← Ελλάδα

ΑΠ 9/2009 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγρα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 9 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Ανώνυμη εταιρία. Περίληψη: Ανεπάρκεια αιτιολογίας και ασάφεια. Εργοδοτικές εισφορές στο Ι.Κ.Α. Μολονότι πρόκειται για εταιρική επιχείρηση (ανώνυμη εταιρεία), δεν αναφέρεται αν ήταν νόμιμη εκπρόσωπος της, η αναιρεσείουσα, η οποία στο διατακτικό αναφέρεται ως εργοδότρια, με αποτέλεσμα να υπάρχει ασάφεια ως προς την ιδιότητα που ενεργούσε, που είναι αναγκαίο για να κριθεί αν υπάρχει ποινική της ευθύνη. Εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ΄ και Ε΄, με την έννοια της έλλειψης νομίμου βάσεως και από το 1999 μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως παρήλθε οκταετία, παύει οριστικά την ποινική δίωξη. Αριθμός 9/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Ιωάννη Παπουτσή (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ιωάννη Σίδερη (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Λάλλα, περί αναιρέσεως της 1278/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 132/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α. ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών τουλάχιστον μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Τέλος, κατά το άρθρο 10 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του α. ν. 1846/1951, ο υπόχρεος, πρέπει, να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Ενόψει αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του α. ν. 86/1967, απόφασης, πρέπει, ενόψει του περιεχομένου των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, να περιέχονται σε αυτήν τα για τη θεμελίωση των δύο παραπάνω αξιοποίνων πράξεων κρίσιμα περιστατικά, που είναι η σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ασφαλισμένου στο οικείο Ταμείο προσωπικού, και τα χρηματικά ποσά που, βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο Ταμείο ως εργοδότης, ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (ΟλΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου φερομένου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποια η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, όπως αν είναι νόμιμος εκπρόσωπός της, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη. Η καταδικαστική απόφαση έχει την κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε ΚΠοινΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή εφαρμογή του νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1278/2007 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, καταδίκασε την αναιρεσείουσα για μη έγκαιρη καταβολή στο ΙΚΑ εργοδοτικών εισφορών, σε φυλάκιση έξι

(6)μηνών, την οποία μετέτρεψε σε 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως, και χρηματική ποινή εκατόν πενήντα
(150)ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από αναφορά κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΙΑΤΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ ΚΑΙ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και έδρα την ....., συστήθηκε νομότυπα και από 9-6-1999 και εφεξής μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου ήταν, εκτός άλλων, και η εκκαλούσα Χ. Η εταιρία αυτή, μολονότι προσέλαβε και απασχολούσε εργαζομένους, δεν κατέβαλε στο ΙΚΑ εργοδοτικές εισφορές για το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1999 και εισφορές που αναλογούν στα ημερομίσθια που απαιτούνται για να λάβουν οι εργαζόμενοι επίδομα άδειας συνολικού ποσού 794.526 δραχμών ...". Με τα δεδομένα αυτά η πρώτη εκκαλούσα κηρύχθηκε ένοχη για την πράξη της μη καταβολής προς το ΙΚΑ εργοδοτικών εισφορών. Για την πράξη της μη καταβολής εργατικών εισφορών αυτή κηρύχθηκε αθώα, επειδή οι εισφορές αυτές ανέρχονται στο μη αξιόποινο ποσό των 483.874 δραχμών. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η εκκαλούσα Χ, κηρύχθηκε "ένοχη του ότι στο ....., το χρονικό διάστημα 10/1999 και ΕΑ/1999, έχοντας νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές) που βαρύνουν αυτήν την ίδια, προς το Ταμείο που εδρεύει στο ..... ΙΚΑ Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης και υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας, δεν κατέβαλε αυτές μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές, προς τον παραπάνω οργανισμό, δηλαδή εργοδότρια ούσα και ενώ απασχολούσε εργατικό προσωπικό δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα τις εισφορές της προς το πιο πάνω ταμείο, για το χρονικό διάστημα 9/1999 και ΕΑ/1999, που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 794.526 δραχμών". Με τις παραδοχές όμως αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, αφενός μεν δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά τη διεξαχθείσα στο ακροατήριο διαδικασία, επί τη βάση των οποίων κατέληξε στην ως άνω κρίση του, αφ' ετέρου δε στέρησε αυτή νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, μολονότι πρόκειται για εταιρική και όχι ατομική επιχείρηση και μάλιστα για ανώνυμη εταιρεία, δεν εκτίθενται στην αιτιολογία της αποφάσεως πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει αν η αναιρεσείουσα εκτός από μέλος του ΔΣ της ως άνω ΑΕ ήταν και νόμιμος εκπρόσωπός της, ώστε να ανακύπτει νόμιμη υποχρέωσή της να αποδίδει τις εργοδοτικές εισφορές της επιχειρήσεως στο ΙΚΑ. Με βάση το παραδεκτά, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκοπούμενο υπ' αριθ. Φύλλου 3630/15-6-1999 ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ την εταιρεία εκπροσωπούσε το επίδικο χρονικό διάστημα η Α, Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος. Στο διατακτικό αντιφατικά και ασαφώς αναφέρεται ότι "έχοντας νόμιμη υποχρέωση να καταβάλλει τις ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές) που βαρύνουν αυτή την ίδια ... δεν κατέβαλε ... εργοδότρια ούσα ...", σαν να επρόκειτο για υποχρέωση καταβολής εργοδοτικών εισφορών από εργοδότη-φυσικό πρόσωπο. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για: 1) έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και 2) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων αυτών, ο οποίος ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, είναι βάσιμοι, και ως τέτοιοι πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του άλλου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει τώρα, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και εωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, 370 στοιχ., β και 511, όπως αντικατ. με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 ΚΠοινΔ ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος. (ΟλΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, κήρυξε την ήδη αναιρεσείουσα ένοχη της πράξεως της μη καταβολής εργοδοτικών εισφορών, που τελέσθηκε στο ....., το χρονικό διάστημα 10/1999 και ΕΑ/1999. Η πράξη όμως αυτή υπέπεσε σε παραγραφή, αφού, από την προαναφερόμενη ημερομηνία, κατά την οποία φέρεται ότι τελέσθηκε (10/1999 και ΕΑ/1999) και μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως (14-5-2008), παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των οκτώ ετών, συμπεριλαμβα-νομένου και του χρόνου αναστολής της παραγραφής. Κατόπιν αυτών, εφόσον η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή, και περιέχει βάσιμους, κατά τα παραπάνω, λόγους αναίρεσης, κατά παραδοχή των οποίων αναιρείται η απόφαση, πρέπει να παύσει οριστικώς, λόγω παραγραφής, η ασκηθείσα κατά της κατηγορουμένης για την πράξη αυτή ποινική δίωξη, όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 1278/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας Χ, του ότι στο ....., το χρονικό διάστημα 10/1999 και ΕΑ/1999, έχοντας νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές), που βαρύνουν αυτήν την ίδια, προς το Ταμείο που εδρεύει στο ..... ΙΚΑ Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης και υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας, δεν κατέβαλε αυτές μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές, προς τον παραπάνω οργανισμό, δηλαδή εργοδότρια ούσα και ενώ απασχολούσε εργατικό προσωπικό δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα τις εισφορές της προς το πιο πάνω ταμείο, για το χρονικό διάστημα 9/1999 και ΕΑ/1999, που ανέρχονται στο ποσό των 794.526 δραχμών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιανουαρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.