← Ελλάδα

ΑΠ 901/2013 — Έξοδα μαρτύρων

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 901 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Έξοδα μαρτύρων. Περίληψη: Η αναίρεση που στρέφεται και κατά της πρωτόδικης απόφασης είναι απαράδεκτη, εφόσον το δικόγραφο της δεν κατατέθηκε και στη γραμματεία του δικαστηρίου εκείνου. Οι διαφορές που αφορούν δικαιώματα ή αποζημιώσεις ή έξοδα μαρτύρων, που εξετάστηκαν σε οποιοδήποτε δικαστήριο, υπάγονται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, χωρίς διάκριση αξίας. Οι κανόνες δικονομικού δικαίου δεν αποτελούν αντικείμενο παραβίασης νόμου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ο λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο της ουσίας. Σε περίπτωση παράβασης των σχετικών με το δικαστικό ένσημο διατάξεων, ιδρύεται μόνο ο λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ και μόνο όταν ο διάδικος δικάστηκε ερήμην. Αριθμός 901/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Ζιάκα και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη), Νικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Χ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 216/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών λόγω αρμοδιότητας, 1253/2008 του Ειρηνοδικείου Αθηνών και 970/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-6-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή, κατά τύπους, η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη. Η αναίρεση ασκείται, όπως όλα τα ένδικα μέσα, με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεση γίνεται, κατ' άρθρο 566 § 2 ΚΠολΔ, στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλονται η 1253/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 ΚΠολΔ και η 970/2012 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια διαδικασία σε δεύτερο βαθμό, μετά από έφεση και αντέφεση των διαδίκων, κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε, κατά ένα μέρος, δεκτή η αγωγή, ως προς τα αιτήματά της, που αναφέρονται στην καταβολή οδοιπορικών εξόδων και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης. Με την ανωτέρω δεύτερη απόφαση απορρίφθηκε η αντέφεση του αναιρεσείοντος και έγινε δεκτή η έφεση του εναγομένου αναιρεσίβλητου, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που είχε προσβληθεί με την έφεση και απορρίφθηκε η αγωγή, κατά το μέρος αυτό. Όμως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αναίρεσης, με το οποίο προσβάλλονται οι αποφάσεις του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αυτό κατατέθηκε, στις 11-6-2012, μόνο στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Επομένως, η κρινόμενη αναίρεση, κατά το μέρος μεν που στρέφεται κατά της απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ασκήθηκε παραδεκτά, κατά το μέρος δε που στρέφεται κατά της 1253/2008 πρωτόδικης απόφασης είναι απαράδεκτη, αφού το δικόγραφό της δεν κατατέθηκε και στη γραμματεία του δικαστηρίου εκείνου, με συνέπεια να είναι απαράδεκτοι οι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που αναφέρονται σε πλημμέλειες της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1, 2 του ισχύοντος Συντάγματος "Στο Συμβούλιο Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει". Κατά το άρθρο 1 στοιχ. α' ΚΠολΔ, τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση ιδιωτικών διαφορών, ιδιωτική δε διαφορά υφίσταται όταν το αντικείμενο της δίκης είναι έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή αμφισβήτηση ή έριδα των διαδίκων, περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης συγκεκριμένου προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 αρ. 12 του ΚΠολΔ, οι διαφορές που αφορούν δικαιώματα ή αποζημιώσεις ή έξοδα µαρτύρων, που εξετάστηκαν σε οποιοδήποτε δικαστήριο, υπάγονται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, χωρίς διάκριση αξίας. Εξάλλου, η παράλειψη καταβολής νοµοθετηµένων παροχών δε συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας, από παράνοµη υλική παράλειψη των οργάνων του Δηµοσίου, εκ της οποίας γεννάται αξίωση αποζηµίωσης, κατά του τελευταίου, κατ' άρθρο 105 Εισ.Ν.ΑΚ. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 560 αρ. 3 και 580 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε επί υπόθεσης, που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με την από 26-3-2007 αγωγή του, που κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει, οδοιπορικά έξοδα 184,71 ευρώ, για τη μετάβασή του από την Καλλιθέα Αττικής, ως µάρτυρας στο Μονοµελές Πληµµελειοδικείο Αγνάντων Άρτας και αποζηµίωση, για την παράλειψη των οργάνων του να του τα καταβάλουν, ποσού 195.000 ευρώ, για προσβολή της προσωπικότητάς του, 98.000 ευρώ για περαιτέρω επιδείνωση της κλονισμένης από διαβήτη υγείας του, 1.900 ευρώ για διάφορα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε, 488.000 ευρώ για χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και 188.000 ευρώ για διαφυγόν κέρδος από τη µη απασχόλησή του σε άλλες εργασίες, και συνολικά το ποσό των 971.084,71 ευρώ. Το Ειρηνοδικείο Καλλιθέας, με την 216/2008 απόφασή του, παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, ως κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο. Το τελευταίο, με την 1253/2008 απόφασή του, δέχθηκε, εν µέρει την αγωγή, για το ποσό των 184,71 ευρώ, ως προς τα έξοδα µετάβασης του ενάγοντος ως µάρτυρα, στο ποινικό δικαστήριο και απέρριψε, ως αόριστα, τα υπόλοιπα αιτήµατα, πλην του κονδυλίου περί προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, το οποίο δέχθηκε, εν µέρει, επιδικάζοντας σ' αυτόν χρηµατική ικανοποίηση 10.000 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι διάδικοι, αντίστοιχα, έφεση και αντέφεση, παραπονούμενοι, το μεν εναγόμενο για έλλειψη δικαιοδοσίας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και για την επιδίκαση σε βάρος του χρηματικής ικανοποίησης, ο δε εφεσίβλητος για το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε το λόγο έφεσης, για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και στη συνέχεια δίκασε την αγωγή. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο ένατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, εκ του αρ. 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν είχε δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης αγωγής, κατά τα παραπάνω αιτήματά της, είναι αβάσιμος. Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, καθορίζει, περιοριστικά, τους λόγους αναίρεσης και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, από τους αναφερομένους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Εξάλλου, οι κανόνες δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι διατάξεις των άρθρων, 1) 327 παρ. 1 ΚΠΔ, 2) 581 ΚΠΔ, 3) 216 ΚΠολΔ, 4) 677, 678 παρ. 5 ΚΠολΔ και 5) 15 παρ. 12 του ίδιου κώδικα, δεν αποτελούν αντικείμενο παραβίασης νόμου, ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης, από τον αριθµό 1 του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ. Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, εικοστός πρώτος (κατά το πρώτο μέρος του), και εικοστός πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, από την παραβίαση των διατάξεων αυτών, είναι απαράδεκτοι. Ειδικότερα, οι εικοστός πρώτος και εικοστός πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα το δικόγραφο, ως αγωγή, ενώ επρόκειτο για προσφυγή, με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι υπόκειται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, είναι και αλυσιτελείς, αφού η υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς καταβολή δικαστικού ενσήμου, εξαρτήθηκε από το παραπάνω περιεχόμενο και το αντικείμενο του ασκηθέντος δικογράφου και όχι από τον τυπικό χαρακτηρισμό του, ως "αγωγής" ή "προσφυγής". Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 § 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 560 αριθ. 1). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλειες από το άρθρο 560 αριθ. 1 εδ. β', στις οποίες φέρεται ότι υπέπεσε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να μη χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, "ότι κληθείς μάρτυρας και εξετασθείς ενώπιον του δικαστηρίου, έχει δικαίωμα, με το πέρας της δίκης, να λάβει τα έξοδα μαρτύρων και την αποζημίωση". Οι λόγοι αυτοί, είναι απαράδεκτοι, διότι τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν δεν θεμελιώνουν παραβίαση διδάγματος κοινής πείρας, αλλά συγκεκριμένης νομικής διάταξης. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 502 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 178 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ή 560 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (Ολ.ΑΠ 32/1996). Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται, αυτεπαγγέλτως, ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζονται: α) ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι ευθέως ή εκ πλαγίου παραβιάσθηκε, β) τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και υπό τα οποία φέρεται ότι συντελέσθηκε η παραβίαση, όπως και ο πραγματικός ισχυρισμός που αφορούσαν και γ) επί ευθείας παραβίασης το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 20/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του KΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μία από τις σ' αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 43/1990), ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/1987). Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, νόμιμος δε τρόπος επαναφοράς στο Εφετείο ισχυρισμού του ηττηθέντος πρωτοδίκως διαδίκου είναι λόγος έφεσης ή αντέφεσης και όχι οι υποβαλλόμενες έγγραφες προτάσεις. Τέλος, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου. Η διάταξη του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 καθιερώνει την υποχρέωση καταβολής του δικαστικού ενσήμου και το άρθρο 15 του κ.ν. 551/1915 ορίζει ότι "οι απαιτήσεις από εργατικό ατύχημα δεν υπόκεινται στο τέλος αυτό". Μετά το ν.δ. 1544/1942 (άρθρο 7 παρ. 1, 2), σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου, κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην και γι' αυτό, σε περίπτωση παράβασης των σχετικών διατάξεων, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ και μόνο όταν ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση. Στην κρινόμενη υπόθεση ο αναιρεσείων, με τους παρακάτω λόγους αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, επικαλείται την παραβίαση, διά της μη εφαρμογής: 1) Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, των διατάξεων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, ως προς την καταβολή εξόδων και αποζημίωσης σε μάρτυρες, 2) με τον έβδομο, των διατάξεων που ρυθμίζουν το δικαίωμά του, για τη λήψη των παραπάνω εξόδων και της αποζημίωσης, 3) με τον όγδοο, των διατάξεων που καθορίζουν τη σχετική υποχρέωση του Δημοσίου, 4) με το δέκατο, της διάταξης του άρθρου 1 του Συντάγματος, 5) με τον ενδέκατο των διατάξεων των άρθρων 1, 4, 26 και 95 του Συντάγματος, 6) με το δωδέκατο της διάταξης του άρθρου 2 του Συντάγματος, 7) με το δέκατο τρίτο της διάταξης του άρθρου 26 του ν. 2462/1977, 8) με το δέκατο τέταρτο της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. ΓΠΟΗ' της 3/3.1.1212, 9) με το δέκατο έκτο, της διάταξης του άρθρου 26 του 2462/1997 και 10) με το δέκατο όγδοο, τις διατάξεις του ν. ΓΠΟΗ' της 3/3.1.1212. Όμως, α) στο δικόγραφο της αναίρεσης, δεν αναφέρεται ποια ήταν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και υπό τα οποία φέρονται ότι συντελέσθηκαν οι ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες της ευθείας παραβίασης ουσιαστικών κανόνων δικαίου και σε τι συνίστανται οι συγκεκριμένες παραβάσεις, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί το αντικείμενο καθεμιάς από τις παραβάσεις αυτές, και β) ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι με λόγο έφεσης, ενώπιον του, ως Εφετείου, δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου, επικαλέστηκε την παραβίαση, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των παραπάνω διατάξεων και συνεπώς οι προβαλλόμενοι, ως άνω, λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, ως αόριστοι. Ειδικότερα, οι δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος, δέκατος έκτος και δέκατος όγδοος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 15 του κ.ν. 551/1915, 26 του ν. 2462/ 1977 και του ν. ΓΠΟΗ της 3/3.1.1212, είναι απαράδεκτοι και για τον πρόσθετο λόγο ότι, όπως προαναφέρθηκε, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων αυτών, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ και μόνο όταν ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση. Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο, 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κ.λπ., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές (Ολ.ΑΠ 45/1987), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους δέκατο πέμπτο, δέκατο έβδομο, δέκατο ένατο, εικοστό, εικοστό πρώτο (κατά το δεύτερο μέρος του), εικοστό δεύτερο, εικοστό τρίτο, εικοστό τέταρτο, εικοστό έκτο, εικοστό έβδομο, εικοστό όγδοο, εικοστό ένατο, τριακοστό και τριακοστό πρώτο λόγους αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί έφεσης κατά της 1253/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, για τον, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, αφού δεν συγχωρείται η προβολή των, κατά της πληττόμενης απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα περιοριζόμενα, κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 8-6-2012, αίτηση του αναιρεσείοντος, για την αναίρεση της 970/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της 1253/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων

(300)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.