← Ελλάδα

ΑΠ 875/2009 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδορκία μάρτυρα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 875 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδορκία μάρτυρα. Περίληψη: Ψευδορκία μάρτυρα. Η προβαλλόμενη απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Πλαγία παράβαση του νόμου. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο προς νέα εκδίκαση. Αριθμός 875/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τριανταφυλλάκη, περί αναιρέσεως της 4308/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3 και 4) Ψ4, κατοίκους ......, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευριπίδη Σούσουρα. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 657/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Υπαίτιος της πράξεως που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 224 § 2 Π.Κ., δηλαδή της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντ/τος και 130 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για ψευδορκία μάρτυρα αποφάσεως, είναι απαραίτητο να αναφέρονται, τα ανωτέρω, στοιχεία. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 4308/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, ψευδορκίας μάρτυρα (Π.Κ. 224 § 2) και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα

(10)μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι αποδείχθηκαν, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, τα εξής: "Τον Ιανουάριο του 1996 η Εθνική Κτηματική τράπεζα ανέθεσε στον κατηγορούμενο και σε δύο άλλους επιθεωρητές της τη διενέργεια ελέγχου αναφορικά με παράνομες ενέργειες του υπαλλήλου της τράπεζας Α. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας οι εν λόγω επιθεωρητές συνέταξαν την από 27-3-1996 έκθεση που υπογράφεται και από τον παρόντα κατηγορούμενο με τη σύμφωνη γνώμη της διεύθυνσης επιθεώρησης και την έγκριση του Δ/τη της τράπεζας. Στη συνέχεια ασκήθηκε ποινική δίωξη και παραπέμφθηκαν να δικασθούν ενώπιον του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Τριμελούς Δικαστηρίου Εφετών Θεσσαλονίκης, οι παρακάτω αναφερόμενοι κατηγορούμενοι και για τα αδικήματα που επίσης ειδικότερα προσδιορίζονται στη συνέχεια και κλήθηκε ως μάρτυρας ο παρών κατηγορούμενος. Την 2.4.2001, την 3.4.2001 και την 4.4.2001 ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Τριμελούς Δικαστηρίου Εφετών Θεσσαλονίκης, ενώπιον του οποίου, εκδικαζόταν υπόθεση με κατηγορούμενους τους: Β, Α, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, Η και Θ, οι οποίοι κατηγορούνταν για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού κατ' εξακολούθηση με σκοπό το περιουσιακό όφελος άνω των 25.000.000 δρχ. και σε βάρος ν.π., της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια ... σε βάρος ν.π., της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, της συκοφαντικής δυσφήμησης, της άμεσης συνέργειας στην ως άνω απάτη, της ηθικής αυτουργίας σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, της απλής συνέργειας σε πλαστογραφία και απάτη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, της υπεξαίρεσης και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ερωτηθείς σχετικά με τις πράξεις αυτές [ήτοι της κατάρτισης πλαστών εγγράφων (αποδείξεων προαγοράς τίτλων Ελληνικού Δημοσίου, εντολών φύλαξης εξουσιοδότησης ομολόγων της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας Ελλάδος σημειωμάτων απόδοσης δεσμευμένης κατάθεσης, ημερολογιακών δελτίων και ανανεώσεων αυξήσεων κεφαλαίου τριμήνων κτηματικών ομολόγων της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας Ελλάδος ΑΕ, γραμματίων είσπραξης ανανεώσεων αυξήσεων κεφαλαίου τριμήνων κτηματικών ομολόγων της Εθνικής Στεγαστικής Τράπεζας ΑΕ και ενταλμάτων πληρωμής της Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ), που φέρονταν ότι είχαν τελεσθεί από τους Β (δικηγόρο) και Α (υπάλληλο και από το έτος 1994 Υποδιευθυντή της Κτηματικής Τράπεζας) καθώς και για τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης και της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή που φέρονταν ότι είχαν τελεσθεί από τους ως άνω κατηγορουμένους], επεχείρησε να αποδυναμώσει όσα ο ίδιος διαπίστωσε και κατέγραψε στην πιο πάνω έκθεσή του. Έτσι προσπάθησε να εμφανίσει την όλη υπόθεση ως μία εξωτραπεζική συναλλαγή της Β με τους παθόντες στην οποία οι παθόντες (πλην ελαχίστων που, όπως κατέθεσε, παρασύρθηκαν) γνώριζαν τι ακριβώς έκαναν και ότι περίπου γνώριζαν ότι τα έγγραφα που τους έδωσε η Β ήταν πλαστά, αφού τούτο ήταν εμφανές και μπορούσε να το διαπιστώσει ο οποιοσδήποτε ... Θεωρεί δε μόνο, κατ' εξαίρεση, τις συναλλαγές που έγιναν με τους Ι, Κ και Λ, ως τραπεζικές. Λίγες δε μόνο ευθύνες αποδίδει στον Α, συνιστάμενες κυρίως στο ότι διαχειριζόταν χρήματα μονίμων κατοίκων εξωτερικού ότι είχε κοινό λογαριασμό με την Β, ότι δεν κατήγγειλε το γεγονός ότι περιήλθε στη κατοχή του πλαστό ομόλογο κλπ. Χαρακτηρίζει δε τις ενέργειες αυτές ως απλές "παρατυπίες" πλην της τοκογλυφίας (τοκογλυφικά δάνειο προς την Β ), την οποία και μόνο χαρακτηρίζει ως "παρανομία". Επίσης ουσιαστικά αποκλείει να τα είχε συμπληρώσει ο ίδιος ο Α ή να παρείχε συμβουλές στην Β για τον τρόπο συμπληρώσεως των τραπεζικών εντύπων, αφού αυτά συμπληρώθηκαν με τρόπο άσχετο με την τραπεζική ορολογία και πρακτική, ενώ στα σχετικά έντυπα είχαν πρόσβαση πολλοί. Ενώ όμως αυτά και άλλα ευνοϊκά για τον εν λόγω κατηγορούμενο κατέθεσε ενώπιον του προαναφερομένου Δικαστηρίου, στην πια πάνω έκθεσή του, την οποία ας σημειωθεί, όχι μόνο δεν ανακάλεσε, αλλά ρητώς επιβεβαίωσε, εξεταζόμενος ενώπιον εκείνου του Δικαστηρίου, περιγράφει λεπτομερώς τις παράνομες ενέργειες του Α στην όλη υπόθεση, για να καταλήξει στο συμπέρασμα, σύμφωνα με το οποίο όπως επί λέξει αναφέρεται στην έκθεση αυτή "η συμπεριφορά και οι ενέργειες του παρέχουν ισχυρές ενδείξεις ενοχής του, για συνεργεία και άμεση συνδρομή στις παράνομες πράξεις τη δικηγόρου Β ..." (βλ. σελ. 101 εκθέσεως). Πράγματι στην έκθεση αυτή ερεύνης περιέχονται περιστατικά από την οποία καταδεικνύεται η εμπλοκή του Α στην έκταση που τούτο έγινε δεκτό πιο πάνω. Ο ίδιος μάρτυρας και νυν κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι η Β είχε στήσει μια "παρατράπεζα" και ότι οι περισσότεροι παθόντες γνώριζαν ότι συναλλάσσονταν μαζί της εκτός τραπέζης, πλην όμως δεν μπόρεσε να εξηγήσει με πιο τρόπο λειτουργούσε η εν λόγω "παρατράπεζα" και για πιο λόγο οι συναλλασσόμενοι μαζί της θα δεχόντουσαν εν γνώσει τους να λάβουν προς εξασφάλιση τους πλαστά αποδεικτικά έγγραφα. Τα ίδια κατέθεσε και ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου, όπου εκδικαζόταν η ασκηθείσα έφεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Τριμελούς Δικαστηρίου Εφετών Θεσσαλονίκης, όπως σαφώς αναφέρεται και στο σκεπτικό της με αριθμ. 940, 941, 942, 1074, 1194, 1195 αμετάκλητης απόφασης του δικαστηρίου εκείνου, η οποία αναγνώσθηκε, και όπου διαπιστώνονται τα προαναφερόμενα σχετικά με την κατάθεση του κατηγορουμένου. Επομένως τα αναφερόμενα παρακάτω τα οποία κατέθεσε ο εν λόγω κατηγορούμενος εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Τριμελούς Δικαστηρίου Εφετών Θεσσαλονίκης ότι "Καμία συναλλαγή δεν καταγγέλθηκε ότι έγινε μέσα στη τράπεζα ... Οι τόκοι που έδινε η κ. Β (ενν. η τότε κατηγορουμένη Β) φθάνανε από 24% έως 38%. Η κ. Β είχε σταματήσει τη συνεργασία της με τη Κτηματική τράπεζα από το 1992 ... Από τότε δεν πήγαινε ποτέ στο κατάστημα της Κτηματικής... Οι μάρτυρες δίνανε τα χρήματα τους για τον μεγάλο τόκο που έφθανε από 28% έως 40%... Οι παρατυπίες του κ. Α (ενν. του τότε κατηγορουμένου Α) ήταν ότι πλαστογράφησε κάποιες υπογραφές προκειμένου να ανοίξουν κάποιοι λογαριασμοί, οι οποίοι τελικά ήταν και άσχετοι... Τα έντυπα πάντως ήταν σχεδιασμένα έτσι που θα μπορούσε να τα αντιληφθεί ο καθένας ... Μπλοκ επιταγών η Β από το κατάστημα της ...... το 1994 πήρε 20 και τα πιο πολλά της τα έδωσε ο Α ... Νομίζω ότι η οικονομική της κατάσταση δικαιολογεί τον αριθμό αυτό και από την στιγμή που δεν είχε σφραγιστεί επιταγή της, δεν υπήρχε λόγος για να μην πάρει επιταγές ... Όλα τα έντυπα που χρησιμοποιεί η Β είναι φωτοτυπίες. Ελάχιστα είναι πρωτότυπα. Πρόκειται για έντυπα τα οποία δεν είναι διαβαθμισμένα και τα οποία είναι εκτεθειμένα επάνω στα γκισέ ... Την απόπειρα χρηματισμού την είχε κάνει στις 6.10.
  1. Η πρόταση η δική μας ήταν να γίνουν αυστηρές συστάσεις, αλλά η πρόταση του Διευθυντή ήταν να σταματήσει η συνεργασία με την Β . Δεν παραπέμφθηκε τότε η κ. Β στον Εισαγγελέα, γιατί δεν αποδείχθηκε τίποτα σε βάρος της και γιατί δεν υπήρχαν στοιχεία ... Ο Α στην Κτηματική υπηρετεί από το
  2. Προϊστάμενος λογιστηρίου δεν ήταν ποτέ ... Οι παθόντες πρώτα πήγανε στην Ασφάλεια και ούτε ένας δεν ήρθε στη Τράπεζα να απαιτήσει τα χρήματά του ... Τα πλαστά όπως έγιναν μπορούσαν να παραπλανήσουν κανέναν... οι περισσότεροι από τους παθόντες γνώριζαν ότι οι τίτλοι ήταν πλαστοί, αλλά δεν μπορούσαν να αντισταθούν στη μανία του υπερκέρδους.... Τα επιτόκια της Β ξεκινούσαν από 27% -28% και φθάνανε στο 50% - 60%... Από την έρευνα μας δεν προέκυψε συμμετοχή του Α στην υπόθεση... Δεν προέκυψε ούτε από το πόρισμα ούτε από τις καταθέσεις συναυτουργία του Α ... Εμείς στο πόρισμά μας όμως καταγράφουμε όλες τις παρατυπίες... Δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να εμπλέκεται ο Α με τη κ. Β ...", ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας αυτών, καθόσον η αλήθεια ήταν ότι πολλές από τις συναλλαγές που αφορούσαν σε πλαστούς τίτλους ομολόγων λάμβαναν χώρα εντός του καταστήματος της Κτηματικής Τράπεζας με τη συμμετοχή του Α, στον οποίο απευθύνονταν οι παθόντες κατόπιν υποδείξεως της Β, ότι ο τόκος που αναγραφόταν επί των πλαστών ομολόγων δεν ξεπερνούσε το 24% ότι η Β ακόμα και μετά το έτος 1992 μετέβαινε συχνά στο κατάστημα της Κτηματικής Τράπεζας, ότι τα πλαστογραφημένα έντυπα δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά από τον καθένα ως προς την πλαστότητά τους γι' αυτό άλλωστε και παραπλανήθηκαν πλείστοι τρίτοι και κατέβαλαν για χρονικό διάστημα πέντε ετών μεγάλα χρηματικά ποσά) ότι ο Α παρά τα οριζόμενα στην Ε.Δ. 19/93 της Κτηματικής Τράπεζας, χορηγούσε παρατύπως βιβλιάρια επιταγών στην Β χωρίς δηλαδή να λαμβάνει γνώση ο διευθυντής του καταστήματος της Κτηματικής Τράπεζας και επί πλέον, παρά τα οριζόμενα στην Ε.Δ. 48/94 της Κτηματικής Τράπεζας χορηγούσε βιβλιάρια επιταγών στην Β χωρίς να έχουν εξοφληθεί οι προηγούμενες επιταγές της, ότι τα έντυπα της Κτηματικής Τράπεζας που βρέθηκαν στην κατοχή της Β δεν ήταν έντυπα που βρίσκονταν επάνω στο γκισέ και μπορούσε ευχερώς ο καθένας να τα αναλάβει, αλλά οι συνθήκες που περιήλθαν στην κατοχή της παρέμεναν αδιευκρίνιστες ακόμα και κατά την έρευνα που διενήργησαν οι Επιθεωρητές της Τράπεζας, ότι για την απόπειρα χρηματισμού του αναπληρωτή προϊσταμένου του τμήματος χορήγησης δανείων της Κτηματικής τράπεζας. Η Μ, από την Β υπήρχαν πλείστα στοιχεία σε βάρος της τελευταίας, όπως προέκυψε από την έρευνα που διενεργήθηκε κατόπιν καταγγελίας της υπαλλήλου της τράπεζας, Ν, γι' αυτό άλλωστε είχε διακοπεί η συνεργασία της Κτηματικής Τράπεζας με την Β για κάποιο χρονικό διάστημα, ότι ο Α διετέλεσε προϊστάμενος λογιστηρίου της Κτηματικής Τράπεζας κατά την περίοδο 1987-1988 ότι από την έρευνα που διενήργησαν οι Επιθεωρητές της Κτηματικής Τράπεζας (Ξ, Ο και ο κατηγορούμενος Χ) που βασίστηκε σε καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα και άλλες ενδείξεις προέκυψαν πλείστα επιβαρυντικά στοιχεία για τη συμμετοχή του Α στις ως άνω πράξεις και τη συνεννόησή του με την Β, για τους λόγους δε αυτούς προετάθη ότι αυτός θα έπρεπε να κληθεί προς απολογία. Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος σύμφωνα με τη γνώμη της πλειοψηφίας να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν σύμφωνα με το κατηγορητήριο και το διατακτικό της παρούσας πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα. Τέλος το δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο τέλεσης του εν λόγω αδικήματος έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο, κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο ψευδορκίας μάρτυρα και ειδικότερα, του ότι: "Στη ...... την 2.4.2001, την 3.4.2001 και την 4.4.2001 ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Τριμελούς Δικαστηρίου Εφετών Θεσσαλονίκης, ενώπιον του οποίου εκδικαζόταν υπόθεση με κατηγορούμενους τους: Β, Α, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, Η και Θ, οι οποίοι κατηγορούνταν για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού κατ'εξακολούθηση με σκοπό το περιουσιακό όφελος άνω των 25.000.000 δρχ. και σε βάρος ν.π., της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια ... σε βάρος ν.π. της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, της συκοφαντικής δυσφήμησης, της άμεσης συνέργειας στην ως άνω απάτη, της ηθικής αυτουργίας σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, της απλής συνέργειας σε πλαστογραφία και απάτη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, της υπεξαίρεσης και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ερωτηθείς σχετικά με τις πράξεις αυτές [ήτοι της κατάρτισης πλαστών εγγράφων (αποδείξεων προαγοράς τίτλων Ελληνικού Δημοσίου, εντολών φύλαξης εξουσιοδότησης ομολόγων της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας Ελλάδος σημειωμάτων απόδοσης δεσμευμένης κατάθεσης, ημερολογιακών δελτίων και ανανεώσεων αυξήσεων κεφαλαίου τριμήνων κτηματικών ομολόγων της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας Ελλάδος ΑΕ, γραμματίων είσπραξης ανανεώσεων αυξήσεων κεφαλαίου τριμήνων κτηματικών ομολόγων της Εθνικής Στεγαστικής Τράπεζας ΑΕ και ενταλμάτων πληρωμής της Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ), που φέρονταν ότι είχαν τελεσθεί από τους Β (δικηγόρο) και Α (υπάλληλο και από το έτος 1994 Υποδιευθυντή της Κτηματικής Τράπεζας) καθώς και για τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης και της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή που φέρονταν ότι είχαν τελεσθεί από τους ως άνω κατηγορουμένους] κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα εξής: "... Είμαι ένας από τους επιθεωρητές που συντάξαμε το πόρισμα της τράπεζας (εννοείται της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ) ... Καμία συναλλαγή δεν καταγγέλθηκε ότι έγινε μέσα στη τράπεζα ... Οι τόκοι που έδινε η κ. Β (ενν. η τότε κατηγορουμένη Β) φθάνανε από 24% έως 38%. Η κ. Β είχε σταματήσει τη συνεργασία της με τη Κτηματική τράπεζα από το 1992 ... Από τότε δεν πήγαινε ποτέ στο κατάστημα της Κτηματικής ... Οι μάρτυρες δίνανε τα χρήματά τους για τον μεγάλο τόκο που έφθανε από 28% έως 40% ... Οι παρατυπίες του κ. Α (ενν. του τότε κατηγορουμένου Α) ήταν ότι πλαστογράφησε κάποιες υπογραφές προκειμένου να ανοίξουν κάποιοι λογαριασμοί, οι οποίοι τελικά ήταν και άσχετοι... Τα έντυπα πάντως ήταν σχεδιασμένα έτσι που θα μπορούσε να τα αντιληφθεί ο καθένας ... Μπλοκ επιταγών η Β από το κατάστημα της ...... το 1994 πήρε 20 και τα πιο πολλά της τα έδωσε ο Α ... Νομίζω ότι η οικονομική της κατάσταση δικαιολογεί τον αριθμό αυτό και από την στιγμή που δεν είχε σφραγιστεί επιταγή της, δεν υπήρχε λόγος για να μην πάρει επιταγές ... Όλα τα έντυπα που χρησιμοποιεί η Β είναι φωτοτυπίες. Ελάχιστα είναι πρωτότυπα. Πρόκειται για έντυπα τα οποία δεν είναι διαβαθμισμένα και τα οποία είναι εκτεθειμένα επάνω στα γκισέ ... Την απόπειρα χρηματισμού την είχε κάνει στις 6.10.
  3. Η πρόταση η δική μας ήταν να γίνουν αυστηρές συστάσεις, αλλά η πρόταση του Διευθυντή ήταν να σταματήσει η συνεργασία με τη Β. Δεν παραπέμφθηκε τότε η κ. Β στον Εισαγγελέα, γιατί δεν αποδείχθηκε τίποτα σε βάρος της και γιατί δεν υπήρχαν στοιχεία ... Ο Α στην Κτηματική υπηρετεί από το
  4. Προϊστάμενος λογιστηρίου δεν ήταν ποτέ ... Οι παθόντες πρώτα πήγανε στην Ασφάλεια και ούτε ένας δεν ήρθε στη Τράπεζα να απαιτήσει τα χρήματα του ... Τα πλαστά όπως έγιναν μπορούσαν να παραπλανήσουν κανέναν ... οι περισσότεροι από τους παθόντες γνώριζαν ότι οι τίτλοι ήταν πλαστοί, αλλά δεν μπορούσαν να αντισταθούν στη μανία του υπερκέρδους ... Τα επιτόκια της Β ξεκινούσαν από 27% -28% και φθάνανε το 50% - 60% ... Από την έρευνά μας δεν προέκυψε συμμετοχή του Α στην υπόθεση ... Δεν προέκυψε ούτε από το πόρισμα ούτε από τις καταθέσεις συναυτουργία του Α ... Εμείς στο πόρισμά μας όμως καταγράφουμε όλες τις παρατυπίες... Δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να εμπλέκεται ο Α με τη κ. Β ...". Τα ως άνω όμως κατατεθέντα ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας αυτών, καθόσον η αλήθεια ήταν ότι πολλές από τις συναλλαγές που αφορούσαν σε πλαστούς τίτλους ομολόγων ελάμβαναν χώρα εντός του καταστήματος της Κτηματικής Τράπεζας με τη συμμετοχή του Α, στον οποίο απευθύνονταν οι παθόντες κατόπιν υποδείξεως της Β ότι ο τόκος που αναγραφόταν επί των πλαστών ομολόγων δεν ξεπερνούσε το 24% ότι η Β ακόμα και μετά το έτος 1992 μετέβαινε συχνά στο κατάστημα της Κτηματικής Τράπεζας, ότι τα πλαστογραφημένα έντυπα δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά από τον καθένα ως προς την πλαστότητά τους γι' αυτό άλλωστε και παραπλανήθηκαν πλείστοι τρίτοι και κατέβαλαν για χρονικό διάστημα πέντε ετών μεγάλα χρηματικά ποσά, ότι ο Α παρά τα οριζόμενα στην Ε.Δ. 19/93 της Κτηματικής Τράπεζας, χορηγούσε παρατύπως βιβλιάρια επιταγών, στην Β χωρίς δηλαδή να λαμβάνει γνώση ο διευθυντής του καταστήματος της Κτηματικής Τράπεζας και επί πλέον, παρά τα οριζόμενα στην Ε.Δ. 48/94 της Κτηματικής Τράπεζας χορηγούσε βιβλιάρια επιταγών στην Β χωρίς να έχουν εξοφληθεί οι προηγούμενες επιταγές της, ότι τα έντυπα της Κτηματικής Τράπεζας που βρέθηκαν στην κατοχή της Β δεν ήταν έντυπα που βρίσκονταν επάνω στο γκισέ και μπορούσε ευχερώς ο καθένας να τα αναλάβει, αλλά οι συνθήκες που περιήλθαν στην κατοχή της παρέμεναν αδιευκρίνιστες ακόμα και κατά την έρευνα που διενήργησαν οι Επιθεωρητές της Τράπεζας, ότι για την απόπειρα χρηματισμού του αναπληρωτή προϊσταμένου του τμήματος χορήγησης δανείων της Κτηματικής τράπεζας. Η Δημητριάδη, από την Β υπήρχαν πλείστα στοιχεία σε βάρος της τελευταίας, όπως προέκυψε από την έρευνα που διενεργήθηκε κατόπιν καταγγελίας της υπαλλήλου της τράπεζας, Ν, γι' αυτό άλλωστε είχε διακοπεί η συνεργασία της Κτηματικής Τράπεζας με την Β για κάποιο χρονικό διάστημα, ότι ο Α διετέλεσε προϊστάμενος λογιστηρίου της Κτηματικής Τράπεζας κατά την περίοδο 1987-1988 ότι από την έρευνα που διενήργησαν οι Επιθεωρητές της Κτηματικής Τράπεζας (Ξ, Ο και ο κατηγορούμενος Χ) που βασίστηκε σε καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα και άλλες ενδείξεις προέκυψαν πλείστα επιβαρυντικά στοιχεία για τη συμμετοχή του Α στις ως άνω πράξεις και τη συνεννόηση του με την Β, για τους λόγους δε αυτούς προετάθη ότι αυτός θα έπρεπε να κληθεί προς απολογία. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο: Ι) παραβίασε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224 § 2 Π.Κ., την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ και II) διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του άνω άρθρου, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβάσεως της εφαρμοσθείσας, ως άνω, διατάξεως και σε εκείνη της ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα: 1) στο σκεπτικό της πλειοψηφίας αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος, που ήταν ένας από τους τρεις
(3)συντάκτες της από 27-3-1996 Εκθέσεως Επιθεωρήσεως στην Κτηματική Τράπεζα, "επιχείρησε να αποδυναμώσει όσα ο ίδιος διαπίστωσε και κατέγραψε στην πιο πάνω έκθεσή του" (βλ. σελ. 14 των πρακτικών), ενώ στη συνέχεια αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος, ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, "... την πιο πάνω έκθεσή του όχι μόνο δεν ανακάλεσε, αλλά ρητώς επιβεβαίωσε". 2) Ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι ο κατηγορούμενος ήταν ένας από τους τρεις επιθεωρητές, οι οποίοι συνέταξαν την από 27-3-96 έκθεση και στο διατακτικό αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος κατέθεσε, μεταξύ άλλων και τα εξής ... "Είμαι ένας από τους επιθεωρητές που συντάξαμε το πόρισμα της Τράπεζας ... καμία συναλλαγή δεν καταγγέλθηκε ότι έγινε εντός της Τράπεζας ..." και προχωράει στην παραδοχή ότι "τα ως άνω όμως κατατεθέντα ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου είναι ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς των ..." (βλ. σελ. 14 και 19 της αποφάσεως). Τέλος, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, δεν αιτιολογείται ειδικώς η ύπαρξη του άμεσου δόλου που απαιτείται για το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, με παράθεση των περιστατικών ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των περιστατικών που κατέθεσε και δικαιολογούν τη γνώση του αυτή. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για: α) έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 224 § 2 Π.Κ., αντιστοίχως, είναι βάσιμοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρελκούσης μετά ταύτα της εξετάσεως των λοιπών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως. Στη συνέχεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 4.308/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαρτίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.