← Ελλάδα

ΑΠ 858/2010 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 858 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως. Περίληψη: Παραπεμπτικό Βούλευμα. Αόριστοι οι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει αιτήσεις ως απαράδεκτες. Ειδοποιήθηκαν προς τούτο οι αντίκλητοι δικηγόροι των αναιρεσειόντων. Αριθμός 858/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων :1)Χ1 και 2)Χ2, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.2224/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ψ1 και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ2 . Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 2 Δεκεμβρίου 2009 και 3 Δεκεμβρίου 2009 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 103/10. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του με αριθμό 69/9.2.10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, τις με αριθμούς ... αιτήσεις αναίρεσης των 1) Χ1 και 2) Χ2, κρατουμένων προσωρινά στις Φυλακές ..., κατά του με αριθμό 2224/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:Ι.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148-153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 484 παρ.1, 509 παρ.1, και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 484 ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρα 476 παρ.1-513 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπουμένος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (Ολ. ΑΠ 2/2002). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε με το βούλευμα, πρέπει να γίνεται στην έκθεση για την άσκηση της μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή, η ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόσθηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα. Επίσης για να είναι ορισμένος ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος (ΑΠ 1999/02). II. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το με αριθμό 2273/2009 βούλευμα του παρέπεμψε τους αιτούντες μαζί με άλλους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν εφέσεις, οι οποίες έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία από το με αριθμό 2224/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ενώπιον του διευθυντή των φυλακών ..., συνταχθεισών των σχετικών εκθέσεων, στις οποίες αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: "Στο βούλευμα αυτό δεν αντιστοιχούν τα πραγματικά περιστατικά στους ουσιαστικούς κανόνες Ποινικού Δικαίου που εφαρμόζονται, με συνέπεια ο ... να έχει απαλλαγή από κάθε κατηγορία, ενώ εγώ που δεν έχω καμμία σχέση προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική με τον τρίτο που ζημιώθηκε, να διώκομαι με το αναφερθέν βούλευμα και την κατηγορία που προκύπτει απ' αυτό. ΔΓ αυτούς τους λόγους ζητώ την αναίρεση του βουλεύματος αυτού και την απαλλαγή μου από κάθε κατηγορία".Οι λόγοι αυτοί όμως, όπως διατυπώνονται στις εκθέσεις αναίρεσης είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, αφού αφ' ενός μεν δεν αναφέρουν κάποιο αναιρετικό λόγο, αφ' ετέρου και αν κατ' εκτίμηση γίνει δεκτό ότι με αυτές προβάλλονται ως αναιρετικοί λόγοι η εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν προσδιορίζουν με το πρώτο σε τι ακριβώς συνίσταται το σφάλμα του Συμβουλίου Εφετών και την ερμηνεία της διάταξης του 386 παρ.1-3 ΠΚ, ενώ επίσης δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με τα πληττόμενα κεφάλαια του. Επομένως, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης είναι αόριστες και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα ( άρθρα 476 παρ.1 - 583 παρ.1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθούν οι με αριθμούς 931/2009 και 938/2009 αιτήσεις αναίρεσης των α) Χ1 και β) Χ2 κατά του με αριθμό 2224/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.Αθήνα 21/1/2010 Ο Αντεισαγγελεας του Αρείου Πάγου ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ" Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι με αριθμούς ... αιτήσεις αναίρεσης των 1)Χ1 και 2)Χ2, κρατουμένων προσωρινά στις Φυλακές ..., κατά του με αριθμό 2224/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠο.νΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 484 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 476 παρ.1 του ίδιου Κώδικα), Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής-διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β' του ΚΠΔ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως για "εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να διαλαμβάνεται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και να προσδιορίζεται ειδικότερα η νομική πλημμέλεια περί την εφαρμογή ή την ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως που αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Επίσης για να είναι ορισμένος ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το με αριθμό 2273/2009 βούλευμα του παρέπεμψε τους αιτούντες, μαζί με άλλους, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν εφέσεις, οι οποίες έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία από το με αριθμό 2224/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ενώπιον του διευθυντή των φυλακών ..., συνταχθεισών των σχετικών εκθέσεων, στις οποίες αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: "Στο βούλευμα αυτό δεν αντιστοιχούν τα πραγματικά περιστατικά στους ουσιαστικούς κανόνες Ποινικού Δικαίου που εφαρμόζονται, με συνέπεια ο ... να έχει απαλλαγή από κάθε κατηγορία, ενώ εγώ που δεν έχω καμμία σχέση προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική με τον τρίτο που ζημιώθηκε, να διώκομαι με το αναφερθέν βούλευμα και την κατηγορία που προκύπτει απ' αυτό. Για αυτούς τους λόγους ζητώ την αναίρεση του βουλεύματος αυτού και την απαλλαγή μου από κάθε κατηγορία". Οι λόγοι αυτοί όμως, όπως διατυπώνονται στις εκθέσεις αναίρεσης είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, αφού αφ' ενός μεν δεν αναφέρουν κάποιο αναιρετικό λόγο, αφ' ετέρου και αν κατ' εκτίμηση γίνει δεκτό ότι με αυτές προβάλλονται ως αναιρετικοί λόγοι η εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν προσδιορίζουν με το πρώτο σε τι ακριβώς συνίσταται το σφάλμα του Συμβουλίου Εφετών και την ερμηνεία της διάταξης του 386 παρ.1-3 ΠΚ, ενώ επίσης δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με τα πληττόμενα κεφάλαια του. Επομένως, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης είναι αόριστες και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Σημειώνεται ότι για την απόρριψη αυτή ειδοποιήθηκαν κατ'άρθρο 476 παρ.1 εδ.τελ. οι αντίκλητοι δικηγόροι των κατηγορουμένων από τον εισαγγελέα, σύμφωνα με την περί αυτής επισημείωση του γραμματέα, στο φάκελλο της δικογραφίας. Πρέπει δε να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 - 583 παρ.1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει τις με αριθμούς 931/2009 και 938/2009 αιτήσεις αναίρεσης των : α)Χ1 και β)Χ2, κατά του με αριθμό 2224/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει καθέναν από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου
  1. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.