← Ελλάδα

ΑΠ 856/2008 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 856 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας απορρίπτεται ως κατ’ ουσία αβάσιμος. Η μεταγενέστερη επιστροφή των χρημάτων δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας δεδομένου ότι η πράξη είναι κακουργηματική. Η πτώχευση δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο επαναλήψεως διαδικασίας γιατί έλαβε χώρα μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ο συμβατικός χρόνος επιστροφής των χρημάτων ήταν πριν την ημερομηνία παύσεως των πληρωμών. Η ανάκληση της καταθέσεως ενός μάρτυρα δεν κρίνεται αξιόπιστη. Απορρίπτει την αίτηση. Αριθμός 856/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη, Γεώργιο Χρυσικό και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ1 και ήδη κρατουμένης στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού, που παρέστη στο συμβούλιο με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αντώνιο Φούσσα και Δημήτριο Σφυρή, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2787/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Οκτωβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1795/

  1. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, με αριθμό και ημερομηνία 501/17-12-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την με ημερομηνία 15-10-2007 αίτηση της Χ1 κρατουμένης στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού με την οποία διώκει την ακύρωση της με αριθμ. 2787/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 6 ετών για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και την επανάληψη της διαδικασίας και εκθέτω τ' ακόλουθα: Η αίτηση αυτή η οποία υποβάλλεται στο αρμόδιο κατ' άρθρο 528 § 1 ΚΠΔ Συμβούλιο του Αρείου Πάγου από πληρεξούσιο ο οποίος έχει ειδική προς τούτο εντολή και η οποία περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητά την επανάληψη της διαδικασίας κατά το άρθρο 527 § 1 ΚΠΔ, οι οποίοι είναι η επίκληση νέων γεγονότων αγνώστων στους δικαστές που δίκασαν τα οποία προέκυψαν μετά την δίκη και τα οποία καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος των κατηγοριών βάσει των οποίων καταδικάστηκε και στρεφόμενη κατά της με αριθμ. 2787/2001 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών όπως προκύπτει από την με αριθμ. 820/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η από αυτή ασκηθείσα έφεση σαν ανυποστήρικτη και την με αριθμ. 1699/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε αίτηση αναίρεσης της κατά της με αριθμ. 820/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών είναι νόμιμη και παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία της, για την οποία εκθέτω τα παρακάτω: Από τη διάταξη του άρθρου 525§1 αριθμ. 2 κατά την οποία '' Η ποινική διαδικασία η οποία περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημ/μα η κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις 1...... 2) Εάν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε ....... 3........ ''' προκύπτει ότι κατ' αληθή έννοια τής διάταξης αυτής για να υπάρξει περίπτωση επανάληψης διαδικασίας η οποία είναι έκτακτο ένδικο βοήθημα και αποσκοπεί στην κατά το δυνατό αποτροπή αδικιών σε βάρος των καταδικασμένων, την απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης και την αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων πρέπει να συντρέξουν οι κατά την παραπάνω διάταξη περιοριστικά αναφερόμενες προϋποθέσεις μεταξύ των οποίων είναι, 1) ο κατηγορούμενος να έχει καταδικασθεί για πλημμέλημα ή κακούργημα, 2) η απόφαση να είναι αμετάκλητη και 3) να προκύψουν μετά την οριστική καταδίκη του νέα γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία είτε μόνα είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέα δε γεγονότα και αποδείξεις κατά την έννοια τής διάταξης αυτής θεωρούνται και εκείνα τα οποία υπήρχαν μεν κατά τον χρόνο τής εκδίκασης πλην όμως δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που τον δίκασε και έτσι παρέμειναν άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν . Τέτοια δε είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων, ακόμη και νεώτερες εκείνων που έχουν εξετασθεί προηγουμένως, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές όσων είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε καθιστούν φανερό και όχι πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερη πράξη (ΑΠ 842/1994 ΠΧ ΜΔ 810, ΑΠ 1239/1998 ΠΧ ΜΘ 682 Α Π 816/1999 ΠΧ Ν 343 Α Π 760/1998 ΠΧ ΜΘ 341, ΑΠ 70/1999 Π Χ ΜΘ 313 ΑΠ 9/ 1999 ΠΧ ΜΘ 218 ΑΠ 408/1998 ΠΧ ΜΗ 1059 ΑΠ 428/ 1998 Π Χ ΜΗ 1067 Α Π 216 ΠΧ ΜΗ 801 ΑΠ 18/1998 ΠΧ ΜΗ 661 AΠ 476/2005 Π.Χ ΝΕ 2005-987) όπως επίσης, βεβαιώσεις ή αποδείξεις περί καταβολής ή επιστροφής χρηματικών ποσών και γενικά κάθε τι σχετικό το οποίο είτε μόνο του ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που λήφθηκαν υπ' όψη από τους δικαστές που δίκασαν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης καθιστά βέβαιο ότι ο καταδικασμένος ήταν αθώος . Δεν μπορούν όμως ν'αποτελέσουν λόγο επανάληψης διαδικασίας η αναπροσαρμογή του ορίου της κακουργηματικής πλαστογραφίας στά 25.000.000 της διατάξεως αυτής εφαρμοζόμενης μόνο επί υποθέσεων που δέν έχουν εκδικασθεί αμετάκλητα (ΑΠ1109/1998 ΠΧ ΜΘ 603) όπως επίσης, και η μη άναγνώριση ελαφρυντικών προερχόμενη από μεταγενέστερη συμπεριφορά του κατηγορουμένου γιατί η διαπίστωση της συνδρομής τους μετά την αμετάκλητη καταδίκη του υπαιτίου δεν καθιστούν το διαπραχθέν από αυτόν βαρύτερο έγκλημα ελαφρότερο.(ΑΠ 736/1999 ΠΧ Ν 27). Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό της με αριθμ. 2787//2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 6 ετών για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια κατ' εξακολούθηση λόγω του ότι παρέστησε ψευδώς στον Ψ1 επιχειρηματία ότι προκειμένου να τον πείσει να της δανείσει διάφορα ποσά (6.260.000 και 4.000.000) ότι ήταν φερέγγυα, ότι είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ότι διατηρούσε στο όνομα της και στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πίστης τον με αριθμ. ......... τραπεζικό λογαριασμό όψης σε χρέωση του οποίου υπέγραψε δύο ισόποσες επιταγές οι οποίες δεν πληρώθηκαν και ότι όλα αυτά ήταν ψευδή γιατί ούτε φερέγγυα ήταν, ούτε μεγάλη οικονομική επιφάνεια είχε ούτε διατηρούσε στην παραπάνω τράπεζα τον αναφερθέντα λογαριασμό όψης, ούτε και οι επιταγές που υπέγραψε και έδωσε στο μηνυτή προερχόταν από μπλόκ επιταγών δικό της. Η αιτούσα για ευδοκίμηση της αίτησής της προσκομίζει και επικαλείται την με αριθμ. 13.623/13-3-2007 ένορκη κατάθεση του Ψ1, διάφορα ιατρικά πιστοποιητικά και, την με ημερομηνία ....... ληξιαρχική πράξη θανάτου του συζύγου της Γ1 την με αριθμ. ......... πιστοποιητικό του τμήματος πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών από το οποίο προκύπτει ότι η αιτούσα κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με την με αριθμ. 1149/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την με ημερομηνία ...... απόδειξη της ΑΤΕ 5000 ευρώ προς το Ψ1 και διάφορα πιστοποιητικά υγείας της ίδιας. Από την ένορκη κατάθεση του Ψ1 προκύπτει ότι αυτός καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ελένης - Αλίκης Λεμπέση -Βαρδουλάκη κατέθεσε επί λέξει τα παρακάτω '' Το έτος 2001 που έγινε το πρώτο δικαστήριο δηλ. το τριμελές Εφετείου Κακουργημάτων δεν γνώριζα ότι η Χ1 είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με απόφαση του αρμοδίου Δικαστηρίου Αθηνών με ημέρα παύσης πληρωμών την 30 Ιανουαρίου 1995, ούτε γνώριζα ότι εις τούτο την οδήγησε η βαρειά ασθένεια του συζύγου της που τελικά τον οδήγησε στον θάνατο. Δυστυχώς από τα δύο σοβαρά περιστατικά που επηρέασαν άμεσα την προσωπικότητα της τα έμαθα μετά το πρώτο δικαστήριο, δηλ. μετά τον Νοέμβριο του 2001 και μάλιστα από τον αδελφό της, .. που ανέλαβε να πληρώσει του εκ του επιδίκου δανείου χρέος της όπως και έγινε ............. 'Ηδη δε και σήμερα ζητάω από αυτήν συγγνώμη για όσα εις βάρος της κατέθεσα στο Τριμελές Εφετείου Κακουργημάτων στις 28-11-2001 διότι πεπλανημένα πίστευα ότι με είχε εξαπατήσει όταν της δάνεισα το έτος 1994 10.000.000 δραχμ., ότι αν δεν συνέβαινε η ασθένεια του συζύγου της και η συνεπεία αυτής πτώχευση, θα μου επέστρεφε τα δανεισθέντα χρήματα αφού η επιχείρηση καυσίμων στην οδό ...... ήταν υπαρκτή και λειτουργικά βιώσιμη και αυτή πίστευε βάσιμα ότι θα μπορούσε να μου εξοφλήσει το χρέος αυτό ...''. Από τα πρακτικά της με αριθμ. 820/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση των κατ' αυτής κατηγοριών ο ίδιος ανεξάρτητα από το τι ανέφερε στη μήνυση του κατέθεσε συγκεκριμένα ... ότι του παρέστησε ότι είναι φερέγγυα, ότι έχει εγκριθεί δάνειο για να φτιάξει νέο βενζινάδικο. Ίσως ήταν προσχέδιο της αυτό με τις 300.000 πρώτα για να μου αποσπάσει μεγαλύτερο ποσό .. Εξέδωκε επιταγή και από την έρευνα που έκανε ο Ψ2 η Χ1 ήταν στην ''Μπλάκ λίστ''. Ούτε και η άλλη επιταγή σφραγίστηκε, όταν κλέβεται μια επιταγή δεν σφραγίζεται... Η Χ1 μου έδειξε τα ακίνητα τους, τους λογαριασμούς. Μου είπε να ρωτήσω όποιους θέλω, με πήγε στην ..... όπου φτιαχνόταν ένα νέο βενζινάδικο Απεδείχθη μετά ότι η κυρία έπαιξε ένα άσχημο παιχνίδι σε μένα και τελικά έφυγε και από το πρατήριο που είχε .....'' Από την αντιπαραβολή των δύο καταθέσεων ο μάρτυρας Ψ1 λόγω της επιστροφής των χρημάτων του από τον αδελφό της αιτούσας προσπαθεί ν' αποποινικοποιήσει την συμπεριφορά της αιτούσας χωρίς όμως να το κατορθώνει γιατί πολλά από τα ψευδή γεγονότα που παρέστησε η αιτούσα στον μηνυτή τότε δεν αναιρούνται από την μεταγενέστερη ένορκη κατάθεση του στην οποία προς αποφυγή εμπλοκών του αναφέρει ότι πίστευε πεπλανημένα ότι τον είχε εξαπατήσεις όταν της δάνεισε το 1994 10.000.000 .και ότι σχετικά με την πτώχευση της αιτούσας πρέπει να το ήξερε αφού για την πτώχευση η ίδια η αιτούσα έκανε λόγο στην απολογία της κατά την εκδίκαση των κατ'αυτής κατηγοριών. Περαιτέρω η επίκληση της ασθένειας του συζύγου της και η κατά το 1995 πτώχευση της δεν αναιρούν την οποιαδήποτε προηγούμενη συμπεριφορά της όπως αυτή περιγράφεται στο κατηγορητήριο της απόφασης που ζητά την ακύρωση, δυνατό να συστήνουν λόγους για αναγνώριση ελαφρυντικών πλην όμως το γεγονός αυτό δεν δικαιολογεί επανάληψη της διαδικασίας ., , όπως επίσης και το γεγονός της πτώχευσης δεν είναι δυνατό να αποτελέσει στοιχείο που να μπορεί να δικαιολογήσει την συμπεριφορά της γιατί η πτώχευση έλαβε χώρα μεταγενέστερα από τον χρόνο που διέπραξε τα όσα για τα οποία καταδικάστηκε. Ωσαύτως και το γεγονός της μεταγενέστερης επιστροφής των χρημάτων δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί σαν λόγος επανάληψης διαδικασίας γιατί και πριν την εκδίκαση των κατ' αυτής κατηγοριών να γινόταν, οι πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε ήταν κακουργηματικές και ως εκ τούτου μόνο σαν ελαφρυντικό μπορούσε να εκτιμηθεί το γεγονός αυτό που το οποίο όπως αναφέρεται και παραπάνω δεν αποτελεί λόγο επανάληψης διαδικασίας. Περαιτέρω από το σκεπτικό της με αριθμ. 820/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και αυτό είναι αξιοσημείωτο προκύπτει ότι η αιτούσα δεν αναφέρθηκε καθόλου στους σήμερα προβαλλόμενους λόγους, περί υγείας του συζύγου της, περί πλήρους επαγγελματικού αποσυντονισμού της εκ του λόγου αυτού, τουναντίον προκύπτει ότι με τον σύζυγό της οι σχέσεις της πρέπει να είχαν κλονισθεί τούτου προκύπτοντος από την απολογία της στο δικαστήριο στην οποία αναφέρει ότι με τον σύζυγό της τα είχαν βρει. Κατ' ακολουθία των παραπάνω οι λόγοι που προβλήθηκαν από την αιτούσα λόγοι δεν είναι δυνατό να στηρίξουν την άποψη ότι η σήμερα κατάθεση του τότε πολιτικώς ενάγοντα περιέχει στοιχεία που μπορούν να εκτιμηθούν ότι αναιρούν το περιεχόμενο της τότε κατάθεσης του ώστε από αυτά να προκύπτει ότι η αιτούσα είναι αθώα της σημερινής του θέσης θεωρουμένης σαν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι πήρε τα χρήματα του και έτσι έπαψε να έχει δεν έχει πλέον ενδιαφέρον των υπολοίπων λόγων μη δυναμένων να εκτιμηθούν ως λόγοι που μπορούν να δικαιολογήσουν επανάληψη διαδικασίας και για τους λόγους αυτούς η υπό κρίση αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί στην ουσία της. Επίσης πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση της για αναστολή της εκτέλεσης της εκτιόμενης ποινής. Δια ταύτα Προτείνω όπως Α. Να γίνει δεκτή τυπικά και να απορριφθεί στην ουσία της η με ημερομηνία 15- 10-2007 αίτηση της Χ1 κρατουμένης στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού με την οποία διώκει την ακύρωση της με αριθμ. 2787/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 6 ετών και την επανάληψη της διαδικασίας. Β. Να απορριφθεί το αίτημα της για αναστολή εκτέλεσης ποινής. Αθήνα την 30-11-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τους πληρεξούσιους της αιτούσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα στις περιπτώσεις που προβλέπονται περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και η περίπτωση του εδαφίου 2, κατά την οποία: αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους Δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους Δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το Δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και τα έγγραφα της δικογραφίας. Επίσης απαιτείται οι αποδείξεις να ήταν άγνωστες στον καταδικασθέντα γιατί διαφορετικά θα μπορούσε να της προσκομίσει. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως, καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους Δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο, από ουσιαστικής και νομικής πλευράς, έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή Δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Στην προκείμενη περίπτωση εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου η από 15-10-2007 αίτηση της Χ1, για επανάληψη της διαδικασίας κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2787/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Κατ' αυτής ασκήθηκε έφεση της ήδη αιτούσας, τότε κατηγορουμένης, η οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 820/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η δε κατά της τελευταίας ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως της ίδιας απορρίφθηκε με τη 1699/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ακολούθως η αιτούσα υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 2-11-2006 αίτηση προς επανάληψη της διαδικασίας, η οποία απορρίφθηκε με τη1811/2007 απόφαση. Η αιτούσα, με την ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε, παρούσα, σε ποινή καθείρξεως έξι ετών, για απάτη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, και ειδικότερα για το ότι "στην Αθήνα, κατά το μήνα Οκτώβριο 1994, τέλεσε περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ήτοι με πρόθεση και με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, σε πράξη που συνιστά επιζήμια διάθεση περιουσίας. Συγκεκριμένα? 1) Κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο και ενώ διατηρούσε πρατήριο υγρών καυσίμων στην ...... Αττικής, .... αρ. ...., παρέστησε ψευδώς στο μηνυτή Ψ1 ότι δήθεν ήταν φερέγγυα, ότι είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ότι διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό στο όνομά της στο Υποκατάστημα της Νίκαιας Αττικής της Τράπεζας Πίστεως και δη τον με αριθμό ........ τραπεζικό λογαριασμό όψεως, ενώ το αληθές είναι ότι αυτή δεν ήταν φερέγγυα, δεν είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ότι ο παραπάνω λογαριασμός όψεως δεν ανήκε σ' αυτήν, αλλά στον ......., έμπορο ελαστικών, στον οποίο ανήκε και το σχετικό στέλεχος των παρακάτω επιταγών, με αποτέλεσμα να τον πείσει να της χορηγήσει δάνειο 6.260.000 δρχ. για χρονικό διάστημα ολίγων ημερών, (5έως 6 ημερών), για την εξόφληση του οποίου του παρέδωσε την με αριθμό ..... ισόποση επιταγή της προαναφερόμενης Τράπεζας, την οποία είχε εκδώσει η ίδια και η οποία δεν εξοφλήθηκε τελικώς, με συνέπεια να ζημιωθεί ο παραπάνω μηνυτής κατά το εν λόγω χρηματικό ποσό, με αντίστοιχη δική της ωφέλεια. Η ζημία δε που προξένησε στο μηνυτή με την πράξη της αυτή είναι ιδιαίτερα μεγάλη, και 2) στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο έπεισε το μηνυτή Ψ2 να της χορηγήσει, για τις ανάγκες της επιχειρήσεώς της, δάνειο ύψους 4.000.000 δρχ. για χρονικό διάστημα ολίγων ημερών (5 έως 6ημερών), για την εξόφληση του οποίου του παρέδωσε τη με αριθμό ...... ισόποση επιταγή της ίδιας Τράπεζας, την οποία είχε εκδώσει η ίδια και η οποία δεν εξοφλήθηκε τελικώς, με συνέπεια να ζημιωθεί ο μηνυτής κατά το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, με αντίστοιχη δική της ωφέλεια. Η ζημία δε που προξένησε στον εν λόγω μηνυτή με την πράξη της αυτή είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Τέλεσε δε τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δηλαδή προκειμένου να πορισθεί εισόδημα, εμφανίζοντας και ροπή προς διάπραξη τέτοιου εγκλήματος". Η αιτούσα, προς υποστήριξη της αιτήσεώς της, ως νέες αποδείξεις επικαλείται και προσκομίζει? 1) την από ...... απόδειξη καταβολής από αυτήν, μέσω της θυγατέρας της Χ, προς τον Ψ1, μέσω της Αγροτικής Τράπεζας 5.000 ευρώ και 2) το από 28-2-2005 ένταλμα πληρωμής της EuroBank, ποσού ομοίως 5.000 ευρώ, επ' ονόματι Δημ. Σφυρή, αλλά ουσιαστικά είχε παραλήπτη τον ως άνω Ψ1, με αποστολέα τον αδελφό της Ζ1, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται και από το Ψ
  2. Η επιστροφή όμως των εν λόγω χρημάτων, η οποία έγινε μετά την απόρριψη της εφέσεως της αιτούσας ως ανυποστήρικτης, δεν εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 393 ΠΚ, αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ούτε στοιχειοθετεί άλλο ελαφρότερο έγκλημα. Η αιτούσα δικάστηκε σε βαθμό κακουργήματος. Ως εκ τούτου μόνο σαν ελαφρυντικό μπορούσε να εκτιμηθεί και εάν η καταβολή είχε γίνει πριν την εκδίκαση των κατ' αυτής κατηγοριών και δεν αποτελεί λόγο επανάληψης διαδικασίας. Η αιτούσα, για ευδοκίμηση της αίτησής της, επιπλέον, προσκομίζει και επικαλείται την με αριθμ. 13.623/13-3-2007 ένορκη κατάθεση του Ψ1, διάφορα ιατρικά πιστοποιητικά και, τη με ημερομηνία ..... ληξιαρχική πράξη θανάτου του συζύγου της Γ1, το με αριθμ. .........πιστοποιητικό του τμήματος πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών, από το οποίο προκύπτει ότι η αιτούσα κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως με την με αριθμ. 1149/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διάφορα πιστοποιητικά υγείας της ίδιας, και τους επικαλούμενους στην αίτηση τίτλους ιδιοκτησίας του συζύγου της. Από την ένορκη κατάθεση του Ψ1 προκύπτει ότι αυτός καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ελένης - Αλίκης Λεμπέση -Βαρδουλάκη κατέθεσε επί λέξει τα παρακάτω? " Το έτος 2001 που έγινε το πρώτο δικαστήριο, δηλ. το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, δεν γνώριζα ότι η Χ1 είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με απόφαση του αρμοδίου Δικαστηρίου Αθηνών, με ημέρα παύσης πληρωμών την 30 Ιανουαρίου 1995, ούτε γνώριζα ότι εις τούτο την οδήγησε η βαρεία ασθένεια του συζύγου της, που τελικά τον οδήγησε στο θάνατο. Δυστυχώς από τα δύο σοβαρά περιστατικά που επηρέασαν άμεσα την προσωπικότητά της τα έμαθα μετά το πρώτο δικαστήριο, δηλ. μετά το Νοέμβριο του 2001 και μάλιστα από τον αδελφό της, Ζ1, που ανέλαβε ο ίδιος να πληρώσει το εκ του επιδίκου δανείου χρέος της, όπως και έγινε στη συνέχεια, έχοντος απομείνει υπολοίπου ποσού ευρώ πέντε χιλιάδων (5.000), που τελικά το Μάρτιο του έτους 2005 μου τα έστειλε η θυγατέρα της Χ... Ήδη δε και σήμερα ζητάω από αυτήν συγγνώμη για όσα εις βάρος της κατέθεσα στο Τριμελές Εφετείου Κακουργημάτων στις 28-11-2001 διότι πεπλανημένα πίστευα ότι με είχε εξαπατήσει όταν της δάνεισα το έτος 1994 10.000.000 δραχμ., ότι αν δεν συνέβαινε η ασθένεια του συζύγου της και η συνεπεία αυτής πτώχευση, θα μου επέστρεφε τα δανεισθέντα χρήματα, αφού η επιχείρηση καυσίμων στην οδό ..... ήταν υπαρκτή και λειτουργικά βιώσιμη και αυτή πίστευε βάσιμα ότι θα μπορούσε να μου εξοφλήσει το χρέος αυτό ...". Από τα πρακτικά της με αριθμ. 2787/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση των κατά της αιτούσας κατηγοριών ο ίδιος, ανεξάρτητα από το τι ανέφερε στη μήνυσή του, κατέθεσε συγκεκριμένα ... ότι του παρέστησε αυτή ότι είναι φερέγγυα, ότι έχει εγκριθεί δάνειο για να φτιάξει νέο βενζινάδικο. Ίσως ήταν προσχέδιό της αυτό με τις 300.000, πρώτα για να του αποσπάσει μεγαλύτερο ποσό .. Εξέδωσε επιταγή και από την έρευνα που έκανε ο Ψ2 η x1 ήταν στη "Μπλάκ λίστ". Ούτε και η άλλη επιταγή σφραγίστηκε, όταν κλέβεται μια επιταγή δεν σφραγίζεται... Η x1 του έδειξε τα ακίνητά τους, τους λογαριασμούς. Του είπε να ρωτήσει όποιους θέλει, τον πήγε στην ......, όπου φτιαχνόταν ένα νέο βενζινάδικο. Απεδείχθη μετά ότι η κυρία έπαιξε ένα άσχημο παιχνίδι σε αυτόν και τελικά έφυγε και από το πρατήριο που είχε ..... Από την αντιπαραβολή των δύο καταθέσεων ο μάρτυρας Ψ1, λόγω της επιστροφής των χρημάτων του από τον αδελφό της αιτούσας και τη θυγατέρα της προσπαθεί ν' αποποινικοποιήσει την συμπεριφορά της αιτούσας, χωρίς όμως να το κατορθώνει, γιατί πολλά από τα ψευδή γεγονότα που παρέστησε η αιτούσα στο μηνυτή τότε δεν αναιρούνται από τη μεταγενέστερη ένορκη κατάθεσή του, στην οποία προς αποφυγή εμπλοκών του αναφέρει ότι πίστευε πεπλανημένα ότι τον είχε εξαπατήσει όταν της δάνεισε το 1994 10.000.000 δρχ. Σχετικά με την πτώχευση της αιτούσας η ίδια έκανε λόγο στην απολογία της κατά την εκδίκαση των κατ' αυτής κατηγοριών. Συνεπώς η ανάκληση της μαρτυρικής αυτής κατάθεσης δεν κρίνεται αξιόπιστη. Εξάλλου, στην ως άνω δίκη εξετάστηκαν και άλλοι μάρτυρες. Περαιτέρω, η επίκληση της ασθένειας του συζύγου της και η κατά το έτος 1995 πτώχευσή της δεν αναιρούν την προεκτεθείσα απατηλή συμπεριφορά της, όπως αυτή περιγράφεται στο διατακτικό της απόφασης που ζητά την ακύρωση, και συνεπώς δεν δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας. Άλλωστε, η πτώχευση, ναι μεν δεν προβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο στη δίκη στο Εφετείο ως αυτοτελής ισχυρισμός, πλην όμως στην προκείμενη περίπτωση δεν ασκεί έννομη επιρροή επί της ποινικής ευθύνης της αιτούσας, διότι η κήρυξη της πτωχεύσεως έλαβε χώρα μεταγενέστερα από το χρόνο που αυτή διέπραξε την άνω εξακολουθητική απάτη, για την οποία καταδικάστηκε, και ο συμβατικός χρόνος καταβολής του χρέους της ήταν το Νοέμβριο του 1994, (5 με 6 ημέρες μετά τη χορήγηση του δανείου τον Οκτώβριο του 1994, βλ. διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης), δηλαδή σε χρόνο πριν από την ημερομηνία παύσεως των πληρωμών, που είχε ορισθεί η 30-1-
  3. Κατ' ακολουθία, οι επικαλούμενοι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, ότι μετά την καταδίκη της αιτούσας προέκυψαν νέα γεγονότα και αποδείξεις, άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, που καθιστούν φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι τέλεσε, ερευνόμενοι κατ' ουσία με βάση τα αναφερόμενα την αίτηση γεγονότα και αποδείξεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Συνακολούθως δε πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, καθώς, επίσης, ως άνευ αντικειμένου, το περί αναστολής εκτελέσεως της άνω ποινής αίτημα της αιτούσας, και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-10-2007 αίτηση της καταδικασμένης x1, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 2787/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, καθώς και το περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής αίτημά της. Και Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου
  1. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.