (εκκαλούντος) τα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (αρθρ. 583§ 1 ΚΠΔ όπως αντικατ. με αρθρ. 55§ 1 Ν. 3160/03 σε συνδ. με την υπ' αρ. 58553/06 κοινή απόφαση Υπουργ. Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αναφορικά με την συνδρομή των πραγματικών περιστατικών τα οποία δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και στηρίζουν την περί παραπομπής του αναιρεσείοντος ως αμέσου συνεργού στο έγκλημα της απάτης κατ' επάγγελμα κρίση του, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46§1β' και 386§§1β' και 3 α' Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, με πληρότητα προσδιορίζονται στο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το έγκλημα της απάτης με φυσικό αυτουργό τον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Ψ1 και της άμεσης συνέργειας σ' αυτό του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, όμως, αναφορικά με την συνδρομή και στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος ως αμέσου συνεργού της επιβαρυντικής περίπτωσης του άρθρου 13 στ' εδάφιο δεύτερο του Π.Κ., της κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης του άμεσου συνεργού (αναιρεσείοντος), για την οποία επίσης παραπέμπεται να δικασθεί αυτός, ουδέν διαλαμβάνει στο σκεπτικό ή στο διατακτικό του. Επομένως, κατά τούτο, στερείται της κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει κατά το μέρος αυτό και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο (άρθρο 484§2 Κ.Π.Δ.), να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ.), (δείτε και ΑΠ 1656/2007 Π.Χρ. ΝΗ/536). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να γίνει τυπικά δεκτή η υπ' αριθ. 209/23-11-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Αντωνίου Χ κατά του υπ' αριθ. 1493/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και κατ' ουσία μόνον αναφορικά με το μέρος του βουλεύματος αυτού που παραπέμπει τον αναιρεσείοντα και για την επιβαρυντική περίπτωση της κατά συνήθεια τέλεσης της άμεσης συνέργειας σε απάτη κατ' επάγγελμα και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η πιο πάνω αίτηση αναίρεσης. Αθήνα 1-2-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473§2 και 476§1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται όχι μόνο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται, αλλά να είναι αυτοί και παραδεκτοί. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 484§1 του Κ.Π.Δ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476§1 ΚΠΔ). Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται πιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ` αριθ. 1493/2009 βούλευμά του, απέρριψε κατ` ουσίαν την υπ` αριθ. 128/2008 έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά του υπ` αριθ. 508/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθεί για άμεση συνέργεια σε κακουργηματική απάτη. Κατά το διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος, η απάτη, την οποία φέρεται ότι τέλεσε ο Ψ1, συνίσταται στο ότι ο τελευταίος "στον Πειραιά την 26.6.98 εμφανίσθηκε στο συμβολαιογράφο Πειραιώς Βασίλειο Πετράτο, όπου τον οδήγησε ο συγκατηγορούμενός του Χ, γνώριμός του από παλαιά συνεργασία (με τον Πετράτο), προκειμένου αυτός να συντάξει το ...πληρεξούσιο, σύμφωνα με το οποίο η . καθιστούσε πληρεξούσιό της τη μηνύτρια Χ2 και το μηνυτή Κ, ώστε αυτοί να μεταβιβάσουν βάσει αυτού το ακίνητο της ., σε περίπτωση που δεν εξοφληθεί το χορηγηθέν σε αυτήν δάνειο μέχρι 31.12.98, η δε σύνταξη αυτού έγινε χωρίς την παρουσία της ως άνω εντολέως που εκπροσωπήθηκε από αυτόν δυνάμει του ... πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Κουρεμένου, το οποίο όμως ήταν εξ υπαρχής πλαστό, πλαστογραφηθέν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, παραπεμφθέντα προς τούτο να δικασθεί με το 1082/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αποκρύπτοντας δε έτσι το γεγονός της πλαστότητας. Παραπλανήθηκε ο Πετράτος και δέχθηκε τη σύνταξη του μεταπληρεξουσίου ως εγκύρου, η δε μηνύτρια και ο μηνυτής θεώρησαν ότι εξ αυτού εξασφαλίζεται η απαίτησή τους από το δάνειο ποσού 26.000.000 δρχ. (με συμμετοχή της πρώτης κατά 75% και του δευτέρου κατά ποσοστό 25%), που ουδέποτε επήλθε αλλά τουναντίον προκλήθηκε αντίστοιχη περιουσιακή τους ζημία, η προσωπική δε ωφέλεια του κατηγορουμένου υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. Από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με τον συγκατηγορούμενό του για υποτιθέμενη ασφαλή επένδυση χρημάτων, τη χρήση πλαστών πληρεξουσίων και την ακραιφνή παροχή νομικών υπηρεσιών ως έμπειρος δικηγόρος με πρόθεση επανειλημμένης διάπραξης, προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος". Η δε άμεση συνέργεια στην απάτη, που φέρεται ότι τέλεσε ο αναιρεσείων, συνίσταται στο ότι αυτός "στον προηγούμενο τόπο και χρόνο, υπό τις εκτιθέμενες ανωτέρω περιστάσεις εμφανίσθηκε με τον Ψ1, ενώπιον του παραπάνω συμβολαιογράφου, εν γνώσει του ότι το 4637/98 πληρεξούσιο ήταν πλαστό, αποκρύπτοντας τούτο από το συμβολαιογράφο, που εάν γνώριζε την αλήθεια δεν θα συνέτασσε το παραπάνω μεταπληρεξούσιό του και αποδέχθηκε να συνταχθεί αυτό, εκμεταλλευόμενος ότι αυτός υπήρξε παλαιός γνώριμός του. Χωρίς δε τη συγκεκριμένη συνδρομή η τέλεση της πράξη του Ψ1 θα καθίστατο ανέφικτος υπό τις περιστάσεις, που τελέσθηκε, γνώριζε δε ότι αυτός διέπραττε απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και πλαστογραφίες, λόγω της υποδομής που είχε διαμορφώσει κατά τα προεκτεθέντα προς πορισμό εισοδήματος, ως και ότι επέρχεται περιουσιακή ζημία σε βάρος των μηνυτών καθ' όσον είχε αναλάβει την προστασία των συμφερόντων τους κατά τη διαταχθείσα με την 17353/98 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδ. ασφ. μέτρων) προσημείωση υποθήκης ακινήτου της Κ". Ο αναιρεσείων, με το μοναδικό, από το άρθρο 484§1 περ. δ ΚΠΔ, λόγο της αιτήσεώς του, πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία συνίσταται, κατά λέξη, στο ότι: "
  4. Η μηνύτρια αναφέρει στη μήνυσή της ότι για το επίδικο δάνειο την έπεισε η συγκατηγορουμένη δικηγόρος . και ότι τον εκκαλούντα τον γνώρισε στα δικαστήρια της πρώην σχολής Ευελπίδων στην αίτηση προσημείωσης και βέβαια ουδόλως αναφέρει η μηνύτρια ότι εμφανίσθηκε ο εκκαλών ως δικηγόρος της "υποτιθέμενης γηραιάς κυρίας".
  5. Ουδόλως φέρεται ο εκκαλών ότι διενήργησε έρευνα τίτλων για το δάνειο της μηνύτριας αφού στην ίδια τη σύμβαση του δανείου αναφέρεται ότι δεν διενενεργήθη έρευνα τίτλων και ότι την ευθύνη για το ότι δεν υπάρχει εμπράγματο βάρος στο ακίνητο την αναλαμβάνει με δήλωσή του στη σύμβαση δανείων ο συγκατηγορούμενος Ψ1 πληρεξούσιος της "υποτιθέμενης γηραιάς κυρίας".
  6. Το ότι ο εκκαλών απλά παρέστη εκπροσωπώντας την μηνύτρια στην αίτηση εγγραφής προσημείωσης υποθήκης που επεδείχθη στον Δικαστή το πλαστό πληρεξούσιο από τον Ψ1 δεν αποδεικνύει ούτε αιτιολογεί ότι ο εκκαλών ήταν στο σχέδιο εξαπάτησης.
  7. Ουδέποτε διαβεβαιώθηκε στη μηνύτρια στην δόση των χρημάτων στο γραφείο της συγκατηγορουμένης . ότι είχε εγγραφεί η προσημείωση αφού πάντοτε πρώτα δίνονται τα χρήματα, υπογράφεται η σύμβαση δανείου και οι συν/κές και ακολούθως γίνεται η εγγραφή στο Υποθ/κείο.
  8. Ουδεμία γνωριμία δεν εμποδίζει ένα συμβ/φο να ερευνήσει την γνησιότητα ενός πληρεξουσίου όπως ορίζεται στον Κώδικα των Συμβ/φων αλλά και στον νόμο πέραν βεβαίως του ότι ο συμβ/φος Βασίλειος Πετράτος κατέθεσε ότι το πληρεξούσιο ήταν νομίμως συντεταγμένο και χαρτοσημασμένο και ουδόλως θα ηδύνατο να αντιληφθεί την πλαστότητά του.
  9. Πόθεν προκύπτει η κατάχρηση της γνωριμίας του εκκαλούντος με τον συμβ/φο Βασίλειο Πετράτο όταν το μόνο το οποίο έγινε ήταν η υπογραφή ενός πληρεξουσίου διαδικασία καθημερινή στην εργασία των συμβ/φων.
  10. Η διαδικασία στο επίδικο δάνειο ήταν κατά πρώτον η συζήτηση της αίτησης εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και η λήψις κεκυρωμένου αντιγράφου της σχετικής δικαστικής απόφασης, κατά δεύτερον η υπογραφή του πληρεξουσίου πώλησης στον συμβ/φο Βασίλειο Πετράτο και κατά τρίτον η υπογραφή των συν/κών του δανείου και της σύμβασης του δανείου στο γραφείο της δικηγόρου Ε όπου και έδιδε η δανείστρια τα χρήματα λαμβάνοντας την σύμβαση δανείου, της συν/κής του δανείου, την δικαστική απόφαση εγγραφής προσημείωσης και το μεταπληρεξούσιο πώλησης. Το συμβολαιογραφείο του Βασίλειου Πετράτου ήταν στον Πειραιά δίπλα στο δικηγορικό γραφείο της Ε και δεν υπάρχει λόγος πρακτικά να υπογράφει το μεταπληρεξούσιο πώλησης σε συμβ/φο της Αθήνας δίπλα στο γραφείο του συγκατηγορούμενού δικηγόρου Ψ
  11. Οι αγγελίες στις εφημερίδες για τα δάνεια αφορούσαν το δικηγορικό γραφείο της Ε Το δικηγορικό γραφείο του εκκαλούντος από το 1991 ήταν στη διεύθυνση ... και όπως με αποκαλεί η μηνύτρια "βοηθό προσημειώσεων" το μόνο το οποίο έκαμα ήταν να μου δίδει η δικηγόρος Ε τα στοιχεία του δανειστή και του δανειζομένου το ύψος του δανείου και τον χρονικό διακανονισμό εξόφλησης του και τους τίτλους του προσημειωμένου ακινήτου για να συντάσσω την αίτηση εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και την σύμβαση δανείου και να παρίσταμαι εκπροσωπώντας τον εκάστοτε δανειστή στο Μονομελές Πρωτοδικείου στη συζήτηση της εγγραφής προσημείωσης. Αυτό το γνωρίζει και το δηλώνει και η μηνύτρια η οποία με επιμέλεια δεν αναφέρει στη μήνυση της ότι είχαν προηγηθεί της επίδικης άλλες δύο συμβάσεις δανείων με άλλους δανειζόμενους όπου όλα εξελίχθηκαν κανονικά. Δεν ανήκω λοιπόν σε καμία ομάδα που προσέφερα ευκαιρίες σε τρίτους για ασφαλή επένδυση χρημάτων". Με το ως άνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί όλες αυτές οι αιτιάσεις αφορούν την ουσία της υποθέσεως, η επί της οποίας κρίση του Συμβουλίου είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αναιρετικά ανέλεγκτη. Κατά συνέπειαν δε και η αίτηση είναι απαράδεκτη στο σύνολό της, αφού δεν περιέχει άλλο, παραδεκτό, λόγο. Μετά από αυτά, το Συμβούλιο τούτο αποφαίνεται ότι πρέπει να απόσχει από την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, για να προσέλθει ενώπιον του ως άνω Συμβουλίου, και να εκθέσει τις απόψεις του, σύμφωνα με το άρθρο 476 Κ.Π.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει να αποφανθεί επί της υπ' αριθ. 209/23 Νοεμβρίου 2009 αιτήσεως του Χ, για αναίρεση του υπ` αριθ. 1493/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, προκειμένου να κληθεί ο αναιρεσείων, με επιμέλεια του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώπιον του Συμβουλίου αυτού και εκθέσει τις απόψεις του. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου
  12. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2010 Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.