← Ελλάδα

ΑΠ 852/2008 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 852 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή. Περίληψη: Αναίρεση βουλεύματος από τους πολιτικώς ενάγοντες. Απόρριψη αιτήσεως ως απαράδεκτης. Αριθμός 852/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - πολιτικώς εναγόντων : 1) Ψ1 και 2) Ψ2, που δεν παρέστησαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του με αριθμό 2.360/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με κατηγορούμενο τον Χ. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ1, 2) Χ2 και ήδη προσωρινά κρατούμενους στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού και 3) Χ3 και ήδη προσωρινά κρατούμενο στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνος. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - πολιτικώς ενάγοντες ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Νοεμβρίου 2007, δύο

(2)τον αριθμό, αυτοτελείς αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 32/
  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 18/16.1.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 485 παρ. 1 και 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τις εκθέσεις αναιρέσεως των α) Ψ1 και β) Ψ2, κατοίκου ομοίως, ως πολιτικώς εναγόντων, με αριθ. 283/26-11-2007 και 284/26-11-2007, αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθ. 2360/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Σύμφωνα με το άρθρ. 7 του ν. 2928/2001, που ήρχισε να ισχύει από 27-6-2001, η περάτωση της κύριας ανάκρισης για τα κακουργήματα του άρθρ. 187 Π.Κ., κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για τον σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται αμετάκλητα, ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης. Ο τοιούτος αποκλεισμός ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως ισχύει όχι μόνον ως προς τον κατηγορούμενον αλλά και για τον πολιτικώς ενάγοντα και διετηρήθη μόνον το δικαίωμα του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, κατ'άρθρ. 483 παρ. 3 Κ.Π.Δ., να ασκήσει αναίρεσιν κατά τοιούτων βουλευμάτων. 'Αλλωστε το δικαίωμα ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά βουλευμάτων υπό του πολιτικώς ενάγοντος, κατηργήθη, μετά την αντικατάσταση του εδαφίου α' της παραγράφου 1 του άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., με το άρθρ. 41 παρ. 1 ν. 3160/2003 και μόνον ο κατηγορούμενος δικαιούται πλέον, από της ενάρξεως της ισχύος του (30-6-2003), να ασκήσει αναίρεσιν κατά βουλευμάτων υπό τις διακρίσεις που τάσσει η νέα διατύπωση της εν λόγω διατάξεως (Α.Π. 464/2003, Α.Π. 402/2006 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ' σελ. 906). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρ. 463 εδ. α' Κ.Π.Δ., ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στο οποίο ο νόμος δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρ. 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όταν, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ησκήθη από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό Συμβούλιο ή δικαστήριο (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση, προ 24 ωρών, από τον Γραμματέα της Εισαγγελίας), κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη εις τα έξοδα. ΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση εις βάρος των κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ, ησκήθη ποινική δίωξη, κατά του πρώτου α) για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης, β) κλοπή κατ'εξακολούθησιν, κατά συναυτουργία, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, αντικειμένων η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, γ) πλαστογραφία, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ'εξακολούθησιν, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και δ) παράβαση άρθρ. 90 παρ. 3 Κ.Ο.Κ. κατά του δευτέρου και τρίτου α) για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης β) κλοπή κατ'εξακολούθησιν, τελεσθείσαν κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατά συναυτουργία, αντικειμένων η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και γ) παράνομη κατοχή όπλων και πυρομαχικών και κατά του τετάρτου για κλοπή κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρ. 1, 12, 13 περ. στ', 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 51, 52, 53, 79, 94 παρ. 1, 98, 187 παρ. 1, 216 παρ. 1, 3β, 374 περ. ε', 372 παρ. 1 Π.Κ. και άρθρ. 1 παρ. 1α, γ, δ', 2α, 7 παρ. 1, 8α ν. 2168/93 και άρθρ. 90 παρ. 3 ν. 2696/99). Μετά την νομότυπον περάτωσιν της κυρίας ανακρίσεως, η σχηματισθείσα δικογραφία διεβιβάσθη υπό του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, κατ'άρθρ. 7 ν. 2928/2001, ως αντικ. δι'άρθρ. 42 παρ. 5 ν. 3251/2004, εις τον Εισαγγελέα Εφετών και εν συνεχεία εισήχθη εις το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίον δια του προσβαλλομένου ως άνω βουλεύματός του, παρέπεμψε τους πρώτον, δεύτερον και τρίτον των κατηγορουμένων για τις προαναφερόμενες πράξεις, εις το ακροατήριον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων) για να δικασθούν επί ταύταις, σύμφωνα με το άρθρ. 111 παρ. 5 Κ.Π.Δ., ως αντικ. δι'άρθρ. 4 ν. 2928/2001, τόσον για την πράξιν της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης όσον και για τα συναφή προς αυτήν εγκλήματα, ενώ απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία εις βάρος του τετάρτου για την πράξιν δι'ήν εδιώχθη της διακεκριμένης κλοπής. Κατά του ως άνω βουλεύματος οι προαναφερόμενοι πολιτικώς ενάγοντες ήσκησαν τις υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως που στρέφονται κατά της απαλλακτικής διατάξεώς του, επικαλούμενοι τους εν αυταίς λόγους αναιρέσεως. Σύμφωνα όμως με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρ. 7 του ν. 2928/2001, που ως δικονομική μπορεί να ισχύει και σε εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, το Συμβούλιο Εφετών στην προκειμένη περίπτωση απεφάνθη αμετάκλητα τόσον ως προς την παραπεμπτική όσον και ως προς την απαλλακτική διάταξίν του. Επομένως αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως είναι απαράδεκτες και πρέπει, ως τοιαύται, να απορριφθούν, σύμφωνα με το άρθρ. 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω: Ι) Να απορριφθούν ως απαράδεκτες αι υπ'αριθ. 283/26-11-2007 και 284/26-11-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των πολιτικώς εναγόντων α) Ψ1 και β) Ψ2, κατοίκου ομοίως κατά του υπ'αριθμ. 2360/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. ΙΙ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων. Αθήναι τη 14η Ιανουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
  2. Στην διάταξη του άρθρου 463 Κ.Π.Δ ορίζεται ότι, υπό την συνδρομή εννόμου συμφέροντος, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει εκείνος μόνο στον οποίο ο νόμος ρητώς παρέχει τέτοιο δικαίωμα. Η διάταξη του άρθρου 482 παρ. ΙΒ, ως αυτή ίσχυε πριν αντικατασταθεί ως κατωτέρω, παρείχε στον πολιτικώς ενάγοντα το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά του βουλεύματος το οποίο αποφαίνεται ότι κατά του κατηγορουμένου δεν πρέπει να γίνει κατηγορία. Με την επακολουθήσασα όμως διάταξη του άρθρου 41 παρ.Ί του Ν. 3160/30-6-2003 (ΦΕΚ 165/30-6-03), αντικαταστάθηκε εξ ολοκλήρου η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 482 παρ.1 Κ.Π.Δ, αποκλείστηκε από την έναρξη ισχύος του νόμου (άρθρο 54 παρ.3 Ν.3160/2003) στον πολιτικώς ενάγοντα το δικαίωμα αυτό και εφεξής ρητά ορίζεται ότι αίτηση αναιρέσεως κατά των βουλευμάτων επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνον στον κατηγορούμενο και δη κατ' :κείνων μόνο των βουλευμάτων με τα οποία παραπέμπεται στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύει προσωρινά η εναντίον του ποινική δίωξη.
  3. Στην προκείμενη περίπτωση υπόκεινται αναιρέσεις των πολιτικώς εναγόντων Ψ2 και Ψ1 κατά του υπ' αριθμ.2.360/2007 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο το Συμβούλιο απεφάνθη αφενός μεν την παραπομπή των εις αυτό αναφερομένων κατηγορουμένων, αφετέρου δε να μη γίνει κατηγορία για κακουργηματική κλοπή κατά του κατηγορουμένου Χ. Εφόσον, όμως, τις αναιρέσεις ως προς την απαλλακτική διάταξη του βουλεύματος τις ασκούν οι αναιρεσείοντες, παθόντες από την πράξη της κλοπής, με την προαναφερθείσα ιδιότητα των πολιτικώς εναγόντων, ασκούνται υπό προσώπων μη δικαιουμένων προς τούτο, και συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (άρθρο 476 Κ.Π.Δ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 283/26-11-2007 και 284/26-11-2007 αιτήσεις των Ψ1 και Ψ2, αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2.360/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου
  1. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.