Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 861 / 2009 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Υπέρβαση εξουσίας, Δυσφήμηση συκοφαντική, Δικαστήριο Αναθεωρητικό. Περίληψη: Αναίρεση Αντεισαγγελέα του Αναθεωρητικού, κατά αποφάσεως του Πενταμελούς Στρατοδικείου, με την οποία έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ανωτέρου κατ’ εξακολούθηση, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου συνεπεία δηλώσεως του παθόντος ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου. Υπέρβαση εξουσίας ως λόγος αναίρεσης κατά αποφάσεως του Στρατοδικείου που έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη για τον πιο πάνω λόγο. Η παραπομπή του άρθρου 3 ΣΠΚ στον Ποινικό Κώδικα έχει σημασία για την έννοια του εγκλήματος που λαμβάνεται από τον ΠΚ και δεν αφορά και τα θέματα ποινικής δίωξης. Το αδίκημα του άρθρου 62 του ΣΠΚ διώκεται αυτεπαγγέλτως και δεν απαιτείται έγκληση. Αναιρεί. Αριθμός 861/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, περί αναιρέσεως της 267/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον ....., κάτοικο ....., που παρέστη στο ακροατήριο αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο. Το Πενταμελές Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 19/10.11.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Άνχη (ΔΓ) Χρήστου Σιτσανακλή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1844/2008. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο ή ασκεί δικαιοδοσία την οποία εκ του νόμου δεν έχει ή χωρίς να συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την άσκησή της είτε αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο, παρ' όλον ότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της. Ενδεικτικά δε αναφέρονται στην πιο πάνω διάταξη οι με στοιχεία α, β, γ και δ περιπτώσεις υπέρβασης εξουσίας. Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 205, 207-214 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (Σ.Π.Κ., που κυρώθηκε με το νόμο 2287/1995), 505 παρ. 1δ και 510 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει, μεταξύ άλλων ότι από τις αναφερόμενες στο τελευταίο αυτό άρθρο περιπτώσεις υπερβάσεως εξουσίας (510 παρ. 1 στοιχ. Η μετά την κατάργηση της περιπτώσεως Η με το άρ. 50 παρ. 4 του ν. 3160/03), η επίλυση προκαταρκτικού ζητήματος που υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων (περ. β), η παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν την παράσταση πολιτικής αγωγής κατά τα άρθρα 65 παρ. 1, 66 παρ. 1 του ΚΠΔ (περ. γ), καθώς και η καταδίκη για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη έγκληση ή αίτηση ή για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης ή για το οποίο δεν έχει επιτραπεί ρητά η έκδοση (περ. δ), συνιστούν λόγους αναθεωρήσεως των οριστικών αποφάσεων των στρατοδικείων, ενώ η οποιαδήποτε άλλη περίπτωση υπερβάσεως εξουσίας αποτελεί λόγο αναιρέσεως των ανωτέρω αποφάσεων, όπως επίσης λόγο αναιρέσεως συνιστά και η έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα καθώς και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ). Επίσης από τις αυτές πιο πάνω διατάξεις και ειδικότερα από την διάταξη του άρθρου 212 του ΣΠΚ, προκύπτει ότι για κάθε δικαιούμενο πρόσωπο συνεπώς και για τον Εισαγγελέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, η προθεσμία ασκήσεως των ενδίκων μέσων της αιτήσεως αναθεωρήσεως και της αιτήσεως αναιρέσεως κατά των οριστικών αποφάσεων των στρατοδικείων είναι είκοσι ημέρες για καθένα από τα ένδικα αυτά μέσα και αρχίζει, η μεν προθεσμία της αιτήσεως αναθεωρήσεως των αποφάσεων αυτών [στρατοδικείων], από την καταχώρηση των στοιχείων τους καθαρογραμμένων σε ειδικό βιβλίο καθαρογράφησης αποφάσεων που τηρείται στην γραμματεία του δικαστηρίου, η δε προθεσμία της αιτήσεως αναιρέσεως, εφόσον δεν έχει ασκηθεί αίτηση αναθεώρησης, μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας της τελευταίας αυτής αιτήσεως. Την αίτηση του δε για αναίρεση των αποφάσεων των στρατοδικείων μπορεί ο Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, να δηλώσει και στον γραμματέα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (509 1β ΚΠΔ, 213 παρ. 1 ΣΠΚ), ο οποίος (εισαγγελέας) μπορεί να εκκαλεί και κάθε αθωωτική απόφαση του στρατοδικείου (205, 207 ΣΠΚ, 486 ΚΠΔ), δεν είναι, όμως αθωωτικές και ως εκ τούτου δεν υπόκεινται σε έφεση οι αποφάσεις που παύουν οριστικά την ποινική δίωξη, υπόκεινται όμως σε αναίρεση, μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση κατ' αυτών αιτήσεως αναθεωρήσεως. Περαιτέρω, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του Σ.Π.Κ. (ν. 2287/1995), ο οποίος εφαρμόζεται επί των στρατιωτικών εγκλημάτων, "στρατιωτικό έγκλημα είναι κάθε πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις αυτού του Κώδικα". Κατά το άρθρο 3 του Κώδικα τούτου, "οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα (Π.Κ.), όπως ισχύουν κάθε φορά, εφαρμόζονται και στα στρατιωτικά εγκλήματα, εφόσον δεν περιέχονται διαφορετικές ρυθμίσεις στον παρόντα κώδικα". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 62 ΣΠΚ (Ν. 2287/95), στρατιωτικός που δυσφημεί ανώτερο ή κατώτερο του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Αν η δυσφήμηση είναι συκοφαντική, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Όπως συνάγεται από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διατάξεως (αλλά κι απ' αυτή του άρθρου 60 ΣΠΚ), ο νομοθέτης του ΣΠΚ δεν θέλησε να ορίσει κάτι διαφορετικό ως προς τη συνδρομή των όρων της δυσφημήσεως (και της εξυβρίσεως του άρθρου 60 ΣΠΚ). Έτσι, για τον ορισμό της δυσφημήσεως (απλής ή συκοφαντικής) ο δικαστής θ' ανατρέξει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 του ΣΠΚ, στις αντίστοιχες διατάξεις του ΠΚ (άρθρα 361, 362 και 363). Η παραπομπή, όμως, του άρθρου 3 ΣΠΚ στον Ποινικό Κώδικα έχει σημασία για την έννοια του εγκλήματος που λαμβάνεται από τον ΠΚ και δεν αφορά και τα θέματα ποινικής δίωξης, αφού η κατ' έγκληση δίωξη είναι γενικά εξαίρεση και έτσι δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μεταφοράς από τη μία διάταξη στην άλλη. Πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της παραδοχής της ως άνω απόψεως αποτελεί και η διάταξη του άρθρου 147 παρ. 6 ΣΠΚ, η οποία προβλέπει και τιμωρεί την κλοπή ή υπεξαίρεση πραγμάτων τα οποία ανήκουν στο κράτος ή σε στρατιωτικό ή έχουν αποσταλεί ή έχουν αποχωρισθεί προς αποστολή στο στρατό. Έτσι, από τη διατύπωση των συνδυασμένων διατάξεων, των άρθρων 3, 147 παρ. 1, 2 και 16 του ΣΠΚ, (Ν. 2287/1995) και 377 παρ. 1 και 2 ΠΚ, και ειδικότερα εκείνης του άρ. 147 παρ. 6 ΣΠΚ, κατά την οποία "η διάταξη του άρ. 379 ΠΚ εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις των προηγουμένων παραγράφων, η δε διάταξη του άρ. 377 παρ. 1 ΠΚ εφαρμόζεται επίσης, εφόσον η κλοπή ή η υπεξαίρεση αφορά σε πράγματα, μικρής στρατιωτικής σημασίας και ευτελούς αξίας", προκύπτει, ότι η από τη διάταξη αυτή γενομένη παραπομπή σ` εκείνη της παρ. 1 του άρ. 377 ΠΚ, με μοναδικό σκοπό την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη κλοπής πραγμάτων μικρής στρατιωτικής σημασίας και ευτελούς αξίας, δεν δύναται να θεωρηθεί, ότι διαλαμβάνει και παραπομπή στην επομένη διάταξη της παρ. 2 του αυτού άρθρου, [κατά την οποία "στις περιπτώσεις αυτού του άρθρου
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.