Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 865 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Σύμβαση μαθητείας. Περίληψη: Γνήσια σύμβαση μαθητείας, με επιδότηση ΟΑΕΔ. Μη εφαρμογή διατάξεων εργατικού δικαίου. Προσωρινή διαταγή για παράταση της απασχόλησης μετά τη λήξη της σύμβασης. Κατά τη διάρκεια της παράτασης, οι οφειλόμενες αποδοχές δεν μπορεί να είναι υπέρτερες εκείνων, που καταβάλλονταν κατά τη διάρκεια της σύμβασης μαθητείας. Αναιρεί, κρατεί την υπόθεση και απορρίπτει την έφεση. Αριθμός 865/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Γιαννούλη), Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΑΧΑΪΑΣ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Πάτρα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Δήμητρας Κουνινιώτη - Χρύσανθου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Κ. Α. του Ν. και 2) Χ. Σ. του Ν., κατοίκων ... που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Ρήγα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 227/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 440/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-9-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 29-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη, της οποίας η διάρκεια συνομολογείται μέχρις ένα ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση μελλοντικού και βέβαιου γεγονότος ή για την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως. Σε περίπτωση αμφιβολίας, η σύμβαση θεωρείται αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ.1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ.1 του νόμου αυτού επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, χωρίς, πάντως, να επιτρέπεται, εγκύρως, η παράταση μιας τέτοιας σύμβασης ή η μετατροπή της σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Οι περιορισμοί αυτοί απέκτησαν αυξημένη τυπική ισχύ με την προσθήκη των παρ.7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος, κατά την αναθεώρηση του έτους
- Στους κανόνες αυτούς υπάγεται τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου όσο και αυτό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ.3 και 8 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 7, 8/2011). Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη, ως περίπτωση (κα') στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994, επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (απαλειφθείσα ήδη με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009, που δεν καταλαμβάνει την ένδικη διαφορά), η οποία αφορά στην πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ. Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού, που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση τέτοιου προγράμματος, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στο πρόγραμμα αυτό. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη εκτέλεσης των ειδικών προγραμμάτων, γι' αυτό και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (ΑΚ 669 παρ.1). Η σύναψη των σχέσεων αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, διότι επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση των ειδικών προγραμμάτων, για την εξυπηρέτηση των οποίων συνάπτονται. Περαιτέρω, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στο μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, μόνο αναλογικά εφαρμόζονται οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφ' όσον συμβιβάζονται µε τη φύση και το σκοπό της, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας. Επίσης, στη γνήσια σύμβαση μαθητείας μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο εργοδότης θα καταβάλλει στο μαθητευόμενο μισθό (κατώτερο από το μισθό του καταρτισμένου μισθωτού) για την ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την εκπαίδευσή του (ΟλΑΠ 19/1987). Αντίθετα, επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση επιδιώκοντας, παραλλήλως, την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη. Γι' αυτό, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αφού προέχων σκοπός της συμβάσεως είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 1677/2011, ΑΠ 1592/2009). Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας ενοχικής σχέσης ως σύμβασης έργου ή ως σύμβασης μαθητείας γνήσιας ή μη γνήσιας ή ως σύμβασης εργασίας ανεξάρτητης ή εξαρτημένης, ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί, κατ' εξοχήν, έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία, μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική μορφή συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (ΟλΑΠ 19, 20/2007, ΟλΑΠ 18/2006).
- Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι με τα από 19-12-2007 συμφωνητικά συνεργασίας μεταξύ αφ' ενός του ΟΑΕΔ, αφ' ετέρου του εκκαλούντος (εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος) Επιμελητηρίου και εκ τρίτου μιας εκάστης των εφεσιβλήτων (εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων), οι τελευταίες προσλήφθηκαν στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (stage) στα Επιμελητήρια της Χώρας. Ότι οι εφεσίβλητες είχαν την υποχρέωση να απασχοληθούν στην υπηρεσία του εκκαλούντος από 15-1-2008 μέχρι 15-7-2009, παρέχοντας γραμματειακή υποστήριξη και εργαζόμενες από Δευτέρα έως Παρασκευή, από ώρα 08:00 έως 14:30 ημερησίως, αντί αμοιβής 25 ευρώ την ημέρα, κατόπιν χρηματοδοτήσεως του ΟΑΕΔ. Ότι μετά τη λήξη τους, οι εν λόγω συμβάσεις παρατάθηκαν για άλλους δώδεκα μήνες, ήτοι μέχρι την 2-8-2010 και με τον ίδιο σκοπό, ήτοι την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. Ότι εν όψει της λήξεως του συμφωνημένου χρόνου, το εκκαλούν δήλωσε στις εφεσίβλητες ότι δεν θα αποδέχεται στο εξής την εργασία τους. Ότι οι εφεσίβλητες, που επιθυμούσαν το αντίθετο, υπέβαλαν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί προσωρινά το εκκαλούν να αποδέχεται την εργασία τους, με τις νόμιμες αποδοχές. Ότι, με την υποβολή της αίτησης, εκδόθηκε η από 29-7-2010 προσωρινή διαταγή, με το ως άνω περιεχόμενο. Ότι κατά τη συζήτηση της αιτήσεως των ασφαλιστικών μέτρων διατηρήθηκε η προσωρινή διαταγή μέχρι την έκδοση αποφάσεως επ' αυτής. Ότι, με τον τρόπο αυτό, το εκκαλούν απασχόλησε πραγματικά τις εφεσίβλητες μέχρι την 10-2-2011, οπότε δημοσιεύθηκε δικαστική απόφαση απορριπτική της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων. Ότι, παρά το γεγονός ότι οι εφεσίβλητες πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους κατά το χρονικό διάστημα από 2-8-2010 μέχρι 10-2-2011, παρέχοντας, όπως και προηγουμένως, γραμματειακή υποστήριξη στο εκκαλούν, το τελευταίο δεν κατέβαλε προς αυτές τις νόμιμες αποδοχές. Ότι οι συμβάσεις, με τις οποίες απασχολήθηκαν οι εφεσίβλητες, ήσαν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, διότι καταρτίσθηκαν και εκπληρώθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 2639/1998 με χρηματοδότηση του ΟΑΕΔ, προκειμένου οι εφεσίβλητες να αποκτήσουν θεωρητική και πρακτική επαγγελματική κατάρτιση. Ότι, ως εκ τούτου, οι συμβάσεις αυτές δεν αποτελούν συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας και επ' αυτών δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, που καθορίζουν τις υποχρεωτικές, ελάχιστες αποδοχές των εργαζομένων. Ότι οι εφεσίβλητες δεν θα μπορούσαν να αξιώσουν τις ένδικες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 2-8-2010 μέχρι 10-2-2011, ούτε σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία, αφού δεν είχαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ούτε σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού απασχολήθηκαν με έγκυρες, γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, οι οποίες σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως άκυρες συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι, παρά ταύτα, η προσωρινή διαταγή, σε εκτέλεση της οποίας οι εφεσίβλητες απασχολήθηκαν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, αποτελεί γι' αυτές επαρκές νομικό έρεισμα αποζημίωσης για την εργασία που πρόσφεραν στην υπηρεσία του εκκαλούντος και αντίστοιχης υποχρέωσης του τελευταίου, ανεξάρτητης από τη σύμβαση μαθητείας. Ότι, ως εκ τούτου, το εκκαλούν έχει την υποχρέωση να αποδώσει στις εφεσίβλητες την ωφέλεια, την οποία αποκόμισε από την παροχή της εργασίας τους και η οποία συνίσταται στην αμοιβή, την οποία θα είχε καταβάλει σε τρίτα πρόσωπα, με τα ίδια προσόντα, στα οποία θα είχε αναθέσει με έγκυρες συμβάσεις εργασίας τα ίδια καθήκοντα, κατά το ως άνω ένδικο χρονικό διάστημα. Με τις σκέψεις αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που έκρινε κατόπιν εφέσεως του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), υπολόγισε ως νόμιμες αποδοχές των εναγουσών (ήδη αναιρεσιβλήτων), οι οποίες δεν είχαν ασκήσει αυτοτελή έφεση ή αντέφεση, όχι αυτές που λάμβαναν κατά την προηγηθείσα διάρκεια των συμβάσεων μαθητείας (ήτοι, 25 ευρώ ημερησίως και ουδέν έτερο), αλλά εκείνες που θα έπρεπε να λάβουν με έγκυρη σύμβαση εργασίας, ήτοι, πέραν του κατωτάτου ημερομισθίου της από 2-4-2008 ΕΓΣΣΕ (33,04 ευρώ) και τα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, το επίδομα αδείας και τις αποδοχές αδείας του χρόνου της απασχόλησής τους σε εκτέλεση της προσωρινής διαταγής, τις οποίες είχε αρνηθεί να επιδικάσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Στη συνέχεια, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του Ειρηνοδικείου και έκανε δεκτή την αγωγή κατά το μεγαλύτερο μέρος, ως προς την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, επικουρική βάση αυτής.
- Επειδή, με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ. 1), διότι, αν και ορθώς δέχθηκε ότι οι συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων ήσαν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, επί των οποίων δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, μεταξύ των οποίων και αυτές που προβλέπουν το κατώτατο ημερομίσθιο και την καταβολή δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδόματος αδείας και αποδοχών αδείας, εν τούτοις επιδίκασε τις εν λόγω παροχές, υποπίπτοντας στην ερμηνευτική πλημμέλεια ότι η προσωρινή διαταγή του δικαστηρίου, που υποχρέωσε το αναιρεσείον να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και μετά την εκπνοή του συμφωνημένου χρόνου των συμβάσεων μαθητείας, είχε (δήθεν) την έννομη συνέπεια να προσδώσει σ' αυτούς δικαιώματα περισσότερα από όσα είχαν κατά τη διάρκεια των εν λόγω συμβάσεων. Ενώ, στην πραγματικότητα, η προσωρινή διαταγή δεν μπορούσε να έχει άλλη έννοια και αποτελέσματα πέραν της διατήρησης μιας πραγματικής και νομικής κατάστασης, η οποία είχε ήδη διαμορφωθεί και, χάριν της κοινωνικής ειρήνης, δεν θα έπρεπε να μεταβληθεί μέχρι την εκδίκαση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται από τον εισηγητή (ΚΠολΔ 562 παρ.4), είναι βάσιμος.
- Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η έρευνα του δευτέρου από τους λόγους της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο εφετείο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Επιμελητηρίου, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στην έκταση που η αγωγή είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψή της. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναιρέσεως, που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο, εφαρμόζοντας σωστά τις ισχύουσες διατάξεις, για το ένδικο χρονικό διάστημα της απασχόλησης των εναγουσών στην υπηρεσία του εναγομένου δυνάμει της δοθείσας προσωρινής διαταγής, είχε επιδικάσει την αμοιβή, η οποία καταβαλλόταν και κατά τη διάρκεια των συμβάσεων μαθητείας, που είχαν ισχύσει προηγουμένως. Ως εκ τούτου, οι λόγοι της έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο, ελέγχονται αβάσιμοι. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να απορριφθεί η έφεση. Τέλος, λόγω του ότι η μεν αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή, αλλά η έφεση απορρίπτεται, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της κατ' έφεση και της αναιρετικής δίκης (ΚΠολΔ 178 παρ.1 και 183). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 440/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ επί της εφέσεως. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αριθμό κατάθεσης 3682/24-10-2012 έφεση κατά της 227/2012 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών.- Και ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Απριλίου
- -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 15η Απριλίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ